Η ΕΛ.Α.Σ. δεν ιδρύθηκε μόνο ως νέο κομματικό σχήμα. Ιδρύθηκε ως αξίωση ιστορικής συνέχειας. Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον και ταυτόχρονα το πιο ευάλωτο στοιχείο της. Ο Αλέξης Τσίπρας δεν επιχείρησε απλώς να εμφανίσει έναν νέο φορέα με πρόγραμμα, τίτλο και οργανωτική υπόσχεση. Επιχείρησε να τον εγγράψει σε μια μεγάλη προοδευτική αφήγηση, η οποία εκτείνεται από τις παραδόσεις της Αριστεράς και των δημοκρατικών αγώνων έως την Αλλαγή και την κυβερνητική εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ. Το κόμμα παρουσιάστηκε με ιδρυτική διακήρυξη και δημόσια τελετουργία εκκίνησης, διεκδικώντας να εκφράσει μια «συμπαράταξη» κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων.

Το ζήτημα δεν είναι αν ένα κόμμα δικαιούται να επικαλείται την ιστορία. Κάθε κόμμα που διεκδικεί ρόλο παράταξης χρειάζεται μνήμη. Χρειάζεται να δείξει ότι δεν γεννιέται από το μηδέν, ότι δεν αποτελεί απλή εκλογική μηχανή, ότι εντάσσεται σε μια αλυσίδα αξιών, αγώνων, κοινωνικών αιτημάτων και συλλογικών προσδοκιών. Η πολιτική χωρίς μνήμη γίνεται τεχνοκρατική διαχείριση. Η μνήμη, όμως, όταν χρησιμοποιείται χωρίς διάκριση, γίνεται πρόβλημα. Η ΕΛ.Α.Σ. κινδυνεύει να συγκροτήσει ένα υπερφορτωμένο γενεαλογικό σχήμα, στο οποίο διαφορετικές ιστορικές στιγμές, διαφορετικά κοινωνικά μπλοκ και διαφορετικές πολιτικές λογικές εντάσσονται σε μια γραμμική αφήγηση που εξυπηρετεί περισσότερο την ιδρυτική νομιμοποίηση παρά την αναλυτική ακρίβεια.

Το ΕΑΜ, ο Λαμπράκης, το ΠΑΣΟΚ της Αλλαγής και ο ΣΥΡΙΖΑ της περιόδου 2015-2019 δεν αποτελούν αυτονόητα στάδια μιας ενιαίας πορείας. Ανήκουν σε διαφορετικές ιστορικές οικονομίες νοήματος. Το ΕΑΜ υπήρξε φαινόμενο εθνικής αντίστασης, λαϊκής κινητοποίησης και αριστερής μαζικοποίησης μέσα σε συνθήκες κατοχής και πολέμου. Ο Γρηγόρης Λαμπράκης συμβολίζει τη δημοκρατική αντίσταση, την ειρηνιστική κινητοποίηση και την προδικτατορική σύγκρουση με ένα βαθύ κράτος θεσμικής ανωμαλίας. Το ΠΑΣΟΚ της Αλλαγής συνδέθηκε με κοινωνική ένταξη, κρατική διεύρυνση, αναγνώριση αποκλεισμένων στρωμάτων και εκρηκτική μαζικοποίηση της Μεταπολίτευσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ του 2015-2019 υπήρξε κόμμα κρίσης, διαμαρτυρίας και κατόπιν αναγκαστικής κυβερνητικής προσαρμογής. Η σύνδεσή τους απαιτεί θεωρητική προσοχή. Δεν μπορεί να γίνεται με απλή παράθεση.

Το πρόβλημα της ΕΛ.Α.Σ. είναι ότι διεκδικεί μνήμη από πεδία που δεν είναι πολιτικά αδέσποτα. Η μνήμη της Αλλαγής έχει ακόμη ενεργό θεσμικό φορέα: το ΠΑΣΟΚ. Μπορεί το ΠΑΣΟΚ να μη διαθέτει πλέον την κοινωνική ισχύ της δεκαετίας του 1980, όμως εξακολουθεί να φέρει το όνομα, τη συμβολική συνέχεια, την οργανωτική υπόσταση και την αξίωση εκπροσώπησης αυτής της παράδοσης. Όταν η ΕΛ.Α.Σ. επικαλείται το ΠΑΣΟΚ της Αλλαγής, δεν μπαίνει απλώς σε διάλογο με το παρελθόν· μπαίνει σε ανταγωνισμό ιδιοκτησίας μνήμης με ένα υπαρκτό κόμμα. Το ερώτημα γίνεται τότε οξύ: ποιος δικαιούται να μεταφράσει σήμερα την Αλλαγή; Εκείνος που φέρει την οργανωτική της συνέχεια ή εκείνος που επιχειρεί να διασώσει το κοινωνικό της φορτίο από αυτό που θεωρεί θεσμική και πολιτική της εξάντληση;

Αυτή η σύγκρουση μνήμης δεν μπορεί να λυθεί με συναισθηματικούς όρους. Το ΠΑΣΟΚ της Αλλαγής υπήρξε συγκεκριμένο ιστορικό φαινόμενο. Δεν ήταν γενική ιδέα προόδου. Ήταν κόμμα μαζικής ένταξης, ισχυρού κράτους, αναδιανομής, κοινωνικής αναγνώρισης, λαϊκής συμμετοχής, αλλά και πελατειακής ενσωμάτωσης, δημοσιονομικής επέκτασης και κρατικιστικής κουλτούρας. Όποιος επικαλείται σήμερα την Αλλαγή πρέπει να πει ποιο μέρος της κρατά και ποιο εγκαταλείπει. Αν κρατά μόνο τη συναισθηματική της δύναμη, η επίκληση γίνεται ρητορική. Αν επιχειρεί να αναπαραγάγει το μοντέλο της, αγνοεί τις συνθήκες της σημερινής οικονομίας. Αν τη μεταφράζει σε σύγχρονο κοινωνικό κράτος, παραγωγική αναβάθμιση, θεσμική λογοδοσία και δίκαιη ανάπτυξη, τότε η αναφορά αποκτά νόημα. Η ΕΛ.Α.Σ. θα κριθεί από αυτή τη μετάφραση.

Η επίκληση των μακρινότερων αριστερών και δημοκρατικών μνημών έχει άλλη δυσκολία. Οι σημερινοί ψηφοφόροι δεν έχουν όλοι ζωντανή ταυτοτική σχέση με τη δεκαετία του 1960, την προδικτατορική Αριστερά, τον Λαμπράκη ή τους ιστορικούς αγώνες που συγκρότησαν την πολιτική συνείδηση προηγούμενων γενεών. Η μνήμη αυτή μπορεί να συγκινεί, να προσδίδει κύρος, να δημιουργεί ηθικό βάθος. Δεν παράγει όμως αυτομάτως εκλογική ταύτιση σε μια κοινωνία όπου το πολιτικό βίωμα οργανώνεται γύρω από το εισόδημα, το ενοίκιο, την εργασιακή αβεβαιότητα, την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών, τη φορολογική πίεση, την πρόσβαση στην υγεία, την αγωνία των νέων να αυτονομηθούν. Η ΕΛ.Α.Σ. πρέπει να προσέξει ώστε η ιστορική επίκληση να μη λειτουργήσει ως γλώσσα παλαιότερων γενεών προς νεότερα ακροατήρια που ζητούν άλλου τύπου απαντήσεις.

Το πιο δύσκολο σημείο είναι η μνήμη του ΣΥΡΙΖΑ. Εδώ η ΕΛ.Α.Σ. δεν επικαλείται απλώς μια μακρινή παράδοση, αλλά την αμέσως προηγούμενη πολιτική εμπειρία του ίδιου του ιδρυτή της. Αυτό δημιουργεί ένα πρόβλημα σχεδόν θεμελιακό. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ του 2015-2019 αποτελεί θετική καταβολή, τότε η ΕΛ.Α.Σ. πρέπει να εξηγήσει γιατί εγκαταλείπεται ο φορέας που την ενσάρκωσε. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί εμπειρία αντιφατική, τότε πρέπει να γίνει σαφές τι κρατά η νέα παράταξη και τι απορρίπτει. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί εμπειρία εξαντλημένη, τότε η αναφορά του ως ιδρυτικού κρίκου αποδυναμώνει τη νέα αρχή. Δεν μπορεί ένα κόμμα να εμφανίζεται ταυτόχρονα ως κληρονόμος και ως υπέρβαση χωρίς να αποσαφηνίζει τη σχέση κληρονομιάς και ρήξης.

Αυτό το ζήτημα είναι πολιτικά βαρύ, διότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν απέτυχε μόνο εκλογικά. Απέτυχε να γίνει μαζικός παραταξιακός οργανισμός. Παρέμεινε, παρά την κυβερνητική του εμπειρία και τη διεύρυνση που επιχειρήθηκε μετά το 2019, κόμμα με περιορισμένη κοινωνική ενσωμάτωση. Η ΕΛ.Α.Σ. δεν μπορεί να χρησιμοποιεί την κυβερνητική εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ ως κύρος και ταυτόχρονα να παρακάμπτει την οργανωτική του αποτυχία. Η πολιτική μνήμη δεν είναι επιλεκτικό απόθεμα. Περιλαμβάνει και τα επιτεύγματα και τα όρια. Η σοβαρή παράταξη δεν διαλέγει μόνο τις ένδοξες σελίδες της καταγωγής της. Αναλαμβάνει και τις δύσκολες.

Η ΕΛ.Α.Σ. επομένως βρίσκεται μπροστά σε μια άσκηση πολιτικής φιλολογίας και πολιτικής επιστήμης ταυτόχρονα: πρέπει να μετατρέψει την ιστορία από κατάλογο συμβόλων σε λειτουργικό κριτήριο ταυτότητας. Αν επικαλείται το ΕΑΜ, πρέπει να πει τι σημαίνει σήμερα λαϊκή συμμετοχή. Αν επικαλείται τον Λαμπράκη, πρέπει να πει τι σημαίνει σήμερα δημοκρατική λογοδοσία και θεσμική αντίσταση στην αυθαιρεσία. Αν επικαλείται την Αλλαγή, πρέπει να πει τι σημαίνει σήμερα κοινωνική άνοδος χωρίς δημοσιονομικό εκτροχιασμό και χωρίς κρατικιστική αδράνεια. Αν επικαλείται τον ΣΥΡΙΖΑ, πρέπει να πει τι έμαθε από τη σύγκρουση ανάμεσα στη ριζοσπαστική υπόσχεση και στην κυβερνητική εφαρμογή. Διαφορετικά, η ιστορία γίνεται σκηνικό.

Το κείμενο της ιδρυτικής διακήρυξης, όπως παρουσιάστηκε στον δημόσιο λόγο, επιδιώκει να προσδώσει στην ΕΛ.Α.Σ. χαρακτήρα κοινωνικής, δημοκρατικής και πατριωτικής ανασύνταξης, με έμφαση στο δίκιο, την αξιοπρέπεια και τη νέα εθνική πυξίδα. Αυτή η γλώσσα μπορεί να λειτουργήσει ως πλαίσιο ευρείας συσπείρωσης. Όμως η ευρεία γλώσσα έχει πάντοτε ένα κόστος: όσο περισσότερα θέλει να χωρέσει, τόσο πιο πολύ κινδυνεύει να αποδυναμώσει την ακριβή πολιτική της αιχμή. Η ιστορική μνήμη μπορεί να δώσει βάθος στο κόμμα, αλλά δεν μπορεί να απαντήσει μόνη της στο ερώτημα της σημερινής κυβερνητικής του ταυτότητας.

Η τελική αποτίμηση είναι ότι η ΕΛ.Α.Σ. επιχειρεί να κερδίσει όχι μόνο ψηφοφόρους, αλλά και το δικαίωμα να αφηγηθεί εκ νέου την προοδευτική ιστορία της χώρας. Αυτό είναι φιλόδοξο, αλλά επικίνδυνο. Η ιστορία δεν είναι ουδέτερο πεδίο. Έχει φορείς, τραύματα, ιδιοκτήτες, αντιφάσεις, ασυνέχειες. Η νέα παράταξη μπορεί να συνομιλήσει με την ιστορία μόνο αν την αντιμετωπίσει ως πεδίο ευθύνης και όχι ως αποθήκη νομιμοποιητικών συμβόλων.