Η παραδοσιακή αμερικανική στρατηγική μετά το 1945 αντιμετώπιζε μεγάλο μέρος του κόστους της συμμαχικής ηγεσίας ως επένδυση σε ένα διεθνές σύστημα από το οποίο οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες αντλούσαν δυσανάλογα οφέλη. Το America First αμφισβητεί ακριβώς αυτή τη λογική της έμμεσης απόδοσης. Ζητεί περισσότερο ορατή αντιστοίχιση ανάμεσα στην αμερικανική παροχή ασφάλειας και στη συγκεκριμένη οικονομική, στρατιωτική και γεωπολιτική συνεισφορά του εταίρου. Δεν εγκαταλείπει κατ’ ανάγκην τις συμμαχίες· επιχειρεί να αλλάξει τους όρους υπό τους οποίους θεωρούνται πολύτιμες.
Για να κατανοηθεί η έκταση της αλλαγής, πρέπει πρώτα να αποσαφηνιστεί γιατί οι ΗΠΑ αποδέχθηκαν επί δεκαετίες μια φαινομενικά άνιση κατανομή βαρών. Το ΝΑΤΟ δεν αποτελούσε φιλανθρωπική ασφάλιση της Δυτικής Ευρώπης από την Ουάσιγκτον. Μέσω της συμμαχίας οι Ηνωμένες Πολιτείες εμπόδιζαν την ανάδυση ευρωπαϊκής ηγεμονικής δύναμης εχθρικής προς αυτές, διατηρούσαν προωθημένη στρατιωτική παρουσία, αποκτούσαν βάσεις, πληροφορίες και εναέρια ή θαλάσσια πρόσβαση, διαμόρφωναν στρατιωτικά πρότυπα, ενίσχυαν την αμερικανική αμυντική βιομηχανία και αποκτούσαν πολιτική επιρροή πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που θα παρήγαγε ένας απλός διμερής συσχετισμός ισχύος. Η εγγύηση ασφάλειας δεν ήταν συνεπώς καθαρό κόστος. Ήταν μηχανισμός μέσω του οποίου η αμερικανική ισχύς οργανωνόταν σε διεθνή τάξη.
Αυτή είναι η ουσία της ηγεμονικής λογικής που κυριάρχησε μετά το 1945: ο ηγεμόνας συχνά πληρώνει δυσανάλογο μέρος του κόστους επειδή τα οφέλη του δεν αποτυπώνονται μόνο στον ετήσιο αμυντικό προϋπολογισμό. Περιλαμβάνουν την αποτροπή πολέμων, την επιρροή επί των κανόνων, τη χρήση του δικού του νομίσματος και των χρηματοπιστωτικών θεσμών, την προνομιακή πρόσβαση σε στρατηγικές υποδομές και την ύπαρξη συμμάχων που μπορούν να πολλαπλασιάσουν την ισχύ του. Γι’ αυτό και το «ποιος πληρώνει περισσότερο» δεν αποτελούσε ποτέ πλήρη μέτρηση του ποιος ωφελείται περισσότερο.
Το America First δεν αγνοεί όλες αυτές τις ωφέλειες, αλλά είναι εμφανώς δυσπιστότερο απέναντι στην αφαίρεσή τους. Το National Security Strategy του 2025 διακήρυξε ότι τελείωσε η εποχή κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες «στήριζαν ολόκληρη την παγκόσμια τάξη σαν τον Άτλαντα» και όρισε ως στόχο το burden-sharing και, ακόμη σαφέστερα, το burden-shifting: πλούσιοι σύμμαχοι πρέπει να αναλάβουν την πρωταρχική ευθύνη για τις περιφέρειές τους. Η National Defense Strategy του 2026 μετατρέπει την αρχή σε επιχειρησιακό δόγμα. Δηλώνει ρητά ότι «ours is not a strategy of isolation», αλλά προβλέπει ότι στην Ευρώπη και σε άλλα θέατρα οι σύμμαχοι θα αναλάβουν την ηγεσία απέναντι σε απειλές που είναι σοβαρότερες γι’ αυτούς απ’ ό,τι για τις ΗΠΑ, με «critical but more limited support» από την Ουάσιγκτον.
Η διατύπωση έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από μια ακόμη απαίτηση για αυξημένες ευρωπαϊκές αμυντικές δαπάνες. Σηματοδοτεί μετατόπιση του αμερικανικού ρόλου από security provider of first resort προς strategic backstop σε ορισμένες περιφέρειες. Με απλούστερους όρους, ο σύμμαχος δεν καλείται πλέον απλώς να βοηθά περισσότερο τις Ηνωμένες Πολιτείες να εγγυώνται την περιφερειακή ασφάλεια. Καλείται να καταστεί ο ίδιος πρωτεύων παραγωγός της ασφάλειάς του, ενώ οι ΗΠΑ διατηρούν κρίσιμες δυνατότητες —πυρηνική αποτροπή, πληροφορίες, στρατηγική μεταφορά, command-and-control, τεχνολογία, αεροπορική και ναυτική ισχύ— που συμπληρώνουν το περιφερειακό σύστημα.
Αυτό το μοντέλο είναι ήδη ορατό στο ΝΑΤΟ. Η Συμμαχία επαναβεβαίωσε στην Άγκυρα, στις 8 Ιουλίου 2026, την «ironclad commitment» στο Article 5 και επανέλαβε χωρίς αμφισημία ότι επίθεση κατά ενός αποτελεί επίθεση κατά όλων. Ταυτόχρονα, σημείωσε ότι οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι και ο Καναδάς είχαν αυξήσει από τη Σύνοδο της Χάγης τις επενδύσεις τους στις βασικές αμυντικές απαιτήσεις κατά περισσότερο από 139 δισ. δολάρια και ότι αναλαμβάνουν ολοένα μεγαλύτερη ευθύνη για την ασφάλεια της ηπείρου. Το σημαντικό, επομένως, είναι ότι η ενίσχυση του ευρωπαϊκού πυλώνα δεν συνοδεύεται μέχρι στιγμής από τυπική αποδυνάμωση της συλλογικής εγγύησης. Το America First επιχειρεί να μεταβάλει την κατανομή των βαρών χωρίς να καταργήσει τη δομή της αποτροπής.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο ανακύπτει το θεωρητικά δυσκολότερο πρόβλημα. Στη θεωρία των συμμαχιών, κάθε κράτος αντιμετωπίζει δύο αντίθετους φόβους: abandonment και entrapment. Ο πρώτος είναι ο φόβος ότι ο σύμμαχος δεν θα εκπληρώσει την υπόσχεσή του όταν εμφανιστεί η κρίση. Ο δεύτερος είναι ότι η ίδια η συμμαχία θα παρασύρει το κράτος σε σύγκρουση που δεν εξυπηρετεί ζωτικά δικά του συμφέροντα. Η μεταπολεμική αμερικανική πολιτική είχε, σε γενικές γραμμές, επιλέξει να περιορίσει τον φόβο εγκατάλειψης των συμμάχων μέσω εξαιρετικά ισχυρών προκαταβολικών δεσμεύσεων: μόνιμες βάσεις, κοινές διοικήσεις, πυρηνική ομπρέλα, στρατιωτική διαλειτουργικότητα και υψηλή πολιτική ρητορική περί αδιάσπαστης συμμαχίας.
Η τραμπική συναλλακτικότητα χρησιμοποιεί σε μεγαλύτερο βαθμό τον φόβο εγκατάλειψης ως διαπραγματευτικό εργαλείο. Όταν ο σύμμαχος πιστεύει ότι η αμερικανική προστασία εξαρτάται από το εάν ανταποκρίνεται επαρκώς στις απαιτήσεις burden sharing, έχει ισχυρότερο κίνητρο να αυξήσει αμυντικές δαπάνες και παραγωγή. Από στενή διαπραγματευτική άποψη, η μέθοδος μπορεί να είναι αποτελεσματική, όπως δείχνει η εντυπωσιακή αύξηση των ευρωπαϊκών δεσμεύσεων. Το στρατηγικό πρόβλημα είναι ότι το ίδιο σήμα που ακούει ο σύμμαχος το ακούει και ο αντίπαλος. Εάν η Μόσχα ή το Πεκίνο θεωρήσουν ότι η αμερικανική δέσμευση είναι περισσότερο υπό όρους, ενδέχεται να πιστέψουν ότι μπορούν να δοκιμάσουν τα όρια της συμμαχικής συνοχής.
Εδώ διακρίνεται η διαφορά ανάμεσα στη διαπραγματευτική αβεβαιότητα και στην αποτρεπτική αβεβαιότητα. Η πρώτη μπορεί να ενισχύει τη θέση της Ουάσιγκτον απέναντι στους συμμάχους της. Η δεύτερη μπορεί να υπονομεύει την αποτροπή απέναντι στον αντίπαλο. Η επιτυχία του America First εξαρτάται συνεπώς από έναν λεπτό χειρισμό: να παράγει αρκετή ανασφάλεια ώστε οι σύμμαχοι να κινητοποιούνται, χωρίς να παράγει τόση ανασφάλεια ώστε οι αντίπαλοι να αμφιβάλλουν για τη συλλογική αντίδραση. Η ρητή επαναβεβαίωση του Article 5 στην Άγκυρα πρέπει να ιδωθεί ακριβώς υπό αυτό το πρίσμα — ως προσπάθεια να διατηρηθεί η αποτρεπτική βεβαιότητα ενώ η οικονομική και στρατιωτική σχέση επαναδιαπραγματεύεται.
Η συναλλακτικότητα έχει επιπλέον βιομηχανική διάσταση που οι κλασικές αναλύσεις περί «απομονωτισμού Trump» συχνά χάνουν. Η America First Arms Transfer Strategy του Φεβρουαρίου 2026 δηλώνει ότι οι πωλήσεις όπλων πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα για την εξωτερική πολιτική, την ενίσχυση της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανικής βάσης, την αύξηση παραγωγικής δυναμικότητας και την επιβράβευση εταίρων που επενδύουν περισσότερο στη δική τους άμυνα. Η συμμαχική σχέση αποκτά επομένως τριπλό λογιστικό ισοζύγιο: στρατιωτική συνεισφορά, γεωπολιτική χρησιμότητα και οικονομική απόδοση για την αμερικανική παραγωγή.
Αυτή η αλλαγή δημιουργεί έναν ιδιαίτερο τύπο γεωοικονομικού συμμαχικού συστήματος. Η στρατιωτική διαλειτουργικότητα συνδέεται περισσότερο με την αγορά αμερικανικών οπλικών συστημάτων· η πρόσβαση σε προηγμένη τεχνολογία μπορεί να χρησιμοποιείται ως κίνητρο για μεγαλύτερη πολιτική ευθυγράμμιση· οι εξαγωγικοί έλεγχοι, η αμυντική παραγωγή και η εμπορική μεταχείριση ενσωματώνονται στη στρατηγική σχέση. Το NSS του 2025 μάλιστα συνδέει ρητά ευνοϊκότερη εμπορική, τεχνολογική και αμυντική μεταχείριση με εταίρους που αναλαμβάνουν μεγαλύτερη περιφερειακή ευθύνη. Η συμμαχία συνεπώς παύει να αποτελεί διακριτό «στρατιωτικό» πεδίο. Μετατρέπεται σε ευρύτερο πακέτο ανταλλαγής πρόσβασης, ασφάλειας, τεχνολογίας, αγορών και παραγωγικής συνεργασίας.
Το μοντέλο έχει σοβαρά πλεονεκτήματα. Μια Ευρώπη με πολύ μεγαλύτερη συμβατική στρατιωτική ισχύ καθιστά τη διατλαντική συμμαχία ανθεκτικότερη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα τον στρατηγικό ανταγωνισμό με την Κίνα, την ασφάλεια του δυτικού ημισφαιρίου, την πυρηνική αποτροπή και επαναλαμβανόμενες κρίσεις στη Μέση Ανατολή. Η υπόθεση ότι μπορούν επ’ αόριστον να διατηρούν σχεδόν το ίδιο επίπεδο πρωτεύουσας στρατιωτικής ευθύνης σε όλες τις περιφέρειες είναι όλο και λιγότερο ρεαλιστική. Εάν το America First αναγκάσει εύπορους συμμάχους να παράγουν μεγαλύτερο μέρος των δικών τους δυνατοτήτων, μπορεί να διορθώσει μια πραγματική αδυναμία του μεταψυχροπολεμικού συστήματος.
Παράλληλα όμως δημιουργεί ένα παράδοξο. Όσο περισσότερο επιτυγχάνει η στρατηγική της Ουάσιγκτον να καταστήσει την Ευρώπη στρατιωτικά αυτάρκη, τόσο περισσότερο δημιουργεί τις υλικές προϋποθέσεις για πραγματική ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία. Ένας σύμμαχος που επί δεκαετίες εξαρτάται από αμερικανικές δυνατότητες έχει περιορισμένο περιθώριο να αποκλίνει από την αμερικανική στρατηγική. Ένας σύμμαχος που διαθέτει δική του αμυντική βιομηχανία, αποθέματα, διοίκηση, ISR, drones, αεράμυνα και μακράς ακτίνας πλήγματα μπορεί να γίνει καλύτερος εταίρος — αλλά και πιο αυτόνομος πολιτικός δρων. Το America First, επομένως, μπορεί να δημιουργήσει ακριβώς εκείνη την ευρωπαϊκή αυτενέργεια που παραδοσιακά η αμερικανική ηγεμονία περιόριζε.
Υπάρχει και ένα ακόμη βαθύτερο ζήτημα: οι συμμαχίες παράγουν αξία επειδή περιορίζουν τη συναλλακτικότητα. Η διαρκής συνεργασία επιτρέπει σε ένα κράτος να μη διαπραγματεύεται από μηδενική βάση κάθε φορά που εμφανίζεται κρίση. Οι κοινές διαδικασίες, οι διοικήσεις, οι στρατιωτικές υποδομές και η προσδοκία αμοιβαιότητας μειώνουν το transaction cost της διεθνούς ασφάλειας. Εάν κάθε δέσμευση επανανοηματοδοτείται ως νέα διαπραγμάτευση, το σύστημα αρχίζει να χάνει ακριβώς το πλεονέκτημα που διαφοροποιεί μια συμμαχία από έναν περιστασιακό συνασπισμό.
Γι’ αυτό η μακροπρόθεσμη επιτυχία του America First δεν θα κριθεί απλώς από το εάν πέτυχε υψηλότερα ποσοστά αμυντικών δαπανών. Αυτό είναι σημαντικό αλλά ανεπαρκές κριτήριο. Θα κριθεί από το εάν καταφέρει να δημιουργήσει συμμάχους ισχυρότερους και περισσότερο αυτάρκεις χωρίς να καταστρέψει την προσδοκία ότι η αμερικανική δέσμευση παραμένει σταθερή όταν το κόστος της πραγματικής κρίσης γίνει υψηλό. Εάν επιτευχθούν και τα δύο, η τραμπική περίοδος μπορεί να καταγραφεί όχι ως διάλυση αλλά ως βίαιη εξισορρόπηση της μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής. Εάν επιτευχθεί μόνο το πρώτο, οι ΗΠΑ μπορεί να ανακαλύψουν ότι απέκτησαν συμμάχους που δαπανούν περισσότερο, αλλά εμπιστεύονται λιγότερο.
Το America First επομένως δεν καταργεί τη συμμαχία. Επανακαθορίζει το τίμημά της. Και αυτή η μεταβολή είναι πιθανώς βαθύτερη από οποιαδήποτε συγκεκριμένη διαφωνία του Trump με ένα ευρωπαϊκό κράτος, επειδή μεταφέρει το κέντρο βάρους της αμερικανικής στρατηγικής από την παροχή διεθνούς τάξης προς τη διαχείριση ενός δικτύου υπό όρους συνεργασιών. Το εάν το νέο σύστημα θα αποδειχθεί αποτελεσματικότερο θα εξαρτηθεί από το εάν η ισχύς μιας συμμαχίας προκύπτει κυρίως από το μέγεθος των στρατιωτικών συνεισφορών ή από την πολιτική βεβαιότητα ότι, όταν η αποτροπή αποτύχει, οι δεσμεύσεις δεν θα επαναδιαπραγματευτούν τη στιγμή που θα πρέπει να εκπληρωθούν.
Πρόσφατα σχόλια