Τα μεγάλα κόμματα δεν γίνονται μεγάλα επειδή απλώς διαθέτουν προβεβλημένους ιδρυτές, ευρύ τίτλο, συμβολικά φορτισμένη διακήρυξη ή αρχική δημοσιότητα. Γίνονται μεγάλα όταν η συγκυρία μέσα στην οποία γεννιούνται έχει τέτοια κοινωνική και θεσμική πυκνότητα, ώστε η κομματική μορφή να εμφανίζεται ως αναγκαίο όχημα ένταξης, εκπροσώπησης και συλλογικής προσδοκίας. Η ΕΛ.Α.Σ. ιδρύθηκε ήδη ως πολιτικό γεγονός, με ονομασία, διακήρυξη και δημόσια παρουσίαση· αυτό όμως δεν αρκεί για να απαντήσει στο ερώτημα της ιστορικής της αναγκαιότητας.
Η αναφορά στο 1974 είναι αναπόφευκτη, διότι εκεί βρίσκεται το πρότυπο της γνήσιας κομματικής γένεσης στη Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία. Η μεταπολιτευτική στιγμή δεν ήταν απλώς αλλαγή κυβέρνησης ή μετατόπιση εκλογικών συσχετισμών. Ήταν ανασύσταση του πολιτεύματος, επανένταξη αποκλεισμένων πολιτικών δυνάμεων, αποκατάσταση του κοινοβουλευτισμού, διεύρυνση της πολιτικής συμμετοχής και αναδιοργάνωση των συλλογικών ταυτοτήτων μετά από αυταρχική εκτροπή. Τα κόμματα που γεννήθηκαν τότε δεν εξέφρασαν μόνο προγράμματα· εξέφρασαν κοινωνίες που ζητούσαν πολιτική μορφή. Το ΠΑΣΟΚ δεν έγινε μαζικό κόμμα επειδή διέθετε απλώς χαρισματική ηγεσία ή εύστοχη ρητορική. Έγινε μαζικό κόμμα επειδή συνάντησε στρώματα που ζητούσαν αναγνώριση, άνοδο, ένταξη στο κράτος και συμμετοχή στη νέα δημοκρατική εποχή. Η Νέα Δημοκρατία, επίσης, δεν ήταν απλώς οργανωτική συνέχεια της Δεξιάς, αλλά φορέας σταθεροποίησης της μεταπολιτευτικής κανονικότητας. Η κομματική μορφή το 1974 αντιστοιχούσε σε θεσμικό και κοινωνικό βάθος.
Η ΕΛ.Α.Σ. δεν γεννιέται μέσα σε ανάλογη συνθήκη. Η σημερινή Ελλάδα δεν βρίσκεται σε καθεστωτική μετάβαση, ούτε σε στιγμή επανίδρυσης της δημοκρατίας, ούτε σε φάση όπου μεγάλα κοινωνικά σώματα εισέρχονται για πρώτη φορά στη νόμιμη πολιτική ζωή. Βρίσκεται σε περίοδο κοινωνικής κόπωσης, οικονομικής πίεσης, φθοράς της κυβερνητικής κυριαρχίας, αποδυνάμωσης του ΣΥΡΙΖΑ και ανεπαρκούς ηγεμονικής ανάταξης του ΠΑΣΟΚ. Αυτή η συγκυρία παράγει πολιτική ευκαιρία, όχι όμως αυτομάτως ιστορική γένεση. Η διαφορά είναι ουσιώδης. Η ευκαιρία επιτρέπει σε έναν νέο φορέα να εμφανιστεί. Η ιστορική γένεση καθιστά έναν νέο φορέα σχεδόν αναγκαίο. Η ΕΛ.Α.Σ. βρίσκεται ακόμη στο πρώτο επίπεδο. Πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να περάσει στο δεύτερο.
Η σύντομη περίοδος που μεσολάβησε από την παραίτηση Τσίπρα το 2023 έως την ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ. δεν λειτούργησε ως μακρά κοινωνική ζύμωση αντίστοιχη με τις μεγάλες ιδρυτικές περιόδους κομμάτων. Υπήρξε περισσότερο διάστημα αναμονής, αποστασιοποίησης, επανατοποθέτησης και πολιτικής προετοιμασίας. Αυτό δεν είναι από μόνο του πρόβλημα νομιμότητας· είναι όμως πρόβλημα ιστορικού βάθους. Μια παράταξη που διεκδικεί να καλύψει χώρο από το Κέντρο έως τη ριζοσπαστική Αριστερά δεν αρκεί να εμφανιστεί μετά από μια «αγρανάπαυση» του ιδρυτή της. Πρέπει να δείξει ότι στο μεταξύ έχει παραχθεί κάτι περισσότερο από προσωπικός απολογισμός και οργανωτική επανεκκίνηση: νέα κοινωνική διάγνωση, νέα προγραμματική σύνθεση, νέα οργανωτική αντίληψη, νέα σχέση με τα στρώματα που αισθάνονται πολιτικά ακάλυπτα.
Η μεγάλη αδυναμία του εγχειρήματος είναι ότι ιδρύεται πάνω στο έδαφος μιας αποτυχίας που δεν έχει ακόμη αναλυθεί επαρκώς: της αποτυχίας του ΣΥΡΙΖΑ να μετατραπεί σε μαζική προοδευτική παράταξη μετά το 2019. Ο ίδιος ο Τσίπρας είχε επιχειρήσει αυτή τη μετάβαση. Η Προοδευτική Συμμαχία, η αναζήτηση διεύρυνσης, η προσέγγιση στελεχών εκτός στενού συριζαϊκού χώρου και η προσπάθεια εγκατάστασης σε ευρύτερη Κεντροαριστερά υπήρξαν στοιχεία αυτής της στρατηγικής. Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ παρέμεινε κόμμα εκλογικής επιρροής χωρίς αντίστοιχη κομματική μαζικότητα. Είχε ψηφοφόρους, όχι όμως ανάλογη κοινωνική ένταξη. Είχε αρχηγική αναγνωρισιμότητα, όχι όμως παράταξη με αυτοτελή οργανωτική ζωή. Είχε στελέχη, όχι όμως πλατιά και ανθεκτική κομματική κοινωνία.
Αυτό δημιουργεί ένα αυστηρό ερώτημα για την ΕΛ.Α.Σ. Αν ο προηγούμενος φορέας δεν μπόρεσε να γίνει μαζική παράταξη όταν διέθετε κυβερνητικό παρελθόν, κοινοβουλευτική υπόσταση, εκλογικό ακροατήριο και την ηγεσία του ίδιου πολιτικού προσώπου, γιατί το νέο κόμμα θα το πετύχει τώρα; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν φθαρμένος ή εσωτερικά δυσκίνητος. Αυτό εξηγεί την ανάγκη απομάκρυνσης, όχι την εγγύηση επιτυχίας. Η ΕΛ.Α.Σ. πρέπει να παρουσιάσει νέα λογική οργάνωσης: πώς θα παράγει μέλη, όχι απλώς υποστηρικτές· πώς θα αποκτήσει τοπική παρουσία, όχι μόνο ψηφιακή εγγραφή· πώς θα συνδεθεί με επαγγελματικούς χώρους, κοινωνικούς φορείς και περιφέρεια· πώς θα αποφύγει να γίνει κόμμα κορυφής με μαζική ρητορική.
Η ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ. έχει ασφαλώς πολιτικό βάρος. Αναδιατάσσει τον χώρο, πιέζει το ΠΑΣΟΚ, επιτείνει την κρίση του ΣΥΡΙΖΑ, δημιουργεί νέο σημείο αναφοράς για τμήματα του εκλογικού σώματος που αναζητούν ισχυρό αντιπολιτευτικό φορέα. Όμως το γεγονός ότι ένα κόμμα προκαλεί αναταραχή δεν σημαίνει ότι έχει ήδη θεμελιώσει παράταξη. Η παράταξη δεν είναι επικοινωνιακό αποτέλεσμα. Είναι σχέση διάρκειας ανάμεσα σε κοινωνικά στρώματα, ιδέες, οργανώσεις, ιστορική μνήμη και δυνατότητα εξουσίας. Η ΕΛ.Α.Σ. διαθέτει ακόμη περισσότερο το πρώτο στοιχείο —την ορατότητα— και λιγότερο τα υπόλοιπα.
Πρόσφατα σχόλια