Οι νέες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ περί επανεξέτασης της αμερικανικής συμμετοχής στο ΝΑΤΟ αποκαλύπτουν με ιδιαίτερη καθαρότητα το βαθύτερο πρόβλημα που διαπερνά σήμερα ολόκληρη τη δυτική στρατηγική αρχιτεκτονική: την υποχώρηση της λογικής της θεσμικής δέσμευσης και την άνοδο μιας αντίληψης διεθνών σχέσεων όπου η αξία των συμμαχιών μετριέται όλο και περισσότερο με κριτήρια στιγμιαίας ανταποδοτικότητας και συγκυριακού συμφέροντος. Η ιστορική σημασία του ΝΑΤΟ έγκειται αλλά στο ότι συγκρότησε ένα σταθερό πλαίσιο στο εσωτερικό του οποίου η ισχύς, η νομιμοποίηση και η στρατηγική αξιοπιστία αλληλοενισχύονταν. Η ευρωπαϊκή προσχώρηση στη διατλαντική τάξη στηρίχθηκε στην πεποίθηση ότι η αμερικανική δέσμευση, παρά τις περιοδικές της ταλαντεύσεις, παρέμενε κατ’ ουσίαν μακρόπνοη, θεσμική και πολιτικά δεσμευτική. Όταν, συνεπώς, η ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών μεταχειρίζεται δημοσίως τη συμμαχική σχέση ως σχέση υπό επαναδιαπραγμάτευση, ανάλογα με το κατά πόσον οι σύμμαχοι ανταποκρίνονται στις εκάστοτε αμερικανικές προτεραιότητες, το διακύβευμα δεν είναι απλώς η λειτουργική διαφωνία για τον επιμερισμό βαρών. Το διακύβευμα είναι η ίδια η αξιοπιστία της Δύσης ως ιστορικής μορφής ισχύος. Διότι η Δύση δεν κυριάρχησε μόνο χάρη στην οικονομική και στρατιωτική της υπεροχή, αλλά επειδή μετέτρεψε τη δύναμη σε θεσμική διάρκεια, την αποτροπή σε πολιτική βεβαιότητα και τη συμμαχία σε κανονιστική τάξη. Όταν αυτά αρχίζουν να φθείρονται, η αποδυνάμωση δεν είναι απλώς επικοινωνιακή. Είναι στρατηγική, μακροχρόνια και δυνητικά ιστορική. Οι δηλώσεις του Μαρτίου 2026 πρέπει να ιδωθούν ακριβώς μέσα σε αυτό το πρίσμα: όχι ως μεμονωμένη πολιτική εξάρση, αλλά ως συμπτωματική συμπύκνωση μιας νέας αμερικανικής αντίληψης για τον ρόλο των συμμαχιών.

Το ουσιώδες στοιχείο αυτής της νέας αντίληψης είναι ότι αντικαθιστά την έννοια της συλλογικής στρατηγικής κοινότητας με την έννοια της υπό όρους συμμετοχής. Σε μια τέτοια λογική, η συμμαχία δεν αποτελεί δεσμό με εγγενή πολιτική αξία, αλλά προσωρινή διάταξη συνεργασίας που οφείλει να αποδεικνύει διαρκώς τη χρησιμότητά της προς την ηγετική δύναμη. Αυτή η μετατόπιση έχει τεράστιες συνέπειες για την ανάλυση του διεθνούς συστήματος. Κατά τον 20ό αιώνα, η αμερικανική ισχύς υπήρξε ηγεμονική όχι μόνο επειδή μπορούσε να επιβληθεί, αλλά επειδή μπορούσε να οργανώνει. Η ικανότητα οργάνωσης περιλάμβανε τη διαμόρφωση κανόνων, τη σταθεροποίηση προσδοκιών, την κατανομή ρόλων και την εμπέδωση της αίσθησης ότι το σύστημα ασφαλείας λειτουργεί με προβλέψιμους όρους. Η σημερινή μετατόπιση προς μια περισσότερο προσωποπαγή, απρόβλεπτη και συναλλακτική πρόσληψη της εξωτερικής πολιτικής πλήττει ακριβώς αυτή τη λειτουργία. Η ισχύς παραμένει, αλλά η οργανωτική της διάσταση αμβλύνεται. Και χωρίς οργανωτική ισχύ, η ηγεμονία μεταπίπτει σε απλή υπεροχή πόρων, δηλαδή σε κατώτερη μορφή στρατηγικής κυριαρχίας. Το ΝΑΤΟ, ως θεσμός, δεν είναι απλώς μια δομή κοινών επιτελείων και στρατιωτικού συντονισμού. Είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου η αμερικανική ισχύς καθίσταται θεσμικά αποδεκτή, πολιτικά νομιμοποιημένη και στρατηγικά πολλαπλασιασμένη. Αν αυτός ο μηχανισμός αποδυναμωθεί από την ίδια την αμερικανική ηγεσία, τότε οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν γίνονται περισσότερο ελεύθερες. Γίνονται περισσότερο μόνες, άρα σε βάθος χρόνου περισσότερο εκτεθειμένες στο κόστος που συνεπάγεται η μονομερής διαχείριση μιας όλο και πιο σύνθετης παγκόσμιας τάξης. Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι αν η Ουάσιγκτον έχει το δικαίωμα να ασκεί πίεση. Προφανώς το έχει. Το πρόβλημα είναι ότι η πίεση αυτή, όταν αποσυνδέεται από την επιμονή στη θεσμική συνέχεια της συμμαχίας, μετατρέπεται σε παράγοντα αποδιάρθρωσης της ίδιας της δομής ισχύος πάνω στην οποία στηρίζεται η αμερικανική πρωτοκαθεδρία.

Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται και η θεμελιώδης θεωρητική διάσταση της υπόθεσης: η αποτροπή δεν είναι απλώς ικανότητα επιβολής κόστους στον αντίπαλο, αλλά σχέση πίστης ανάμεσα σε συμμάχους. Η διεθνής πολιτική συχνά αναλύεται με όρους ισορροπίας ισχύος, στρατιωτικών δεικτών, εξοπλιστικών δυνατοτήτων και επιχειρησιακής ετοιμότητας. Όλα αυτά είναι βεβαίως ουσιώδη. Όμως καμία συμμαχία δεν λειτουργεί μόνο με βάση τον υλικό της εξοπλισμό. Λειτουργεί επειδή τα μέλη της πιστεύουν ότι η δέσμευση του άλλου παραμένει ενεργή ακόμη και όταν το άμεσο, επιμέρους, βραχυπρόθεσμο συμφέρον δεν είναι απολύτως προφανές. Η αποτροπή, επομένως, έχει πάντοτε μια γνωσιακή και ηθικο-πολιτική διάσταση: προϋποθέτει πίστη στη μονιμότητα της βούλησης. Όταν η βούληση αυτή εμφανίζεται ως διαπραγματεύσιμη ανά κρίση, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι οι σύμμαχοι ανησυχούν. Είναι ότι και οι αντίπαλοι ενθαρρύνονται να εξετάσουν τα όρια της συμμαχικής αντοχής. Σε αυτό ακριβώς συνίσταται η στρατηγική ζημία μιας ασταθούς συμμαχικής ρητορικής. Δεν χρειάζεται να διαλυθεί τυπικά μια συμμαχία για να αποδυναμωθεί ουσιωδώς. Αρκεί να εισαχθεί συστηματική αμφιβολία για το πώς, πότε και υπό ποιους όρους θα ενεργοποιηθεί η έμπρακτη βούληση του ισχυρότερου μέλους της. Από τη στιγμή που εισέρχεται αυτή η αμφιβολία, μεταβάλλεται ολόκληρη η ψυχολογία της διεθνούς ισχύος. Οι μικρότεροι σύμμαχοι αρχίζουν να σχεδιάζουν εναλλακτικά σενάρια. Οι ουδέτεροι δρώντες επαναξιολογούν την ελκυστικότητα της δυτικής πλευράς. Οι ανταγωνιστές αναθεωρούν τον κίνδυνο που συνεπάγεται η πρόκληση μιας περιορισμένης κρίσης. Έτσι, η αποτροπή υποσκάπτεται όχι απαραίτητα από έλλειψη όπλων, αλλά από έλλειψη βεβαιότητας. Και η βεβαιότητα αυτή δεν είναι τεχνικό μέγεθος· είναι πολιτικό κεφάλαιο, σωρευμένο επί δεκαετίες. Όταν διαβρωθεί, δεν αποκαθίσταται εύκολα.

Αυτό εξηγεί γιατί η σημερινή κρίση γύρω από το ΝΑΤΟ δεν μπορεί να διαβαστεί επαρκώς μέσα από το στενό πρίσμα του burden-sharing, όσο πραγματικό κι αν είναι το ζήτημα της άνισης επιβάρυνσης. Αναμφίβολα, οι ευρωπαϊκές χώρες καθυστέρησαν επί μακρόν να αναπτύξουν τον αναγκαίο βαθμό στρατιωτικής ετοιμότητας και παραγωγικής επάρκειας. Οι τελευταίες όμως εξελίξεις δείχνουν ότι η περίοδος αυτή έχει ήδη αρχίσει να αναστρέφεται. Τα επίσημα στοιχεία της ΕΕ καταγράφουν σταθερή και σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών των κρατών-μελών, ενώ οι αποφάσεις που ακολούθησαν τη Σύνοδο της Χάγης το 2025 δείχνουν ότι η συζήτηση έχει μετακινηθεί από τον παλαιό στόχο του 2% σε ένα πολύ πιο φιλόδοξο πλαίσιο συνολικής επένδυσης στην άμυνα και στην ανθεκτικότητα, με χρονικό ορίζοντα το 2035. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει περιγράψει πλέον ένα περιβάλλον μαζικής κινητοποίησης πόρων, χρηματοδοτικών εργαλείων και βιομηχανικής ανασυγκρότησης, κάτι που θα ήταν αδιανόητο ως κανονικότητα λίγα χρόνια πριν. Η πολιτική σημασία αυτών των εξελίξεων δεν είναι μόνο λογιστική. Αποτυπώνει τη γέννηση μιας νέας ευρωπαϊκής συνείδησης ασφαλείας, μιας αντίληψης κατά την οποία η ήπειρος δεν μπορεί πλέον να νοείται ως προστατευόμενος οικονομικός χώρος χαμηλής στρατηγικής ευθύνης, αλλά ως αυτόνομος πόλος που οφείλει να διαθέτει παραγωγική, επιχειρησιακή και πολιτική επάρκεια. Υπό αυτό το πρίσμα, η αμερικανική πίεση είχε, παραδόξως, και έναν καταλυτικό ρόλο: εξανάγκασε την Ευρώπη να εγκαταλείψει μεγάλο μέρος της μεταψυχροπολεμικής αυταπάτης ότι η ασφάλεια μπορεί να είναι μόνιμα εξαγόμενη υπηρεσία. Όμως ακριβώς επειδή η ευρωπαϊκή αφύπνιση έχει ήδη αρχίσει, η συνέχιση της αμερικανικής αμφισβήτησης δεν λειτουργεί πια μόνο ως διορθωτική ώθηση. Λειτουργεί και ως κίνδυνος πολιτικής υπεραντίδρασης, που μπορεί να ωθήσει την Ευρώπη όχι απλώς στην ενίσχυση της δικής της συμβολής, αλλά στην εσωτερική ψυχολογική απομάκρυνση από τη διατλαντική βεβαιότητα.

Η ευρωπαϊκή διάσταση του προβλήματος, ωστόσο, δεν είναι μονοσήμαντη. Η Ευρώπη δεν αποτελεί ενιαίο στρατηγικό υποκείμενο με κοινή ταχύτητα αντίληψης, ταυτόσημο πολιτικό πολιτισμό ασφαλείας ή απολύτως ενοποιημένη αμυντική αγορά. Υπάρχουν κράτη που κινούνται ταχύτερα προς μια λογική στρατηγικής ενίσχυσης, άλλα που παραμένουν διστακτικά λόγω δημοσιονομικών, κοινωνικών ή πολιτικών περιορισμών, και άλλα που φοβούνται ότι η υπερβολική ευρωπαϊκή αυτονόμηση θα μπορούσε να λειτουργήσει ανταγωνιστικά προς το ΝΑΤΟ αντί να το ενισχύσει συμπληρωματικά. Παρ’ όλα αυτά, η συνολική τάση είναι σαφής: η ήπειρος σταδιακά αποδέχεται ότι η ασφάλεια δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην αμερικανική στρατιωτική ομπρέλα και ότι η πολιτική κυριαρχία στον 21ο αιώνα προϋποθέτει παραγωγική κυριαρχία, βιομηχανική επάρκεια, τεχνολογική ανθεκτικότητα και επιχειρησιακή δυνατότητα παρατεταμένης υποστήριξης. Αυτό σημαίνει ότι η κρίση του ΝΑΤΟ μπορεί να επιταχύνει τη διαμόρφωση μιας Ευρώπης πολύ σοβαρότερης ως προς την άμυνα, αλλά και πιο απαιτητικής ως προς τη σχέση της με την Ουάσιγκτον. Η παραδοσιακή λογική, σύμφωνα με την οποία η Ευρώπη προσφέρει πολιτική νομιμοποίηση και περιορισμένη υλική συνεισφορά ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες παρέχουν τον κορμό της αποτροπής, δεν επαρκεί πλέον. Το νέο μοντέλο που σταδιακά διαμορφώνεται είναι πιο σύνθετο: η Ευρώπη επιδιώκει να μεταβεί από τη θέση του συμμαχικού αποδέκτη προστασίας στη θέση του συμμέτοχου πυλώνα ασφαλείας. Αυτή η μετάβαση δεν είναι μόνο στρατιωτική αλλά βαθύτατα πολιτική. Ανασυνθέτει την ίδια την ευρωπαϊκή αυτοαντίληψη. Για δεκαετίες, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση οικοδομήθηκε πρωτίστως ως ειρηνευτικό, οικονομικό και κανονιστικό εγχείρημα. Σήμερα, χωρίς να παύει να είναι αυτό, υποχρεώνεται να ενσωματώσει ξανά τον σκληρό πυρήνα της ισχύος. Αν η διαδικασία αυτή ολοκληρωθεί, η Ευρώπη δεν θα μεταβληθεί σε αντίπαλο πόλο προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά σε βαρύτερο στρατηγικό εταίρο. Αν όμως η διαδικασία μείνει ημιτελής, τότε η ήπειρος κινδυνεύει να βρεθεί στο χειρότερο δυνατό ενδιάμεσο στάδιο: όχι αρκετά εξαρτημένη ώστε να αισθάνεται ασφαλής, αλλά ούτε αρκετά ικανή ώστε να είναι πραγματικά αυτάρκης.

Εδώ ακριβώς εμφανίζεται και η ιστορική ειρωνεία του τραμπικού λόγου. Ενώ διακηρύσσει ότι ζητεί περισσότερη υπευθυνότητα από τους συμμάχους, η μέθοδος με την οποία διατυπώνει την απαίτηση αυτή υπονομεύει τις προϋποθέσεις μέσα από τις οποίες η υπευθυνότητα μπορεί να καταστεί σταθερή και παραγωγική. Μια συμμαχία δεν ενισχύεται μόνο με αυξημένες υποχρεώσεις. Ενισχύεται όταν οι υποχρεώσεις αυτές εντάσσονται σε ένα πλαίσιο αμοιβαίας εμπιστοσύνης, καταμερισμένης νομιμοποίησης και σχετικά σταθερής αντίληψης του κοινού συμφέροντος. Αν, αντί γι’ αυτό, οι σύμμαχοι αισθανθούν ότι η ηγεσία είναι απρόβλεπτη, προσωποκεντρική και πρόθυμη να εργαλειοποιήσει τον πυρήνα της συλλογικής άμυνας ως μέσο στιγμιαίας πίεσης, τότε το πιθανότερο αποτέλεσμα δεν είναι η βαθύτερη πειθαρχία αλλά η αθόρυβη διαφοροποίηση. Οι κυβερνήσεις γίνονται πιο προσεκτικές, πιο εσωστρεφείς, λιγότερο διατεθειμένες να επενδύσουν πολιτικά στην προώθηση κοινών στρατηγικών ρίσκων, και περισσότερο επικεντρωμένες στην εθνική τους ασφαλιστική θωράκιση. Μεσοπρόθεσμα, αυτό δεν παράγει ισχυρότερο ΝΑΤΟ αλλά περισσότερο κατακερματισμένο δυτικό χώρο. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και καθώς οι συνολικές αμυντικές δαπάνες αυξάνονται, παράλληλα εντείνεται η συζήτηση για εναλλακτικά σχήματα συντονισμού, για επιτάχυνση ευρωπαϊκών εργαλείων χρηματοδότησης, για νέα βιομηχανικά συμπλέγματα και για πολυεπίπεδη περιφερειακή άμυνα. Η τάση αυτή δείχνει ότι η Ευρώπη δεν περιμένει πλέον παθητικά την αμερικανική σταθερότητα. Προετοιμάζεται για το ενδεχόμενο της διακοπτόμενης αμερικανικής αξιοπιστίας. Από τη σκοπιά των Ηνωμένων Πολιτειών, όμως, αυτό θα έπρεπε να θεωρείται σήμα συναγερμού και όχι επιτυχία πίεσης. Διότι μια ηγεμονία που ωθεί τους συμμάχους της να οικοδομούν διαρκώς ασφαλιστικά υποκατάστατα απέναντι στη δική της αβεβαιότητα δεν αυξάνει την επιρροή της. Τη μειώνει.

Υπάρχει, εξάλλου, και μια ευρύτερη διάσταση διεθνούς συστημικής μετάβασης που συχνά υποτιμάται. Η σημερινή κρίση του ΝΑΤΟ δεν αφορά μόνο το εσωτερικό της διατλαντικής σχέσης. Αφορά το πέρασμα από μια διεθνή τάξη σχετικά υψηλής θεσμικής πυκνότητας σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης γεωπολιτικής ρευστότητας, όπου οι μεγάλες δυνάμεις αναζητούν ελευθερία κινήσεων, οι μεσαίες δυνάμεις επιδιώκουν πολλαπλές εξισορροπήσεις και οι θεσμοί δοκιμάζονται ως προς την πραγματική τους ανθεκτικότητα. Σε μια τέτοια εποχή, οι συμμαχίες αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία ακριβώς επειδή η αβεβαιότητα αυξάνεται. Παραδόξως, όμως, την ίδια στιγμή γίνονται και περισσότερο εύθραυστες, διότι η πίεση για άμεση αποτελεσματικότητα οδηγεί συχνά στην υποτίμηση της θεσμικής βραδύτητας που είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της συνοχής τους. Το ΝΑΤΟ ανήκει σε μια ιστορική κατηγορία θεσμών που δεν λειτουργούν μόνο χάρη στη νομική τους μορφή, αλλά και χάρη στην αργή εσωτερίκευση κανόνων και ρόλων από τα μέλη τους. Όσο περισσότερο ο δημόσιος λόγος γύρω του γίνεται λόγος απειλής, τιμωρίας, μονομερούς αξιολόγησης και ιεραρχικής καχυποψίας, τόσο περισσότερο αποδυναμώνεται αυτή η εσωτερίκευση. Οι σύμμαχοι παύουν να αντιλαμβάνονται τη σχέση ως κοινό πολιτικό εγχείρημα και αρχίζουν να τη βιώνουν ως ασταθή πλατφόρμα συντονισμού υπό διαρκή δοκιμή. Αυτή η μεταβολή κουλτούρας είναι ίσως η σοβαρότερη συνέπεια της σημερινής κρίσης, διότι οι στρατηγικές κουλτούρες αλλάζουν αργά, αλλά όταν αλλάζουν επηρεάζουν γενιές πολιτικών αποφάσεων.

 Το μέλλον της διατλαντικής σχέσης θα κριθεί  από το αν μπορεί να επανασυσταθεί ένα αξιόπιστο σχήμα αμοιβαιότητας που να υπερβαίνει και τις δύο σημερινές παθολογίες: αφενός την ευρωπαϊκή τάση παθητικής προσδοκίας αμερικανικής κάλυψης, αφετέρου την αμερικανική τάση μετατροπής της ηγεσίας σε δημόσιο εργαλείο επιβολής. Μια βιώσιμη λύση απαιτεί αναθεμελίωση. Οι Ευρωπαίοι οφείλουν να αποδείξουν ότι η στρατηγική τους αφύπνιση δεν είναι πρόσκαιρη δημοσιονομική αντίδραση, αλλά σταθερός αναπροσανατολισμός κρατικής ικανότητας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, αντιστοίχως, οφείλουν να κατανοήσουν ότι η ηγεσία στη διεθνή πολιτική δεν είναι μόνο προνόμιο αλλά και τεχνολογία σταθερότητας. Δεν αρκεί να είσαι ο ισχυρότερος· πρέπει και να πείθεις ότι η ισχύς σου παραμένει ενταγμένη σε ένα πλαίσιο κανόνων, διάρκειας και προβλεψιμότητας. Διαφορετικά, η ηγεμονία παύει να είναι ελκυστική και γίνεται απλώς φοβική ή εργαλειακή, άρα λιγότερο βιώσιμη. Η ουσία είναι ότι το ΝΑΤΟ δεν μπορεί να επιβιώσει μακροπρόθεσμα ούτε ως μηχανισμός αμερικανικής φιλανθρωπίας ούτε ως πλατφόρμα ευρωπαϊκής αδράνειας ούτε ως πεδίο περιοδικών εκβιαστικών διακηρύξεων. Μπορεί να επιβιώσει μόνο ως ανανεωμένη κοινότητα στρατηγικής ευθύνης, όπου η ισχύς διανέμεται άνισα αλλά η πολιτική αξιοπιστία παραμένει κοινό αγαθό.

Υπό αυτή την έννοια, οι δηλώσεις Τραμπ περί του ΝΑΤΟ είναι πολύ σημαντικότερες από το άμεσο ειδησεογραφικό τους περιεχόμενο. Αποτελούν ένδειξη ότι η διατλαντική σχέση έχει εισέλθει σε φάση εννοιολογικής αναμέτρησης για τον ίδιο της τον χαρακτήρα. Το ερώτημα δεν είναι πλέον απλώς πόσα ξοδεύει κάθε χώρα ή πόσο γρήγορα αυξάνει την παραγωγή της αμυντικής της βιομηχανίας. Το βαθύτερο ερώτημα είναι αν η Δύση μπορεί ακόμη να λειτουργήσει ως θεσμικός πολιτισμός ισχύος ή αν διολισθαίνει σε μια χαλαρότερη, πιο αποσπασματική, πιο συναλλακτική και εντέλει λιγότερο αξιόπιστη μορφή στρατηγικής συνύπαρξης. Η πρώτη εκδοχή απαιτεί δύσκολες μεταρρυθμίσεις, μεγαλύτερο ευρωπαϊκό βάρος, σοβαρότερη βιομηχανική ανασυγκρότηση και αμερικανική αυτοσυγκράτηση ως προς τη δημόσια εργαλειοποίηση της συμμαχίας. Η δεύτερη είναι ευκολότερη βραχυπρόθεσμα, αλλά εξαιρετικά επικίνδυνη μακροπρόθεσμα, διότι παράγει έναν δυτικό χώρο πλουσιότερο σε μέσα αλλά φτωχότερο σε συνοχή, άρα λιγότερο ικανό να οργανώσει τη διεθνή τάξη υπέρ των συμφερόντων και των αξιών του. Αυτό είναι και το πραγματικό ιστορικό βάθος της τρέχουσας αντιπαράθεσης. Δεν πρόκειται μόνο για μια πολιτική δήλωση ή για ένα ακόμη επεισόδιο διατλαντικής έντασης. Πρόκειται για δοκιμασία του αν η μεταπολεμική Δύση μπορεί να ανανεώσει το θεσμικό της ένστικτο σε μια εποχή όπου ο πειρασμός της μονομερούς συναλλαγής επιστρέφει με σφοδρότητα. Εάν αποτύχει, η φθορά δεν θα εκδηλωθεί μονομιάς, αλλά σωρευτικά: με σταδιακή απώλεια εμπιστοσύνης, με κατακερματισμό των στρατηγικών προτεραιοτήτων, με άνοδο εναλλακτικών κέντρων βάρους και με ολοένα δυσκολότερη μετατροπή της δυτικής ισχύος σε συνεκτικό διεθνές αποτέλεσμα. Εάν, αντίθετα, επιτύχει, τότε η παρούσα κρίση μπορεί να λειτουργήσει ως σκληρό αλλά αναγκαίο στάδιο μετάβασης προς μια πιο ώριμη, ισορροπημένη και ιστορικά ανθεκτική διατλαντική τάξη