Η σημασία του «America First» για τις σινοαμερικανικές σχέσεις δεν περιορίζεται στη χρήση δασμών ούτε μπορεί να εξαντληθεί στην κλασική έννοια του προστατευτισμού. Η βαθύτερη μεταβολή συνίσταται στην επανασύνδεση της οικονομικής πολιτικής με τη μεγάλη στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών.  Η Κίνα αποτελεί το σημαντικότερο πεδίο εφαρμογής αυτής της μεταβολής επειδή συνδυάζει τεράστια οικονομική κλίμακα, προηγμένη βιομηχανική βάση, αυξανόμενες τεχνολογικές δυνατότητες και γεωπολιτική ισχύ. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο οικονομικός εθνικισμός του Τραμπ λειτουργεί λιγότερο ως επιστροφή στον παραδοσιακό δασμολογικό προστατευτισμό και περισσότερο ως απόπειρα αναδιοργάνωσης της αμερικανικής ισχύος γύρω από την έννοια της οικονομικής ασφάλειας.

Η κλασική μεταπολεμική αμερικανική στρατηγική είχε στηριχθεί σε σημαντικό βαθμό στην παραδοχή ότι η οικονομική ανοιχτότητα μπορούσε να λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής της αμερικανικής ισχύος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρείχαν πρόσβαση στη μεγαλύτερη καταναλωτική αγορά, υποστήριζαν τη σταδιακή απελευθέρωση του παγκόσμιου εμπορίου και αποκόμιζαν ταυτόχρονα οφέλη από την κεντρική θέση του δολαρίου, των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αμερικανικών επιχειρήσεων. Η άνοδος της Κίνας δημιούργησε όμως ένα πρόβλημα που το «America First» ερμηνεύει διαφορετικά από την παραδοσιακή θεωρία της φιλελεύθερης αλληλεξάρτησης: εάν η οικονομική ολοκλήρωση επιτρέπει σε έναν στρατηγικό ανταγωνιστή να αποκτήσει βιομηχανική κλίμακα, τεχνολογική τεχνογνωσία και κρίσιμες θέσεις στις αλυσίδες εφοδιασμού, τότε η αλληλεξάρτηση δεν αποτελεί μόνο πηγή αμοιβαίου πλούτου αλλά και πιθανή κατανομή στρατηγικών πλεονεκτημάτων.

Αυτή η λογική αποτυπώθηκε καθαρά στο «America First Trade Policy» του Ιανουαρίου 2025. Το κείμενο έθετε την εμπορική πολιτική στο πλαίσιο της οικονομικής και εθνικής ασφάλειας και διέτασσε επανεξέταση εμπορικών ελλειμμάτων, αθέμιτων πρακτικών και της εξάρτησης των Ηνωμένων Πολιτειών από ξένες πηγές κρίσιμων προϊόντων. Τον Απρίλιο του ίδιου έτους, το προεδρικό διάταγμα για τους «reciprocal tariffs» προχώρησε ακόμη περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι τα μεγάλα και επίμονα ελλείμματα αγαθών είχαν επιπτώσεις στη μεταποιητική βάση, στις κρίσιμες εφοδιαστικές αλυσίδες και στην αμερικανική αμυντική βιομηχανία. Αυτή αποτελεί θέση της κυβέρνησης Τραμπ και όχι καθολικά αποδεκτή οικονομική διάγνωση, αλλά αποκαλύπτει με σαφήνεια το θεωρητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η διοίκηση συνδέει τις εμπορικές ροές με την ισχύ του κράτους.

Από τη σκοπιά της μεγάλης στρατηγικής, η ουσιαστική καινοτομία είναι η μετατόπιση του κριτηρίου αξιολόγησης από την απόλυτη στην σχετική οικονομική ωφέλεια. Σε μια καθαρά φιλελεύθερη λογική, μια συναλλαγή θεωρείται επιτυχής όταν αυξάνει την ευημερία και των δύο πλευρών. Σε περιβάλλον έντονου στρατηγικού ανταγωνισμού, όμως, αποκτά σημασία και το ποιος αποκομίζει το μεγαλύτερο μακροχρόνιο όφελος, σε ποιους κλάδους και με ποιες συνέπειες για τη μελλοντική ισορροπία ισχύος. Εάν, για παράδειγμα, μια εμπορική σχέση μειώνει βραχυπρόθεσμα το κόστος για τους Αμερικανούς καταναλωτές αλλά δημιουργεί μακροχρόνια εξάρτηση από κινεζική παραγωγή σε κρίσιμα ορυκτά, προηγμένα ηλεκτρονικά ή άλλους στρατηγικούς κλάδους, η τραμπική προσέγγιση τείνει να θεωρεί ότι το κριτήριο της χαμηλότερης τιμής δεν επαρκεί.

Με αυτή την έννοια, η βιομηχανική βάση επανέρχεται στον πυρήνα της αμερικανικής στρατηγικής σκέψης. Η παραγωγή δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως πηγή απασχόλησης αλλά ως ικανότητα κινητοποίησης σε περιόδους κρίσης, ως φορέας τεχνογνωσίας, ως βάση τεχνολογικής καινοτομίας και ως στοιχείο στρατιωτικής ισχύος. Η εξάρτηση από εισαγωγές κρίσιμων πρώτων υλών έχει αντίστοιχα επαναπροσδιοριστεί ως στρατηγικό ζήτημα. Το 2026 η κυβέρνηση Τραμπ χρησιμοποίησε την Defense Production Act για να ενισχύσει τον έλεγχο κρίσιμων ορυκτών και υλικών, επικαλούμενη την ανάγκη ασφαλέστερων αλυσίδων εφοδιασμού για την εθνική άμυνα. Η ίδια λογική βρίσκεται πίσω από τους περιορισμούς επενδύσεων και τεχνολογικών ροών προς την Κίνα.

Το «America First» μεταβάλλει όμως και τη γεωγραφία της αμερικανικής στρατηγικής. Η κλασική γεωπολιτική επικεντρωνόταν σε στρατιωτικές βάσεις, συμμαχίες, θαλάσσιες οδούς και ισορροπίες εξοπλισμών. Η σημερινή γεωοικονομική διάσταση προσθέτει ένα δεύτερο επίπεδο: εργοστάσια ημιαγωγών, λιμάνια, δίκτυα δεδομένων, παραγωγή μπαταριών, κρίσιμα ορυκτά, χρηματοπιστωτικές ροές και αλυσίδες αξίας. Η ισχύς δεν βρίσκεται πλέον μόνο στο ποιος ελέγχει μια θαλάσσια δίοδο αλλά και στο ποιος διαθέτει την ικανότητα να διακόψει ή να ανακατευθύνει κρίσιμες εισροές. Ο σινοαμερικανικός ανταγωνισμός γίνεται έτσι ταυτόχρονα στρατιωτικός, βιομηχανικός, τεχνολογικός και χρηματοπιστωτικός.

Υπάρχει όμως μια ουσιαστική ένταση μέσα στην ίδια στρατηγική. Η αντιμετώπιση της Κίνας ως συστημικού οικονομικού ανταγωνιστή θα μπορούσε να ενισχύσει τη σημασία των αμερικανικών συμμαχιών, επειδή η αναδιάρθρωση των αλυσίδων εφοδιασμού απαιτεί εναλλακτικά παραγωγικά κέντρα και συντονισμό με προηγμένες οικονομίες. Από την άλλη πλευρά, η λογική του «America First» εφαρμόζει την απαίτηση αμοιβαιότητας όχι μόνο απέναντι στην Κίνα αλλά και απέναντι σε συμμάχους και εταίρους. Οι καθολικότερες δασμολογικές πρωτοβουλίες του 2025 κατέδειξαν ότι η εμπορική πολιτική της κυβέρνησης δεν οργανώνεται αποκλειστικά γύρω από ένα απλό δίπολο «ΗΠΑ και σύμμαχοι εναντίον Κίνας». Δημιουργείται συνεπώς μια στρατηγική εξίσωση στην οποία η Ουάσιγκτον επιδιώκει ταυτόχρονα να μειώσει κινεζικές εξαρτήσεις και να επαναδιαπραγματευθεί τους οικονομικούς όρους των σχέσεών της ακόμη και με φιλικά κράτη.

Αυτό το σημείο έχει ιδιαίτερη θεωρητική σημασία. Το «America First» δεν αποτελεί απλώς πολιτική εναντίον της Κίνας. Είναι μια διαφορετική θεωρία για τη σχέση ανάμεσα στην αμερικανική οικονομία και στον διεθνή ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών. Η μεταπολεμική αμερικανική στρατηγική ήταν διατεθειμένη σε αρκετές περιπτώσεις να αποδέχεται οικονομικές ασυμμετρίες εφόσον αυτές υποστήριζαν ένα ευρύτερο σύστημα συμμαχιών και αμερικανικής ηγεσίας. Η τραμπική προσέγγιση εμφανίζεται περισσότερο απρόθυμη να διαχωρίσει την οικονομική συναλλαγή από την πολιτική αμοιβαιότητα. Οι σχέσεις αξιολογούνται περισσότερο ως προς την άμεση συμβολή τους στην αμερικανική παραγωγική ισχύ, την απασχόληση, την ασφάλεια των αλυσίδων και τη διαπραγματευτική θέση των ΗΠΑ.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η πολιτική οδηγεί αναγκαστικά σε αυτάρκεια. Οι εξελίξεις το δείχνουν αντιθέτως ότι η κυβέρνηση εξακολουθεί να θεωρεί χρήσιμο ένα σημαντικό επίπεδο εμπορίου με την Κίνα. Η δημιουργία θεσμών για τη διαχείριση του εμπορίου μη ευαίσθητων προϊόντων και οι νέες διμερείς οικονομικές συμφωνίες δείχνουν μια περισσότερο επιλεκτική λογική: περιορισμός της αλληλεξάρτησης εκεί όπου θεωρείται επικίνδυνη και διατήρησή της εκεί όπου μπορεί να λειτουργήσει χωρίς να δημιουργεί, κατά την αμερικανική εκτίμηση, κρίσιμη στρατηγική ευπάθεια.

Η σημαντικότερη συνέπεια του «America First» για τη μεγάλη στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκεται επομένως στην κατάρρευση του παλαιότερου νοητικού διαχωρισμού μεταξύ «υψηλής πολιτικής» και οικονομικής πολιτικής. Ο ημιαγωγός, το ορυκτό, η επένδυση, ο δασμός και η αλυσίδα παραγωγής αντιμετωπίζονται πλέον ως δυνητικά στρατηγικά μέσα εξίσου με τις κυρώσεις, τις στρατιωτικές συμμαχίες ή την ανάπτυξη δυνάμεων. Η Κίνα βρίσκεται στο κέντρο αυτής της μεταβολής, αλλά το αποτέλεσμα υπερβαίνει κατά πολύ τη διμερή σχέση. Πρόκειται για έναν ευρύτερο επαναπροσδιορισμό του τρόπου με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιλαμβάνονται τη βάση της ισχύος τους σε έναν κόσμο στον οποίο η οικονομική αλληλεξάρτηση δεν θεωρείται πλέον ουδέτερο υπόβαθρο της γεωπολιτικής αλλά ένα από τα σημαντικότερα πεδία της.