Η επάνοδος Τσίπρα μπορεί να κατανοηθεί ουσιαστικά μόνο εάν τοποθετηθεί στο πεδίο της πολιτικής οικονομίας. Η δημόσια συζήτηση συχνά εγκλωβίζεται στο ερώτημα της προσωπικής του αντοχής, της σχέσης του με τον ΣΥΡΙΖΑ, της σύγκρισής του με το ΠΑΣΟΚ ή της πιθανής δημοσκοπικής του δυναμικής. Όλα αυτά έχουν σημασία, όμως δεν αποτελούν τον πυρήνα του προβλήματος. Ο πυρήνας βρίσκεται στο αν ο πρώην πρωθυπουργός μπορεί να διαμορφώσει μια πειστική οικονομική αφήγηση για μια κοινωνία που δεν ζει πλέον την οξεία κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, αλλά βιώνει μια πιο διάχυτη, πιο καθημερινή και πιο επίμονη μορφή ανασφάλειας. Η Ελλάδα της σημερινής περιόδου δεν συγκροτείται πολιτικά γύρω από ένα μόνο τραυματικό γεγονός. Συγκροτείται γύρω από την εμπειρία της ακριβής ζωής, του ακριβού ενοικίου, του μισθού που δεν επαρκεί, της φορολογικής κόπωσης, της δυσκολίας πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες, της άνισης ανάπτυξης και της διάχυτης αίσθησης ότι η οικονομική βελτίωση των δεικτών δεν μετατρέπεται σε ανάλογη βελτίωση της καθημερινότητας.
Αυτό δημιουργεί μια νέα πολιτική συνθήκη. Η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν έχει τον ίδιο χαρακτήρα με εκείνη που ανέδειξε τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία. Τότε το κεντρικό συναίσθημα ήταν η οργή απέναντι στη λιτότητα, στην επιτήρηση, στην κατάρρευση εισοδημάτων και στην απαξίωση του παλαιού πολιτικού συστήματος. Σήμερα το κεντρικό συναίσθημα είναι πιο σύνθετο. Περιλαμβάνει θυμό, αλλά και κόπωση. Περιλαμβάνει απαίτηση αλλαγής, αλλά και φόβο νέας αστάθειας. Περιλαμβάνει δυσπιστία προς την κυβέρνηση, αλλά όχι αναγκαστικά εμπιστοσύνη προς την αντιπολίτευση. Περιλαμβάνει ανάγκη κοινωνικής προστασίας, αλλά και επιφύλαξη απέναντι σε πολιτικές που θα μετατραπούν σε νέα φορολογικά βάρη. Το κόμμα Τσίπρα, εάν θέλει να αποκτήσει πραγματική πλειοψηφική δυναμική, πρέπει να κατανοήσει αυτή την αλλαγή κοινωνικής ψυχολογίας.
Η μεσαία τάξη βρίσκεται στο κέντρο αυτής της ανασφάλειας. Η προηγούμενη πολιτική περίοδος έδειξε ότι κανένα προοδευτικό σχέδιο δεν μπορεί να αποκτήσει κυβερνητική αντοχή εάν χάσει τη σχέση του με τα μεσαία στρώματα. Η έννοια της μεσαίας τάξης, βεβαίως, είναι κοινωνιολογικά σύνθετη. Δεν αντιστοιχεί σε ενιαίο εισοδηματικό σώμα ούτε σε σταθερή ιδεολογική συμπεριφορά. Περιλαμβάνει μισθωτούς, μικροεπιχειρηματίες, ελεύθερους επαγγελματίες, δημοσίους υπαλλήλους, επιστήμονες, ιδιοκτήτες μικρής ακίνητης περιουσίας, νέους εργαζομένους με υψηλή εκπαίδευση αλλά χαμηλή δυνατότητα αποταμίευσης, οικογένειες που στηρίζουν οικονομικά ενήλικα παιδιά. Το κοινό στοιχείο αυτών των ομάδων δεν είναι η κοινωνική άνεση, αλλά η διαρκής προσπάθεια διατήρησης ενός επιπέδου ζωής που γίνεται όλο και πιο δύσκολο να αναπαραχθεί.
Η σχέση Τσίπρα με αυτά τα στρώματα είναι προβληματική και γι’ αυτό πολιτικά καθοριστική. Στην προηγούμενη διακυβέρνηση, μεγάλα τμήματα της μεσαίας τάξης σχημάτισαν την εντύπωση ότι αντιμετωπίστηκαν περισσότερο ως φορολογική δεξαμενή παρά ως κοινωνικός σύμμαχος. Η εντύπωση αυτή δεν μπορεί να εξαλειφθεί με γενικές διαβεβαιώσεις. Απαιτεί συγκεκριμένη αλλαγή πολιτικής λογικής. Ένα νέο προοδευτικό πρόγραμμα πρέπει να αναγνωρίσει ότι η φορολογική δικαιοσύνη δεν ταυτίζεται με την εύκολη επιβάρυνση των συνεπών φορολογουμένων. Πρέπει να διαφοροποιήσει τη μεγάλη συγκέντρωση πλούτου από τη μικρή ιδιοκτησία, την υψηλή κερδοφορία από την αυτοαπασχόληση επιβίωσης, την οργανωμένη φοροαποφυγή από τον μικρό επαγγελματία που βρίσκεται σε διαρκή ταμειακή πίεση. Πρέπει να δείξει ότι η κοινωνική πολιτική θα χρηματοδοτηθεί μέσα από δίκαιη, αποτελεσματική και σταθερή φορολογική βάση, όχι μέσα από ευκαιριακή επιβάρυνση όσων είναι ευκολότερο να εντοπιστούν.
Το στεγαστικό ζήτημα μπορεί να αποτελέσει τον πιο κρίσιμο δείκτη σοβαρότητας ενός τέτοιου προγράμματος. Η στέγη έχει μετατραπεί σε κόμβο όπου συναντώνται η ανισότητα, η γενεακή αδικία, η δημογραφική ανασφάλεια, η περιφερειακή ανισορροπία και η αποτυχία της αγοράς να παράγει προσιτές λύσεις. Δεν πρόκειται για επιμέρους κοινωνικό πρόβλημα. Είναι πρόβλημα κοινωνικής αναπαραγωγής. Οι νέοι καθυστερούν να φύγουν από το οικογενειακό σπίτι, τα ζευγάρια δυσκολεύονται να σχεδιάσουν οικογένεια, οι εργαζόμενοι σε τουριστικές ή αστικές περιοχές πιέζονται υπέρμετρα, οι φοιτητές αντιμετωπίζουν αυξημένα κόστη, οι χαμηλόμισθοι αποκλείονται από περιοχές εργασίας. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο επιδότηση ενοικίου, διότι η επιδότηση χωρίς αύξηση προσφοράς συχνά τροφοδοτεί τις τιμές. Χρειάζεται κοινωνική κατοικία, αξιοποίηση δημόσιων ακινήτων, ρύθμιση της βραχυχρόνιας πίεσης σε περιοχές όπου αλλοιώνει την αγορά, φορολογικά κίνητρα για άνοιγμα κλειστών κατοικιών, αστική πολιτική και σύνδεση με μεταφορές. Ένα νέο κόμμα Τσίπρα που θα μιλήσει σοβαρά για τη στέγη θα δείξει ότι κατανοεί τη νέα κοινωνική σύγκρουση. Αν μείνει σε γενικές αναφορές, θα χάσει ένα από τα σημαντικότερα πεδία πολιτικής επανασύνδεσης.
Η εργασία αποτελεί το δεύτερο πεδίο. Η συζήτηση για τους μισθούς δεν μπορεί να περιοριστεί στον κατώτατο μισθό, όσο σημαντικός και αν είναι. Το ζήτημα είναι η συνολική ποιότητα της εργασίας: συλλογικές συμβάσεις, διαπραγματευτική ισχύς, έλεγχοι στην εργοδοτική αυθαιρεσία, παραγωγικότητα, δεξιότητες, τεχνολογική προσαρμογή, μετάβαση από θέσεις χαμηλής αξίας σε θέσεις υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Μια προοδευτική οικονομική πολιτική πρέπει να αναγνωρίσει ότι οι μισθοί δεν αυξάνονται βιώσιμα μόνο με διοικητικές αποφάσεις, αλλά ούτε και αφήνονται αποκλειστικά στην αγορά. Χρειάζεται θεσμικό πλαίσιο εργασίας, ενεργητική πολιτική δεξιοτήτων, βιομηχανική πολιτική, ενίσχυση καινοτομίας, φορολογικά κίνητρα που συνδέονται με ποιοτική απασχόληση και μηχανισμοί ελέγχου. Εδώ ο Τσίπρας πρέπει να αποδείξει ότι η νέα του οικονομική πρόταση δεν θα είναι επιστροφή σε μια παλαιά αντιπαράθεση κράτους και αγοράς, αλλά πιο ώριμη σύνθεση θεσμών, παραγωγής και κοινωνικής προστασίας.
Το κράτος είναι το τρίτο πεδίο. Η Αριστερά και η Κεντροαριστερά έχουν ιστορικό πλεονέκτημα στην υπεράσπιση των δημόσιων αγαθών. Αυτό όμως δεν αρκεί όταν οι πολίτες βιώνουν δημόσιες υπηρεσίες που συχνά δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους. Η υπεράσπιση της δημόσιας υγείας, της παιδείας και της κοινωνικής προστασίας πρέπει να συνοδεύεται από πολιτική ποιότητας, στελέχωσης, αξιολόγησης, λογοδοσίας, ψηφιακής λειτουργίας και ισότιμης πρόσβασης. Η απλή αύξηση δαπανών δεν εγγυάται αποτελεσματικότητα. Η απλή επίκληση αξιολόγησης χωρίς πόρους γίνεται προσχηματική. Χρειάζεται ισορροπία δημόσιας επένδυσης και διοικητικής μεταρρύθμισης. Ο Τσίπρας θα κριθεί από το αν μπορεί να μιλήσει για το κράτος όχι μόνο ως πεδίο κοινωνικής προστασίας, αλλά ως οργανισμό που πρέπει να λειτουργεί αξιόπιστα. Η κοινωνική δικαιοσύνη δεν υλοποιείται με προθέσεις. Υλοποιείται με διοικητική ικανότητα.
Το νέο εγχείρημα θα πρέπει, τέλος, να ξεκαθαρίσει τη σχέση του με την παραγωγή. Η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να στηρίζεται διαρκώς σε κατανάλωση, ακίνητα, τουρισμό, χαμηλή παραγωγικότητα και επιλεκτική εισροή επενδύσεων χωρίς βαθιά παραγωγική ανασυγκρότηση. Χρειάζεται αγροδιατροφική αναβάθμιση, μεταποίηση, τεχνολογία, έρευνα, ενεργειακή στρατηγική, εξαγωγικό προσανατολισμό, σύνδεση πανεπιστημίων και επιχειρήσεων, περιφερειακές αλυσίδες αξίας. Μια σύγχρονη Κεντροαριστερά δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την επιχειρηματικότητα ως αντίπαλο κοινωνικό πεδίο ούτε να αποδέχεται άκριτα κάθε επιχειρηματικό συμφέρον ως αναπτυξιακό. Πρέπει να διακρίνει την παραγωγική επένδυση από την πρόσοδο, την καινοτομία από την εκμετάλλευση ρυθμιστικών κενών, τη μικρομεσαία δημιουργία αξίας από την ολιγοπωλιακή ισχύ. Αν ο Τσίπρας θέλει να επανέλθει με αξιώσεις, οφείλει να παρουσιάσει ώριμη αντίληψη για την παραγωγή.
Η οικονομική αξιοπιστία αποτελεί το πιο δύσκολο όριο της επιστροφής Τσίπρα. Η αποσύνθεση του ΣΥΡΙΖΑ και η αδυναμία του ΠΑΣΟΚ μπορούν να του δώσουν χώρο. Η κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να του δώσει ακροατήριο. Τίποτε από αυτά δεν αρκεί για να του δώσει πλειοψηφική εμπιστοσύνη. Αυτή θα προκύψει μόνο εάν πείσει ότι έχει κατανοήσει τις οικονομικές αντιφάσεις της προηγούμενης διακυβέρνησής του και ότι διαθέτει νέο, εφαρμόσιμο, συγκεκριμένο πρόγραμμα για τη σημερινή κοινωνία. Χωρίς αυτό, το νέο κόμμα θα μείνει στο επίπεδο της πολιτικής επανεμφάνισης.
Πρόσφατα σχόλια