Η συζήτηση γύρω από το ενδεχόμενο η Γαλλία να οδηγηθεί σε ένα πρόγραμμα στήριξης ανάλογο με τα μνημόνια που εφαρμόστηκαν την προηγούμενη δεκαετία στην Ευρώπη δεν αφορά μια απλή οικονομική υπόθεση αλλά μια προβολή με τεράστιες προεκτάσεις που αγγίζουν την πολιτική επιστήμη, τις διεθνείς σχέσεις, την οικονομική και πολιτική ιστορία, τη γεωπολιτική και την οικονομική θεωρία. Η Γαλλία, δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης μετά τη Γερμανία και μέλος των G7, με ΑΕΠ που ξεπερνά τα τρία τρισεκατομμύρια ευρώ και με μακρά ιστορική διαδρομή στη θεμελίωση της ευρωπαϊκής ενοποίησης, δεν αποτελεί συγκρίσιμο παράδειγμα με τις μικρότερες χώρες που υπήχθησαν σε μνημονιακά καθεστώτα. Εάν μια χώρα με το μέγεθος, τη βαρύτητα και την παγκόσμια επιρροή της Γαλλίας έφθανε σε σημείο να χρειάζεται διεθνή διάσωση, οι συνέπειες δεν θα περιορίζονταν στο εσωτερικό της, αλλά θα αφορούσαν την ίδια τη βιωσιμότητα της Ευρωζώνης και την αξιοπιστία του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

Η γαλλική οικονομία, παρά την ανθεκτικότητα και το μέγεθός της, φέρει διαχρονικές διαρθρωτικές αδυναμίες που δύνανται να καταστούν καταλυτικές σε περίπτωση κρίσης. Το δημόσιο χρέος έχει ξεπεράσει το 110% του ΑΕΠ και βρίσκεται σε ανοδική πορεία, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα παραμένει σταθερά πάνω από το όριο του 3% που προβλέπεται από το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Ο δημόσιος τομέας απορροφά περίπου το 56% του ΑΕΠ, καθιστώντας το κράτος κύριο μοχλό της οικονομικής δραστηριότητας, γεγονός που οδηγεί σε υψηλή φορολογική επιβάρυνση, χαμηλότερη ανταγωνιστικότητα και επενδυτική στασιμότητα. Η γαλλική βιομηχανία έχει γνωρίσει μια σταδιακή διαδικασία αποβιομηχάνισης από τη δεκαετία του 1980, ενώ η ανεργία, ιδιαίτερα των νέων, παραμένει δομικό πρόβλημα που υπονομεύει τη συνοχή και την παραγωγικότητα. Οι διεθνείς κρίσεις, όπως η πανδημία και η ενεργειακή αστάθεια μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, έχουν επιβαρύνει περαιτέρω τη γαλλική οικονομία, καθιστώντας την ευάλωτη σε εξωτερικές πιέσεις.

Αυτές οι αδυναμίες συναντούνται με μια κοινωνία ιδιαίτερα ευαίσθητη απέναντι σε πολιτικές λιτότητας. Η Γαλλία διαθέτει μια ισχυρή παράδοση κοινωνικών αγώνων και αντιστάσεων: από τον Μάη του 1968 μέχρι τις πρόσφατες κινητοποιήσεις των «κίτρινων γιλέκων» και τις αντιδράσεις στις συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις, το κοινωνικό σώμα έχει αποδείξει ότι δύσκολα αποδέχεται περιοριστικά μέτρα. Τα συνδικάτα είναι μαχητικά και καλά οργανωμένα, οι διαδηλώσεις αποτελούν μέρος της πολιτικής κουλτούρας και το κοινωνικό κράτος θεωρείται θεμελιώδες κεκτημένο. Επομένως, η προοπτική ενός μνημονίου δεν θα εκλαμβανόταν ως τεχνοκρατική αναγκαιότητα αλλά ως πολιτική και εθνική ταπείνωση, γεγονός που θα πυροδοτούσε μαζικές αντιδράσεις και πιθανώς ανεξέλεγκτες κοινωνικές εκρήξεις.

Ένα γαλλικό μνημόνιο θα περιλάμβανε αναπόφευκτα μέτρα δραστικής προσαρμογής. Σε δημοσιονομικό επίπεδο, θα απαιτούνταν μεγάλες περικοπές στις δημόσιες δαπάνες, μείωση κοινωνικών παροχών, περιορισμός επιδομάτων και αναδιάρθρωση του συνταξιοδοτικού συστήματος. Πιθανές ιδιωτικοποιήσεις στρατηγικών τομέων θα επιβάλλονταν για την άντληση πόρων, ενώ στο φορολογικό πεδίο θα επιβαλλόταν αύξηση των έμμεσων φόρων, εντατικοποίηση των ελέγχων και καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Στην αγορά εργασίας, θα εισάγονταν μεγαλύτερη ευελιξία, χαλάρωση των συλλογικών συμβάσεων και μείωση του μη μισθολογικού κόστους, ώστε να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα. Στον χρηματοπιστωτικό τομέα, δεν θα μπορούσαν να αποκλειστούν ανακεφαλαιοποιήσεις τραπεζών, ώστε να διασφαλιστεί η ρευστότητα και η εμπιστοσύνη των αγορών.

Οι συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης θα ήταν βαθειές. Η Γαλλία θα απώλεε σε μεγάλο βαθμό τον έλεγχο της οικονομικής πολιτικής της, με αποφάσεις να λαμβάνονται στις Βρυξέλλες, στη Φρανκφούρτη και ίσως στην Ουάσιγκτον. Αυτό θα προκαλούσε πολιτική κρίση νομιμοποίησης, καθώς η γαλλική κοινή γνώμη θα αντιλαμβανόταν την επιτροπεία ως περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας. Η πολιτική σκηνή θα πολωνόταν: η ακροδεξιά θα ενισχυόταν καταγγέλλοντας την «υποταγή στις Βρυξέλλες», ενώ η ριζοσπαστική αριστερά θα προέβαλλε το αίτημα αντίστασης στη λιτότητα και τις αγορές. Ο κίνδυνος ριζικών ανατροπών στο πολιτικό σύστημα θα ήταν σοβαρός, ενώ δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί ακόμα και η αμφισβήτηση της συμμετοχής στο ευρώ ή στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Γεωπολιτικά, το πλήγμα θα ήταν τεράστιο. Η Γαλλία παραδοσιακά αποτελεί τον έναν από τους δύο πυλώνες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η υπαγωγή της σε μνημόνιο θα ενίσχυε δυσανάλογα τη θέση της Γερμανίας, μεταβάλλοντας την ισορροπία δυνάμεων στον πυρήνα της Ευρώπης. Η φωνή της Γαλλίας υπέρ της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας θα αποδυναμωνόταν, με αποτέλεσμα η Ευρωπαϊκή Ένωση να καταστεί ακόμη περισσότερο εξαρτημένη από τις Ηνωμένες Πολιτείες σε ζητήματα ασφάλειας και άμυνας. Παράλληλα, η ικανότητα της Γαλλίας να διατηρεί επιρροή σε περιοχές όπως η Αφρική, η Μεσόγειος και ο Ινδο-Ειρηνικός θα περιοριζόταν, αφήνοντας χώρο σε δυνάμεις όπως η Κίνα και η Ρωσία να ενισχύσουν την παρουσία τους. Έτσι, μια οικονομική κρίση θα είχε άμεσες επιπτώσεις στη γεωπολιτική ισορροπία.

Η ιστορική διάσταση προσφέρει χρήσιμες συγκρίσεις. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γαλλία κατόρθωσε να ανασυγκροτηθεί μέσα από το Σχέδιο Μάρσαλ και την οικοδόμηση ευρωπαϊκών θεσμών όπως η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα. Στη δεκαετία του 1970, οι πετρελαϊκές κρίσεις και ο πληθωρισμός έθεσαν σε δοκιμασία το γαλλικό κοινωνικό μοντέλο, οδηγώντας σε κύματα μεταρρυθμίσεων και αναπροσαρμογών. Όμως, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η χώρα διατήρησε τον πολιτικό έλεγχο και δεν τέθηκε υπό εξωτερική επιτροπεία. Ένα μνημόνιο θα συνιστούσε ιστορικά πρωτόγνωρη εμπειρία: η δεύτερη ισχυρότερη οικονομία της Ευρωζώνης θα βρισκόταν σε καθεστώς ελέγχου από δανειστές, γεγονός που θα έπληττε θεμελιωδώς την εθνική της ταυτότητα και τον διεθνή της ρόλο.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η εικόνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα υφίστατο ανεπανόρθωτο πλήγμα. Η αδυναμία να προστατεύσει μία από τις ισχυρότερες οικονομίες της θα παρουσίαζε το ευρώ ως ευάλωτο και το ευρωπαϊκό εγχείρημα ως ασταθές. Οι διεθνείς αγορές θα αντιδρούσαν με επιφυλακτικότητα, οι ανταγωνιστικές δυνάμεις θα επιχειρούσαν να ενισχύσουν την παρουσία τους στην Ευρώπη και οι φυγόκεντρες πολιτικές δυνάμεις θα ενδυναμώνονταν σε όλη την ήπειρο. Το αποτέλεσμα θα ήταν η ενίσχυση του ευρωσκεπτικισμού, η ανάδειξη εθνικιστικών κινημάτων και η υπονόμευση της ενότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Συνοψίζοντας, το ενδεχόμενο ενός μνημονίου για τη Γαλλία δεν αποτελεί απλώς οικονομικό σενάριο, αλλά έναν ιστορικό κόμβο που θα μπορούσε να καθορίσει το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την ισορροπία ισχύος στο διεθνές σύστημα. Οικονομικά, θα σήμαινε δραστική λιτότητα και επιτήρηση. Πολιτικά, θα οδηγούσε σε κρίση νομιμοποίησης και ενίσχυση των άκρων. Κοινωνικά, θα προκαλούσε εκτεταμένες αναταραχές. Γεωπολιτικά, θα υπονόμευε τον ρόλο της Γαλλίας και θα ενίσχυε εξωτερικές εξαρτήσεις. Ιστορικά, θα αποτελούσε πρωτόγνωρη εμπειρία που θα έπληττε θεμελιακά την πολιτική και εθνική της ταυτότητα. Σε όλες τις διαστάσεις, η Γαλλία δεν μπορεί να συγκριθεί με προηγούμενες περιπτώσεις μνημονίων· η κρίση της θα ήταν κρίση της ίδιας της Ευρώπης