Η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων αποτελεί ένα από τα πιο καθοριστικά φαινόμενα στη σύγχρονη ιστορία του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους. Ενώ παραδοσιακά η προστασία της εργασίας στηριζόταν στην αρχή της συλλογικής αυτονομίας, στην κρατική ρύθμιση και στη θεσμική διασφάλιση των εργαζομένων, η δεκαετία των κρίσεων ανέκοψε αυτήν τη θεσμική συνέχεια. Η απορρύθμιση δεν λειτούργησε μόνο στο επίπεδο μείωσης των δικαιωμάτων, αλλά κυρίως ως αλλαγή παραδείγματος: από το μοντέλο της συλλογικής προστασίας μετατοπίστηκε η έμφαση στην ατομική διαπραγμάτευση και στις ευέλικτες μορφές απασχόλησης.
Οι πολιτικές λιτότητας που επιβλήθηκαν μετά την οικονομική κρίση της περιόδου 2009–2015 ενίσχυσαν αυτόν τον μετασχηματισμό. Η αποδυνάμωση των συλλογικών συμβάσεων, η περιορισμένη επεκτασιμότητα, η κατάργηση της ιεραρχίας των συλλογικών ρυθμίσεων και η προώθηση της επιχειρησιακής ή ατομικής διαπραγμάτευσης δημιούργησαν μια θεσμική πραγματικότητα όπου οι παραδοσιακές έννοιες του εργατικού δικαίου τέθηκαν υπό αμφισβήτηση. Στην πραγματικότητα, η απορρύθμιση αποτέλεσε μια μορφή θεσμικού πειράματος, με αντικείμενο τη δοκιμασία της αντοχής του κοινωνικού κράτους.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία υπογραμμίζει ότι τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής υπήρξαν πολλαπλά και αντιφατικά. Σε χώρες με θεσμικά ανεπτυγμένους συλλογικούς μηχανισμούς και υψηλή συνδικαλιστική πυκνότητα, η απορρύθμιση λειτούργησε οριακά και προσωρινά. Αντιθέτως, στα συστήματα όπου οι συλλογικοί θεσμοί ήταν ασθενείς, η απορρύθμιση οδήγησε σε αύξηση των επισφαλών μορφών απασχόλησης, σε υποχώρηση των μισθών και σε διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων.
Το συμπέρασμα είναι ότι η απορρύθμιση δεν αποτελεί ουδέτερο θεσμικό εργαλείο, αλλά πολιτική επιλογή με κοινωνικές συνέπειες. Το δίλημμα δεν ήταν ποτέ «ευελιξία ή προστασία», αλλά «ποια μορφή ευελιξίας μπορεί να συνδυαστεί με κοινωνική δικαιοσύνη». Έτσι, η επαναρρύθμιση της αγοράς εργασίας δεν συνιστά απλή επιστροφή στο παρελθόν, αλλά μετάβαση σε ένα υβριδικό μοντέλο όπου τα συλλογικά δικαιώματα και η κοινωνική προστασία ενσωματώνονται σε ένα νέο κανονιστικό πλαίσιο.
Η επαναρρύθμιση που παρατηρείται σήμερα στην Ευρώπη δεν είναι ομοιόμορφη, αλλά στηρίζεται σε κοινές αρχές:
– αναγνώριση της συλλογικής αυτονομίας ως βασικού πυλώνα προστασίας της εργασίας,
– επανενίσχυση της συλλογικής διαπραγμάτευσης,
– σύνδεση της οικονομικής ανάπτυξης με τη δίκαιη κατανομή των πόρων,
– ρυθμιστικές παρεμβάσεις για τις νέες μορφές εργασίας.
Η μετάβαση από την απορρύθμιση στην επαναρρύθμιση δεν συνιστά νομοθετικό βήμα, αλλά δομική αλλαγή στο σκεπτικό της εργασιακής προστασίας. Η συλλογική σύμβαση επανέρχεται ως μηχανισμός οργάνωσης της αγοράς εργασίας, αντιμετώπισης της αβεβαιότητας και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής. Η ευρωπαϊκή σύγκριση αποκαλύπτει ότι οι κοινωνίες με ισχυρούς συλλογικούς θεσμούς αντιμετωπίζουν αποτελεσματικότερα τις αναταράξεις της παγκοσμιοποίησης και της ψηφιακής οικονομίας.
Το θεσμικό συμπέρασμα είναι ότι η συλλογική προστασία δεν αποτελεί διεκδίκηση του παρελθόντος, αλλά αναγκαίο πυλώνα μιας σύγχρονης δημοκρατικής και βιώσιμης αγοράς εργασίας. Η επαναρρύθμιση της εργασίας δεν είναι μια επιστροφή στο παλαιό μοντέλο του κράτους πρόνοιας, αλλά η αναβάθμισή του στο πλαίσιο νέων οικονομικών και τεχνολογικών απαιτήσεων.
Η εργασιακή προστασία δεν μπορεί να υποκατασταθεί από μηχανισμούς της αγοράς ούτε από ατομικές λύσεις. Αντιθέτως, συνιστά συλλογική εγγύηση για τη λειτουργία του κοινωνικού κράτους και για την ίδια τη δημοκρατία.
Πρόσφατα σχόλια