Η αγροτική πολιτική στην Ευρώπη εισέρχεται σε μια περίοδο αναθεώρησης, κατά την οποία η παραδοχή της ουδετερότητας των αγορών τροφίμων τίθεται πλέον υπό αμφισβήτηση. Το υπόδειγμα στο οποίο στηρίχθηκε η Κοινή Αγροτική Πολιτική τις τελευταίες δεκαετίες, δηλαδή η σταδιακή προσαρμογή της γεωργίας στους κανόνες του παγκόσμιου εμπορίου με ταυτόχρονη εισοδηματική αντιστάθμιση, αποδεικνύεται ανεπαρκές σε συνθήκες συστημικής αστάθειας. Η γεωργία δεν λειτουργεί πλέον σε περιβάλλον σχετικής προβλεψιμότητας, αλλά σε ένα διεθνές σύστημα όπου οι εμπορικές ροές, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις και οι περιβαλλοντικοί περιορισμοί αλληλεπιδρούν με τρόπο μη γραμμικό.
Η έννοια του «ουδέτερου» αγροτικού μοντέλου προϋπέθετε ότι η αγορά μπορεί να κατανείμει αποτελεσματικά τους πόρους, εφόσον συνοδεύεται από περιορισμένες διορθωτικές παρεμβάσεις. Η τρέχουσα διεθνής συγκυρία αποδομεί αυτή την παραδοχή. Οι εμπορικές συμφωνίες, οι κυρώσεις, οι περιορισμοί εξαγωγών και οι επιλεκτικές επιδοτήσεις μετατρέπουν το εμπόριο τροφίμων σε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης. Η αγροτική παραγωγή εντάσσεται όλο και περισσότερο στη σφαίρα της στρατηγικής οικονομίας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια διπλή πρόκληση. Από τη μία πλευρά, δεσμεύεται σε διεθνείς κανόνες εμπορίου και σε πολιτικές ανοικτών αγορών· από την άλλη, καλείται να διασφαλίσει την επιβίωση του αγροτικού της τομέα υπό αυστηρότερες ρυθμιστικές και περιβαλλοντικές απαιτήσεις. Η αντίφαση αυτή εκδηλώνεται με ιδιαίτερη ένταση στις σχέσεις με τρίτες χώρες, όπου τα ευρωπαϊκά προϊόντα ανταγωνίζονται αγαθά που παράγονται με χαμηλότερο κόστος και χαλαρότερες προδιαγραφές.
Η αναθεώρηση της ΚΑΠ μετά το 2023 επιχειρεί να ενσωματώσει περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς στόχους, χωρίς όμως να επιλύει πλήρως το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας. Οι άμεσες ενισχύσεις, αν και εξακολουθούν να αποτελούν βασικό εργαλείο στήριξης, δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν τις δομικές ανισορροπίες του παγκόσμιου εμπορίου. Η έλλειψη ουσιαστικών μηχανισμών προστασίας από αθέμιτο ανταγωνισμό εντείνει την αίσθηση αδικίας στους παραγωγούς.
Οι αγροτικές κινητοποιήσεις της τελευταίας περιόδου συνδέονται άμεσα με αυτή τη διαπίστωση. Οι αγρότες αντιλαμβάνονται ότι η αγροτική πολιτική δεν λειτουργεί πλέον ως δίχτυ ασφαλείας, αλλά ως μηχανισμός μετακύλισης κινδύνου. Η αβεβαιότητα για το μέλλον της παραγωγής, σε συνδυασμό με τη μεταβλητότητα των διεθνών αγορών, δημιουργεί συνθήκες κοινωνικής αποσταθεροποίησης. Η γεωργία καθίσταται έτσι πεδίο πολιτικής διαπραγμάτευσης με αυξημένο συμβολικό και πρακτικό βάρος.
Η ελληνική γεωργία βιώνει αυτές τις εξελίξεις με ενισχυμένη ένταση. Η περιορισμένη κλίμακα εκμεταλλεύσεων, η χαμηλή διαπραγματευτική ισχύς και η εξάρτηση από εισαγόμενες αγορές καθιστούν τον τομέα ιδιαίτερα ευάλωτο. Η απουσία συνεκτικής εθνικής στρατηγικής εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου επιτείνει την αίσθηση ότι η χώρα λειτουργεί περισσότερο ως αποδέκτης πολιτικών παρά ως διαμορφωτής τους.
Σε διεθνές επίπεδο, παρατηρείται μια σαφής τάση επαναπολιτικοποίησης της αγροτικής παραγωγής. Κράτη και ενώσεις επενδύουν σε μηχανισμούς προστασίας, στρατηγικής αποθεματοποίησης και ελέγχου κρίσιμων αλυσίδων αξίας. Η αγροτική πολιτική μετατρέπεται σε εργαλείο διαχείρισης κινδύνου και όχι απλώς σε μέσο αναδιανομής εισοδήματος. Αυτή η μετατόπιση υπονομεύει το αφήγημα της πλήρους απελευθέρωσης των αγορών.
Το τέλος του «ουδέτερου» αγροτικού μοντέλου δεν συνεπάγεται επιστροφή στον απομονωτισμό. Σηματοδοτεί την ανάγκη για ρεαλιστική αναθεώρηση των κανόνων του παιχνιδιού. Η αγροτική πολιτική καλείται να αναγνωρίσει ότι οι αγορές λειτουργούν εντός πολιτικών και γεωπολιτικών πλαισίων, τα οποία δεν μπορούν να αγνοηθούν. Η ενσωμάτωση αυτής της παραδοχής αποτελεί προϋπόθεση για τη διαμόρφωση βιώσιμων και κοινωνικά αποδεκτών πολιτικών.
Η ουσιαστική επικαιροποίηση της ΚΑΠ απαιτεί μετατόπιση από την παθητική προσαρμογή στη στρατηγική παρέμβαση. Η διασφάλιση παραγωγικής ικανότητας, η ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης των παραγωγών και η προστασία από ακραίες διακυμάνσεις των αγορών αποτελούν κρίσιμους άξονες. Σε έναν κόσμο όπου το εμπόριο τροφίμων καθίσταται ολοένα και περισσότερο πολιτικό, η αγροτική πολιτική αναδεικνύεται σε πυλώνα οικονομικής και κοινωνικής σταθερότητας.
Πρόσφατα σχόλια