Η ευρωπαϊκή οικονομική πραγματικότητα καθορίζεται ολοένα και περισσότερο από μία συνθήκη διαρκούς αβεβαιότητας, η οποία δεν εμφανίζεται πλέον ως παροδική απόκλιση από μια κατά τα άλλα σταθερή πορεία, αλλά ως δομικό χαρακτηριστικό του διεθνούς περιβάλλοντος μέσα στο οποίο καλούνται να λειτουργήσουν κράτη, επιχειρήσεις, αγορές και κοινωνίες. Το κρίσιμο στοιχείο αυτής της μεταβολής είναι ότι η αβεβαιότητα δεν προέρχεται από έναν μόνο παράγοντα ούτε περιορίζεται σε έναν συγκεκριμένο τομέα της οικονομίας. Αντίθετα, προκύπτει από τη διασταύρωση ενεργειακών ανατιμήσεων, χρηματοπιστωτικής μεταβλητότητας, αυξημένου γεωοικονομικού κινδύνου, μεταβαλλόμενων νομισματικών συνθηκών, πιέσεων στο κόστος παραγωγής και διαρκών μετασχηματισμών στο παγκόσμιο εμπόριο. Η Ευρώπη, ως ιδιαίτερα ανοιχτός και αλληλεξαρτώμενος οικονομικός χώρος, επηρεάζεται με μεγάλη ένταση από αυτή τη νέα συνθήκη, διότι η λειτουργία της στηρίζεται σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο από άλλες περιοχές του κόσμου στην προβλεψιμότητα των αγορών, στη σταθερότητα των ροών και στη σχετικά ομαλή σχέση μεταξύ κόστους κεφαλαίου, κόστους ενέργειας και παραγωγικής απόδοσης.

Το ουσιαστικό πρόβλημα της παρούσας περιόδου δεν είναι απλώς ότι επιμέρους δείκτες επιδεινώνονται, αλλά ότι μεταβάλλεται η ίδια η λογική με την οποία χαράσσεται οικονομική πολιτική. Για μεγάλο διάστημα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και οι θεσμοί λειτουργούσαν εντός ενός πλαισίου στο οποίο, παρά τις κρίσεις, εξακολουθούσε να υπάρχει η προσδοκία ότι μετά από ένα διάστημα αναταραχής θα επανερχόταν μια ορατή μορφή κανονικότητας. Σήμερα αυτή η προσδοκία εξασθενεί. Η διαδοχή κρίσεων έχει καταστήσει σαφές ότι η επιστροφή σε πλήρη προβλεψιμότητα δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη. Αυτό έχει βαθύτατες συνέπειες, διότι οι οικονομικές αποφάσεις, δημόσιες και ιδιωτικές, λαμβάνονται πάντοτε υπό το βάρος προσδοκιών για το μέλλον. Όταν αυτές οι προσδοκίες γίνονται ασταθείς, τότε ασταθής καθίσταται και η ίδια η οικονομική συμπεριφορά. Οι επιχειρήσεις επενδύουν πιο διστακτικά, τα νοικοκυριά καταναλώνουν πιο επιφυλακτικά, οι κυβερνήσεις σχεδιάζουν πιο αμυντικά και οι αγορές αποτιμούν τον κίνδυνο με αυξημένη αυστηρότητα. Με αυτόν τον τρόπο, η αβεβαιότητα παύει να είναι εξωτερικό δεδομένο και μετατρέπεται σε εσωτερικό μηχανισμό επιβράδυνσης.

Αυτή η μετάβαση προς μια οικονομία χαμηλότερης προβλεψιμότητας έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ευρώπη, επειδή το ευρωπαϊκό μοντέλο ανάπτυξης βασίζεται σε σημαντικό βαθμό στη θεσμική σταθερότητα, στη μακροχρόνια επένδυση, στη βιομηχανική εξειδίκευση και στη δυνατότητα συντονισμού μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Ένα τέτοιο μοντέλο ευνοείται από ένα περιβάλλον στο οποίο το κόστος εισροών παραμένει σχετικά ελέγξιμο, το κόστος χρηματοδότησης δεν μεταβάλλεται απότομα και οι εξωτερικές αλυσίδες εφοδιασμού λειτουργούν χωρίς μεγάλες διαταραχές. Όταν όμως η ενέργεια ακριβαίνει, οι αγορές επαναξιολογούν συνεχώς τον κίνδυνο και η νομισματική πολιτική αναγκάζεται να παραμένει επιφυλακτική, τότε το ευρωπαϊκό οικονομικό μοντέλο εισέρχεται σε φάση τριβής. Η τριβή αυτή δεν οδηγεί αναγκαστικά σε άμεση κρίση, αλλά υπονομεύει σταδιακά εκείνες τις συνθήκες που καθιστούν εφικτή την παραγωγική και αναπτυξιακή του αναπαραγωγή.

Σημαντικό στοιχείο της νέας συνθήκης είναι και η μεταβολή του τρόπου με τον οποίο οι κοινωνίες αντιλαμβάνονται την οικονομική σταθερότητα. Σε προηγούμενες περιόδους, η σταθερότητα μπορούσε να νοηθεί κυρίως ως υπόθεση χαμηλού πληθωρισμού, ελεγχόμενων δημοσιονομικών μεγεθών και θετικού ρυθμού ανάπτυξης. Σήμερα αυτή η προσέγγιση αποδεικνύεται ανεπαρκής. Οι κοινωνίες βιώνουν την οικονομική σταθερότητα πολύ πιο άμεσα μέσα από το κόστος ζωής, την αίσθηση ασφάλειας ως προς τις βασικές ανάγκες, την προβλεψιμότητα των λογαριασμών, τη δυνατότητα μετακίνησης και την αντοχή του πραγματικού εισοδήματος. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όταν οι μακροοικονομικοί δείκτες δεν δείχνουν εκτροχιασμό, η κοινωνική αίσθηση αποσταθεροποίησης μπορεί να είναι έντονη. Το χάσμα ανάμεσα στη μακροοικονομική αφήγηση και στη βιωμένη εμπειρία των πολιτών είναι καθοριστικό, διότι υπονομεύει την εμπιστοσύνη προς τις κυβερνήσεις και προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ιδίως όταν οι τελευταίοι εμφανίζονται περισσότερο προσηλωμένοι στη λογική της πειθαρχίας παρά στην έμπρακτη εγγύηση ασφάλειας.

Η Ευρώπη βρίσκεται, συνεπώς, αντιμέτωπη με την ανάγκη μιας βαθύτερης αναθεώρησης των κριτηρίων της οικονομικής της ανθεκτικότητας. Δεν αρκεί πλέον να εξετάζεται εάν οι αγορές ηρεμούν προσωρινά ή εάν οι πληθωριστικοί δείκτες υποχωρούν βραχυχρόνια. Το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσον οι ευρωπαϊκές οικονομίες μπορούν να λειτουργούν αποτελεσματικά υπό συνθήκες μεγαλύτερης συχνότητας σοκ, υψηλότερου κόστους ενέργειας, πιο επιφυλακτικών αγορών και στενότερων δημοσιονομικών περιθωρίων. Η ανθεκτικότητα, υπό αυτή τη σκοπιά, παύει να είναι τεχνικός όρος και γίνεται συνολική πολιτικοοικονομική ικανότητα: ικανότητα του κράτους να παρεμβαίνει στοχευμένα χωρίς να χάνει αξιοπιστία, ικανότητα των επιχειρήσεων να διατηρούν παραγωγική βάση χωρίς να παραλύουν από το κόστος, ικανότητα των κοινωνιών να απορροφούν πιέσεις χωρίς να διαρρηγνύεται η εμπιστοσύνη και ικανότητα των θεσμών να διαχειρίζονται αβεβαιότητα χωρίς να περιορίζονται σε αμυντικές ή καθυστερημένες αντιδράσεις.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η άνοδος των τιμών ενέργειας αποκτά χαρακτήρα παραδείγματος και όχι απλώς ειδικής περίπτωσης. Η ενέργεια είναι η κατεξοχήν μεταβλητή που αποκαλύπτει τη μετάβαση σε μια οικονομία αβεβαιότητας, επειδή επηρεάζει ταυτόχρονα την παραγωγή, το κόστος ζωής, τις αγορές, τα δημόσια οικονομικά και τη γεωοικονομική θέση της Ευρώπης. Δεν είναι μόνο πηγή πληθωρισμού· είναι πολλαπλασιαστής ανασφάλειας. Και αυτός ακριβώς ο πολλαπλασιαστής επιβάλλει μια νέα μεθοδολογία σκέψης στην ευρωπαϊκή πολιτική οικονομία. Η σταθερότητα δεν μπορεί να διασφαλιστεί μόνο με διορθωτικές κινήσεις εκ των υστέρων. Απαιτείται στρατηγική προετοιμασία, διαφοροποίηση πηγών κινδύνου, ενίσχυση κρατικής ικανότητας, σοβαρότερος ευρωπαϊκός συντονισμός και, κυρίως, αποδοχή του γεγονότος ότι το νέο οικονομικό περιβάλλον δεν είναι εξαιρετικό αλλά διαρκές.

Το βασικό διακύβευμα για την Ευρώπη δεν είναι, συνεπώς, απλώς να επιβιώσει από ένα ακόμη κύμα διεθνούς αναταραχής, αλλά να μετασχηματίσει το υπόδειγμα οικονομικής της διακυβέρνησης έτσι ώστε να μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά μέσα σε καθεστώς επαναλαμβανόμενης αβεβαιότητας. Αυτό σημαίνει ότι η δημοσιονομική πειθαρχία πρέπει να συνδυάζεται με στοχευμένη προστασία, η νομισματική αξιοπιστία με μεγαλύτερη επίγνωση της ετερογένειας, η παραγωγική στρατηγική με πραγματική ενεργειακή ασφάλεια και η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση με πιο ουσιαστικούς μηχανισμούς συλλογικής σταθεροποίησης. Αν δεν υπάρξει αυτή η μετατόπιση, η Ευρώπη κινδυνεύει να παραμείνει σε μια μόνιμη ενδιάμεση κατάσταση: όχι σε ανοιχτή κρίση, αλλά ούτε και σε πραγματική σταθερότητα, με διαδοχικά επεισόδια πίεσης που θα φθείρουν προοδευτικά την ανάπτυξη, την κοινωνική συνοχή και τη θεσμική εμπιστοσύνη. Η σημερινή συγκυρία, επομένως, πρέπει να ιδωθεί όχι μόνο ως κίνδυνος, αλλά και ως απαιτητική προειδοποίηση ότι το μέλλον της ευρωπαϊκής οικονομίας θα εξαρτηθεί από την ικανότητά της να οργανωθεί γύρω από την ανθεκτικότητα και όχι γύρω από την ψευδαίσθηση της επιστροφής σε έναν κόσμο πλήρους κανονικότητας.