Η συχνή γεωγραφική σύμπτωση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας μέχρι τα 200 ναυτικά μίλια δημιουργεί την εντύπωση ότι πρόκειται ουσιαστικά για την ίδια θαλάσσια ζώνη με διαφορετικό όνομα. Η εντύπωση είναι λανθασμένη. Πρόκειται για δύο διακριτά νομικά καθεστώτα που αναπτύχθηκαν ιστορικά σε διαφορετικές φάσεις του Δικαίου της Θάλασσας, θεμελιώνονται σε διαφορετική νομική λογική και παρέχουν διαφορετικές κατηγορίες δικαιωμάτων. Το γεγονός ότι μπορεί να καλύπτουν το ίδιο οριζόντιο γεωγραφικό τμήμα της θάλασσας δεν καταργεί τη νομική τους αυτοτέλεια. Η καλύτερη αναλογία δεν είναι δύο διαφορετικοί χάρτες, αλλά δύο διαφορετικά στρώματα δικαιοδοσίας πάνω στον ίδιο χάρτη.
Η υφαλοκρηπίδα είναι καθεστώς του βυθού και του υπεδάφους. Το άρθρο 76 του UNCLOS την ορίζει ως τον βυθό και το υπέδαφος των υποθαλάσσιων περιοχών που εκτείνονται πέρα από την αιγιαλίτιδα ζώνη, τουλάχιστον έως τα 200 ναυτικά μίλια όπου το εξωτερικό άκρο του ηπειρωτικού περιθωρίου δεν φθάνει τόσο μακριά και, υπό ειδικές προϋποθέσεις, ενδεχομένως πέραν αυτής της απόστασης. Το άρθρο 77 παρέχει στο παράκτιο κράτος αποκλειστικά κυριαρχικά δικαιώματα για την έρευνα και εκμετάλλευση των φυσικών πόρων του βυθού και του υπεδάφους. Η υφαλοκρηπίδα λοιπόν είναι καταρχήν κάθετη προς τα κάτω: αφορά τον γεωλογικό και νομικό χώρο κάτω από τη θάλασσα.
Η ΑΟΖ έχει διαφορετική αρχιτεκτονική. Το άρθρο 56 του UNCLOS παρέχει στο παράκτιο κράτος κυριαρχικά δικαιώματα όχι μόνο στους μη ζώντες πόρους του βυθού και του υπεδάφους αλλά και στους ζώντες και μη ζώντες πόρους των υπερκείμενων υδάτων. Επιπλέον, το κράτος διαθέτει δικαιοδοσία σε ζητήματα τεχνητών νησιών και εγκαταστάσεων, θαλάσσιας επιστημονικής έρευνας και προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος, καθώς και δικαιώματα σε άλλες μορφές οικονομικής εκμετάλλευσης, όπως παραγωγή ενέργειας από νερό, ρεύματα και άνεμο. Η ΑΟΖ είναι επομένως ένα πολύ ευρύτερο λειτουργικό καθεστώς που περιλαμβάνει τόσο τον βυθό όσο και τη στήλη ύδατος πάνω από αυτόν.
Αυτό επιτρέπει να διατυπωθεί η πρώτη ουσιώδης διαφορά: η υφαλοκρηπίδα είναι κατά βάση δικαίωμα επί του υποθαλάσσιου εδάφους· η ΑΟΖ είναι σύνθετο καθεστώς οικονομικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και ειδικών δικαιοδοσιών σε ολόκληρη τη θαλάσσια στήλη μέχρι το προβλεπόμενο όριο.
Η δεύτερη διαφορά αφορά τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνται. Τα δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα υφίστανται αυτοδικαίως και εξαρχής. Δεν απαιτούν ανακήρυξη. Η ΑΟΖ, αντίθετα, αποτελεί ζώνη που το παράκτιο κράτος δύναται να θεσπίσει. Η επίσημη παρουσίαση του UNCLOS από τα Ηνωμένα Έθνη την περιγράφει ως θαλάσσια ζώνη μέχρι 200 ναυτικά μίλια που μπορεί να εγκαθιδρυθεί από το παράκτιο κράτος, ενώ η υφαλοκρηπίδα παραμένει δικαίωμα που υφίσταται ανεξάρτητα από την ύπαρξη ΑΟΖ. Αυτό έχει σημαντική πρακτική συνέπεια: ένα κράτος που δεν έχει θεσπίσει ΑΟΖ δεν στερείται υφαλοκρηπίδας.
Ακριβώς γι’ αυτό η ιστορική εμφάνιση της ΑΟΖ δεν εξαφάνισε την υφαλοκρηπίδα. Θα μπορούσε θεωρητικά να υποστηριχθεί ότι, εφόσον μέσα στην ΑΟΖ το παράκτιο κράτος αποκτά δικαιώματα τόσο στη στήλη ύδατος όσο και στον βυθό, η παλαιότερη έννοια της υφαλοκρηπίδας καθίσταται περιττή έως τα 200 ναυτικά μίλια. Το UNCLOS επέλεξε συνειδητά διαφορετική λύση. Διατήρησε και τα δύο καθεστώτα και, στο άρθρο 56 παράγραφος 3, συνδέει τα δικαιώματα επί βυθού και υπεδάφους στην ΑΟΖ με τους ειδικότερους κανόνες της υφαλοκρηπίδας. Η ΑΟΖ επομένως δεν «καταπίνει» την υφαλοκρηπίδα. Τα δύο νομικά καθεστώτα αλληλεπικαλύπτονται.
Η τρίτη μεγάλη διαφορά αφορά τους φυσικούς πόρους. Στην υφαλοκρηπίδα, οι φυσικοί πόροι περιλαμβάνουν κυρίως τα ορυκτά και άλλους μη ζώντες πόρους του βυθού και του υπεδάφους, καθώς και τους λεγόμενους καθιστικούς οργανισμούς — είδη που βρίσκονται σε συνεχή φυσική επαφή με τον βυθό κατά το στάδιο στο οποίο μπορούν να αλιευθούν. Η υφαλοκρηπίδα δεν δίνει, όμως, γενικό δικαίωμα διαχείρισης των ψαριών που κινούνται στη στήλη ύδατος.
Η ΑΟΖ αλλάζει ριζικά αυτή την εικόνα. Μέσα σε αυτήν το παράκτιο κράτος αποκτά κυριαρχικά δικαιώματα εξερεύνησης, εκμετάλλευσης, διατήρησης και διαχείρισης των ζώντων πόρων των υπερκείμενων υδάτων. Η αλιεία μετακινείται έτσι από την ελευθερία της ανοικτής θάλασσας σε καθεστώς παράκτιας οικονομικής δικαιοδοσίας. Το κράτος μπορεί να θεσπίζει κανόνες διαχείρισης και, υπό τους όρους του UNCLOS, να λαμβάνει μέτρα επιβολής για παραβάσεις της αλιευτικής του νομοθεσίας.
Αυτή η διαφορά έχει τεράστια σημασία για τη σύγχρονη θαλάσσια πολιτική. Η κλασική δημόσια συζήτηση γύρω από τις θαλάσσιες ζώνες επικεντρώνεται συχνά στους υδρογονάνθρακες. Όμως η ΑΟΖ αφορά εξίσου αλιευτικούς πόρους, υπεράκτια αιολική ενέργεια, θαλάσσια επιστημονική έρευνα, τεχνητές εγκαταστάσεις και περιβαλλοντική προστασία. Σε έναν κόσμο ενεργειακής μετάβασης, μάλιστα, η αξία αυτών των λειτουργιών μπορεί μακροχρόνια να είναι μεγαλύτερη από εκείνη των υδρογονανθράκων. Η σημασία της ΑΟΖ δεν είναι επομένως απλώς ότι «περιλαμβάνει και την υφαλοκρηπίδα». Είναι ότι οργανώνει ολόκληρη την οικονομική χρήση ενός μεγάλου τμήματος θαλάσσιου χώρου.
Υπάρχει όμως μια σημαντική αντίρροπη αρχή. Ούτε η ΑΟΖ ούτε η υφαλοκρηπίδα ισοδυναμούν με αιγιαλίτιδα ζώνη. Το παράκτιο κράτος δεν διαθέτει πλήρη κυριαρχία στην ΑΟΖ. Άλλα κράτη εξακολουθούν να απολαμβάνουν τις ελευθερίες ναυσιπλοΐας και υπέρπτησης και το δικαίωμα τοποθέτησης υποθαλάσσιων καλωδίων και αγωγών, σύμφωνα με το UNCLOS. Αυτή είναι μία από τις πιο σημαντικές αλλά συχνά παραγνωρισμένες διαφορές ανάμεσα στον όρο «κυριαρχία» και στον όρο «κυριαρχικά δικαιώματα».
Η αιγιαλίτιδα ζώνη είναι θαλάσσια περιοχή κρατικής κυριαρχίας, με την επιφύλαξη κυρίως του δικαιώματος αβλαβούς διέλευσης. Η ΑΟΖ είναι sui generis καθεστώς: ούτε εθνική επικράτεια ούτε ανοικτή θάλασσα με την κλασική έννοια. Το κράτος έχει ισχυρές, συγκεκριμένες εξουσίες ως προς πόρους και λειτουργίες, ενώ άλλα κράτη διατηρούν σημαντικές ελευθερίες. Το ίδιο ισχύει ακόμη καθαρότερα για την υφαλοκρηπίδα, όπου το άρθρο 78 διευκρινίζει ότι τα δικαιώματα επί του βυθού δεν μεταβάλλουν καθόλου το νομικό καθεστώς των υπερκείμενων υδάτων ή του εναέριου χώρου.
Η τέταρτη διαφορά βρίσκεται στα εξωτερικά όρια. Η ΑΟΖ δεν μπορεί να εκτείνεται πέρα από τα 200 ναυτικά μίλια από τις γραμμές βάσης. Η υφαλοκρηπίδα μπορεί, υπό τις σύνθετες προϋποθέσεις του άρθρου 76, να επεκτείνεται πέρα από αυτή την απόσταση όταν το ηπειρωτικό περιθώριο συνεχίζεται και πληρούνται τα προβλεπόμενα γεωμορφολογικά και μαθηματικά κριτήρια. Αυτή η διάκριση είναι ιδιαίτερα σημαντική στους ωκεανούς, όπου υπάρχουν εκτεταμένες εξωτερικές υφαλοκρηπίδες. Στη Μεσόγειο, λόγω της περιορισμένης γεωγραφικής έκτασης και της πυκνότητας αντικείμενων ακτών, η πρακτική συζήτηση περιστρέφεται πολύ περισσότερο γύρω από επικαλυπτόμενες αξιώσεις εντός 200 ναυτικών μιλίων.
Η πέμπτη διαφορά αφορά την οριοθέτηση. Παρότι πρόκειται για δύο διαφορετικές ζώνες, τα άρθρα 74 και 83 του UNCLOS χρησιμοποιούν σχεδόν παράλληλη διατύπωση: τόσο η ΑΟΖ όσο και η υφαλοκρηπίδα μεταξύ αντικείμενων ή παρακείμενων κρατών πρέπει να οριοθετούνται με συμφωνία βάσει του διεθνούς δικαίου ώστε να επιτυγχάνεται δίκαιη λύση. Και στις δύο περιπτώσεις, μέχρι την τελική συμφωνία, προβλέπεται υποχρέωση προσπάθειας για προσωρινές πρακτικές διευθετήσεις και αποφυγή ενεργειών που θα έθεταν σε κίνδυνο ή θα παρεμπόδιζαν την τελική οριοθέτηση.
Αυτό εξηγεί γιατί στη σύγχρονη διεθνή πρακτική συχνά χαράσσεται μία ενιαία θαλάσσια οριοθετική γραμμή για ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα. Η κοινή γραμμή είναι διοικητικά και πολιτικά λειτουργική επειδή τα δύο καθεστώτα αλληλεπικαλύπτονται εντός των 200 ναυτικών μιλίων. Δεν πρέπει όμως να δημιουργείται από αυτό η εντύπωση ότι έχουν συγχωνευθεί σε ένα ενιαίο νομικό δικαίωμα. Η κοινή γεωμετρία αποτελεί αποτέλεσμα πρακτικής οριοθέτησης, όχι κατάργηση της νομικής διάκρισης.
Η νομολογία έχει συμβάλει σημαντικά σε αυτή την εξέλιξη. Η μετάβαση από την πρώιμη έμφαση της «φυσικής προέκτασης» προς τη μεγαλύτερη σημασία της απόστασης μέσα στα 200 ναυτικά μίλια συνδέεται με την εμφάνιση της ΑΟΖ και τη σταδιακή σύγκλιση των μεθόδων οριοθέτησης. Στην υπόθεση Λιβύης–Μάλτας, το Διεθνές Δικαστήριο αναγνώρισε την αυξανόμενη σημασία του κριτηρίου της απόστασης, μέσα σε ένα δίκαιο όπου τα δικαιώματα επί του βυθού και εκείνα της ΑΟΖ είχαν αρχίσει να συνδέονται λειτουργικά. Αυτό δεν εξαφάνισε την υφαλοκρηπίδα ως χωριστό θεσμό· μετασχημάτισε όμως τον τρόπο με τον οποίο προσδιορίζεται η γεωγραφική της έκταση εντός της ζώνης των 200 ναυτικών μιλίων.
Η διατήρηση της νομικής αυτοτέλειας των δύο ζωνών έχει και πρακτική διπλωματική σημασία. Ένα κράτος μπορεί να μην έχει θεσπίσει ΑΟΖ και παρ’ όλα αυτά να διαθέτει υφαλοκρηπίδα. Μπορεί να συνάψει πρώτα συμφωνία για υφαλοκρηπίδα και αργότερα να επεκτείνει το ίδιο όριο σε ΑΟΖ. Μπορεί επίσης να διαχειρίζεται διαφορετικά ζητήματα πόρων ανάλογα με το ποιο καθεστώς ενεργοποιείται. Η ιστορική πορεία αρκετών κρατών αποδεικνύει ότι η ΑΟΖ προστέθηκε πάνω σε ήδη υφιστάμενη αρχιτεκτονική υφαλοκρηπίδας αντί να την αντικαταστήσει.
Η Ελλάδα είχε από παλαιότερα συμφωνίες σχετικές με την υφαλοκρηπίδα και αργότερα προχώρησε σε συμφωνίες και πράξεις που αφορούν την ΑΟΖ, όπως η συμφωνία με την Ιταλία του 2020 και η μερική συμφωνία ΑΟΖ με την Αίγυπτο το ίδιο έτος. Η ελληνική επίσημη θέση εξακολουθεί να αναφέρεται από κοινού στην οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας ως το θαλάσσιο ζήτημα προς επίλυση με την Τουρκία. Το γεγονός ότι οι δύο ζώνες συζητούνται μαζί είναι λογικό λόγω της γεωγραφικής τους επικάλυψης· δεν σημαίνει ότι αποτελούν νομικά το ίδιο αντικείμενο.
Υπάρχει μάλιστα βαθύτερος λόγος για τον οποίο η διάκριση αποκτά αυξανόμενη στρατηγική σημασία. Η οικονομική αξία της θάλασσας μετασχηματίζεται. Στον εικοστό αιώνα, η υφαλοκρηπίδα συνδέθηκε κυρίως με πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Στον εικοστό πρώτο, η ΑΟΖ συνδέεται όλο και περισσότερο με αιολική ενέργεια, ηλεκτρικές διασυνδέσεις, βιολογικούς πόρους, περιβαλλοντική προστασία και νέες μορφές θαλάσσιας παραγωγής. Παράλληλα, η υφαλοκρηπίδα αποκτά νέα σημασία μέσω υποθαλάσσιων υποδομών, πιθανής αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα και άλλων χρήσεων του υπεδάφους.
Έτσι η παλαιά εικόνα «υφαλοκρηπίδα ίσον υδρογονάνθρακες, ΑΟΖ ίσον το ίδιο συν αλιεία» είναι ανεπαρκής. Η πραγματική διάκριση αφορά δύο διαφορετικές νομικές λογικές κατανομής λειτουργιών στη θάλασσα.
Η υφαλοκρηπίδα απαντά στο ερώτημα ποιος έχει αποκλειστικά δικαιώματα πάνω στον βυθό, το υπέδαφος και τους πόρους που το διεθνές δίκαιο συνδέει οργανικά με αυτά.
Η ΑΟΖ απαντά σε ευρύτερο ερώτημα: ποιος διαχειρίζεται την οικονομική χρήση και ορισμένες κρίσιμες λειτουργίες της θαλάσσιας ζώνης πέρα από την αιγιαλίτιδα θάλασσα, χωρίς να αποκτά πλήρη κυριαρχία πάνω σε αυτήν.
Ακριβώς επειδή τα δύο καθεστώτα μπορούν να καταλαμβάνουν το ίδιο γεωγραφικό επίπεδο, η διάκριση είναι ακόμη πιο σημαντική.
Η νομική ακρίβεια λοιπόν απαιτεί να αντιληφθούμε ότι το σύγχρονο Δίκαιο της Θάλασσας έχει χτίσει διαφορετικά στρώματα δικαιωμάτων πάνω στον ίδιο φυσικό χώρο.
Και ακριβώς αυτή η πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική επιτρέπει στη θάλασσα να παραμένει ταυτόχρονα πεδίο αποκλειστικών οικονομικών δικαιωμάτων για το παράκτιο κράτος και πεδίο διατηρούμενων διεθνών ελευθεριών για τους υπόλοιπους.
Πρόσφατα σχόλια