.Η αμερικανική πολιτική  σκηνή δοκιμάζεται από πόλωση, την έλλειψη κοινωνικής συνοχής και την αναμέτρηση των θεσμών με μια νέα μορφή λαϊκισμού. Αυτή η αναταραχή αντανακλα και στο διεθνές πεδίο με αποτέλεσμα την απώλεια της σταθερότητας, της προβλεψιμότητας και του θεμελιώδους στρατηγικού ρόλου που οι ΗΠΑ κατείχαν για δεκαετίες στο διεθνές σύστημα. 

Η εσωτερική αμερικανική πόλωση δεν αφορά μόνο τις συγκρούσεις των πολιτικών κομμάτων. Πρόκειται για θεσμική πόλωση, κοινωνική πόλωση, πολιτισμική πόλωση και οικονομική πόλωση. Η αμερικανική κοινωνία έχει διαιρεθεί σε βαθμό που δυσχεραίνει τη δημιουργία μιας συνεκτικής εξωτερικής πολιτικής. Ο αγώνας μεταξύ ομοσπονδιακής εξουσίας και πολιτειών, η σύγκρουση ανάμεσα στις αστικές και αγροτικές περιοχές, η αντιπαράθεση για το μεταναστευτικό, τα πολιτικά δικαιώματα και τη ρύθμιση των αγορών έχουν μετατρέψει την εξωτερική πολιτική σε πεδίο εσωτερικής αντιπαράθεσης και όχι εθνικής στρατηγικής.

Στο μέτωπο της Ουκρανίας, αυτή η εσωτερική ασυνέχεια αντανακλάται σε μια σειρά αντιφατικών αποφάσεων που επηρεάζουν άμεσα την εξέλιξη του πολέμου. Η υποστήριξη του Κιέβου έχει μετατραπεί από στρατηγική δέσμευση σε θέμα εσωτερικής διαπραγμάτευσης ανάμεσα σε πολιτικές ομάδες που επιδιώκουν είτε περικοπή της βοήθειας είτε ενίσχυση ανάλογα με το πολιτικό τους συμφέρον. Η Ουκρανία, συνεπώς, δεν αποτελεί σταθερό αντικείμενο εξωτερικής πολιτικής αλλά δομικό σύμβολο των εσωτερικών διχασμών στην αμερικανική πολιτική ζωή. Η αμερικανική αβεβαιότητα επιτρέπει στη Ρωσία να διαβάζει τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων ως σημάδι δυτικής αδυναμίας και στρατηγικής ασυνέχειας, ενισχύοντας την επιθετικότητά της όχι μόνο στο ουκρανικό μέτωπο αλλά και στον Καύκασο, τη Μαύρη Θάλασσα και την Κεντρική Ασία.

Η διεθνής διάσταση της κρίσης αφορά στην ίδια τη δομή του αμερικανικού ηγεμονικού συστήματος. Για δεκαετίες, οι ΗΠΑ θεωρούνταν ο πυλώνας της διεθνούς ασφάλειας, ο εγγυητής των συμμαχιών και ο δημιουργός μιας φιλελεύθερης τάξης βασισμένης σε θεσμούς, ανοιχτό εμπόριο και κοινές αξίες.  Η ασυνέχεια της αμερικανικής πολιτικής, η άνοδος νέων διεθνών δυνάμεων και η αλλοίωση των ιστορικών συμμαχιών έχουν δημιουργήσει μια δομή όπου η Δύση δεν λειτουργεί πλέον ως ενιαίο σύστημα αλλά ως ετερογενές σύνολο.

Η Ευρώπη βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της αναδιάρθρωσης. Η αμερικανική πολιτική  υπονομεύει τη συλλογική ασφάλεια της Ευρώπης όχι επειδή οι ΗΠΑ έχουν αποσυρθεί πλήρως από το ΝΑΤΟ, αλλά επειδή η φύση της αμερικανικής εγγύησης έχει γίνει απρόβλεπτη. Αυτή η απρόβλεπτη φύση καθιστά το ΝΑΤΟ ευάλωτο όχι εξωτερικά αλλά εσωτερικά, καθώς η αποδυνάμωση της σταθερότητας στις ΗΠΑ μεταφράζεται σε αμφιβολίες για την αξιοπιστία του Άρθρου 5. Το αποτέλεσμα είναι ότι για πρώτη φορά από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ευρωπαϊκές χώρες εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο να αναπτύξουν ανεξάρτητες μορφές στρατιωτικής ικανότητας που μπορούν να λειτουργήσουν χωρίς αμερικανική υποστήριξη.

Από τη μία πλευρά, οι ΗΠΑ χάνουν σταδιακά τον ρόλο του «σταθερού ηγεμόνα», και από την άλλη, η εσωτερική τους πολιτική αποσυντονίζει την ικανότητά τους να παράγουν στρατηγική συνέπεια. Αυτή η διπλή απώλεια επιτρέπει σε άλλες δυνάμεις να αμφισβητήσουν την παγκόσμια αμερικανική επιρροή. Η Κίνα ενισχύει τη διείσδυσή της σε Αφρική, Λατινική Αμερική και Μέση Ανατολή. Η Ρωσία επιδιώκει επαναφορά της επιρροής της στην Ανατολική Ευρώπη. Η Ινδία λειτουργεί ως τρίτος πόλος στρατηγικής αυτονομίας.

Για την Ευρώπη, αυτή η αναδίπλωση των ΗΠΑ δεν αποτελεί μόνο κίνδυνο αλλά και ευκαιρία. Αποκαλύπτει την αναγκαιότητα επανακαθορισμού της ευρωπαϊκής στρατηγικής. Δείχνει ότι η Ευρώπη πρέπει να επενδύσει σε τεχνολογία, άμυνα, ενέργεια, διπλωματία και πολιτισμική ισχύ με τρόπους που δεν είχαν κατοχυρωθεί στο παρελθόν.