Η διαδρομή του ΣΥΡΙΖΑ από το 36% στην πολιτική περιδίνηση δεν είναι ευθύγραμμη πτώση. Είναι στρωματογραφία απονομιμοποίησης. Κάθε φάση πρόσθεσε νέο ρήγμα πάνω στο προηγούμενο: πρώτα η διάψευση της αντιμνημονιακής παντοδυναμίας, έπειτα η κυβερνητική φθορά, μετά η αδυναμία ιδεολογικής μετατροπής, στη συνέχεια η αντιπολιτευτική ανεπάρκεια, κατόπιν η εκλογική αποκαθήλωση, ύστερα η ηγετική κρίση, η εσωκομματική διάλυση, η διάσπαση, η αποτυχία των παραφυάδων να αποκτήσουν κοινωνική ισχύ και, τέλος, η δημοσκοπική υποχώρηση σε επίπεδα σχεδόν πολιτικής εξαφάνισης. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έπεσε επειδή συνέβη ένα γεγονός. Έπεσε επειδή πολλά διαφορετικά είδη νομιμοποίησης χάθηκαν διαδοχικά: ηθική νομιμοποίηση, κυβερνητική νομιμοποίηση, κοινωνική νομιμοποίηση, οργανωτική νομιμοποίηση και συμβολική νομιμοποίηση.
Το πρώτο ρήγμα ήταν η μετάβαση από τη ρητορική της ανατροπής στην πράξη του συμβιβασμού. Η κοινωνία μπορούσε να δεχθεί έναν δύσκολο συμβιβασμό αν πίστευε ότι αυτός υπηρετούσε ένα βαθύτερο σχέδιο. Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατόρθωσε να εξηγήσει πειστικά τι είδους χώρα ήθελε να οικοδομήσει μετά τον συμβιβασμό. Η περίοδος 2015–2019 είχε επιμέρους πολιτικές, κοινωνικά αντίμετρα και προσπάθειες εξισορρόπησης, αλλά δεν παρήγαγε μεγάλο μεταρρυθμιστικό αφήγημα. Το κόμμα που είχε έρθει για να αλλάξει το κράτος κατέληξε σε μεγάλο βαθμό να διαχειρίζεται το κράτος. Το κόμμα που είχε καταγγείλει την παλιά πολιτική ηθική κατηγορήθηκε ότι προσαρμόστηκε σε αυτήν. Το κόμμα που μιλούσε για κοινωνική δικαιοσύνη δεν μπόρεσε να πείσει αρκετούς μικρομεσαίους, εργαζόμενους και νέους ότι η δική του διακυβέρνηση βελτίωσε ουσιαστικά τη θέση τους.
Το δεύτερο ρήγμα ήταν η αντιπολιτευτική περίοδος 2019–2023. Με 31,53% το 2019, ο ΣΥΡΙΖΑ είχε μια σπάνια ευκαιρία: να χρησιμοποιήσει την ήττα όχι ως αναμονή επιστροφής, αλλά ως εργαστήριο ανασύνθεσης. Θα μπορούσε να αναστοχαστεί το 2015, να μιλήσει ειλικρινά για αυταπάτες και περιορισμούς, να δημιουργήσει νέο πρόγραμμα για μισθούς, στέγη, παραγωγή, κράτος, θεσμούς και νεολαία, να ανοίξει σοβαρό διάλογο με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και να χτίσει οργανωτική βάση. Αντί γι’ αυτό, συχνά συμπεριφέρθηκε σαν το πρόβλημα να ήταν κυρίως επικοινωνιακό ή σαν η φθορά της ΝΔ να αρκούσε για να τον επαναφέρει. Η αντιπολίτευση δεν έγινε παραγωγή εμπιστοσύνης. Έγινε σε μεγάλο βαθμό παράταση του αντιδεξιού αντανακλαστικού.
Το τρίτο ρήγμα ήταν η διπλή εκλογική συντριβή του 2023. Η πτώση από το 31,53% στο 20,07% και μετά στο 17,83% δεν ήταν απλώς αριθμητική πτώση. Ήταν αλλαγή καθεστώτος. Ο ΣΥΡΙΖΑ πέρασε από κόμμα που έχασε την κυβέρνηση σε κόμμα που έχασε την εικόνα της εναλλακτικής κυβέρνησης. Η διαφορά είναι τεράστια. Η κοινωνία δεν είπε απλώς «δεν σας επιλέγω τώρα». Είπε «δεν σας εμπιστεύομαι ως λύση». Αυτό αφαίρεσε από τον ΣΥΡΙΖΑ τον βασικό μηχανισμό που συγκρατούσε την εσωτερική του συνοχή: την προσδοκία εξουσίας. Χωρίς αυτήν, οι διαφορές που προηγουμένως έμεναν υποταγμένες στον στόχο επιστροφής έγιναν συγκρούσεις επιβίωσης.
Το τέταρτο ρήγμα ήταν η κρίση ηγεσίας. Η αποχώρηση Τσίπρα από την προεδρία ήταν ιστορικά αναπόφευκτη μετά την ήττα, αλλά οργανωτικά καταστροφική για ένα κόμμα που δεν είχε μάθει να λειτουργεί χωρίς αυτόν. Ο Τσίπρας ήταν ταυτόχρονα το μεγαλύτερο κεφάλαιο και το μεγαλύτερο όριο του ΣΥΡΙΖΑ. Ενοποιούσε, αλλά σκίαζε. Συγκινούσε, αλλά εμπόδιζε την παραγωγή συλλογικής ηγεσίας. Έδινε κυβερνητική μνήμη, αλλά παρέπεμπε και στις μεγάλες ματαιώσεις. Όταν έφυγε, δεν αποκαλύφθηκε μια ώριμη παράταξη έτοιμη να συζητήσει στρατηγικά. Αποκαλύφθηκε ένας οργανισμός με αδύναμους θεσμούς, αντιφατικές κουλτούρες και ανεπεξέργαστη ταυτότητα.
Το πέμπτο ρήγμα ήταν η εσωκομματική μετάλλαξη μέσω Κασσελάκη. Η εκλογή του δεν πρέπει να ιδωθεί απλώς ως λάθος της βάσης ή ως εισβολή επικοινωνιακού λαϊκισμού. Ήταν πιο βαθύ φαινόμενο: η βάση ή ένα μέρος της αναζητούσε βίαιη έξοδο από την ήττα, αδιαφορώντας για τη συνέχεια της ιστορικής ταυτότητας. Αυτό σημαίνει ότι η παλιά ταυτότητα είχε ήδη χάσει τη δεσμευτική της δύναμη. Αν η οργανωμένη Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ακόμη ζωντανή, δεν θα μπορούσε τόσο εύκολα να υποκατασταθεί από ένα αρχηγικό, προσωποκεντρικό, υψηλής επικοινωνιακής έντασης σχήμα. Η εκλογή Κασσελάκη ήταν το σημείο στο οποίο η κομματική απονομιμοποίηση έγινε αισθητική, γλωσσική και πολιτισμική. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έμοιαζε απλώς αδύναμος. Έμοιαζε αγνώριστος.
Το έκτο ρήγμα ήταν η διάσπαση και η αποτυχία της διάσπασης να γίνει πειστική λύση. Η Νέα Αριστερά παρουσιάστηκε ως προσπάθεια ανάκτησης σοβαρότητας, πολιτικής αξιοπρέπειας και αριστερής συνέχειας. Όμως δεν απέκτησε την κοινωνική δυναμική που θα επιβεβαίωνε ότι το πρόβλημα ήταν μόνο η ηγετική μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ. Η αδυναμία της να υπερβεί το στελεχιακό επίπεδο και η μετέπειτα διάλυσή της ως κοινοβουλευτικής ομάδας δείχνουν ότι η κρίση ήταν μεγαλύτερη από τη σύγκρουση Κασσελάκη–παλαιών στελεχών. Δεν υπήρχε πλέον συμπαγές κοινωνικό σώμα που να αναζητά απλώς «σοβαρότερο ΣΥΡΙΖΑ». Υπήρχε διάχυτη απογοήτευση, κατακερματισμένη αναμονή και αναζήτηση νέου φορέα.
Το έβδομο ρήγμα είναι η σημερινή δημοσκοπική εικόνα. Τα ευρήματα του 2026, με τον ΣΥΡΙΖΑ να εμφανίζεται σε οριακά ποσοστά και την ΕΛ.Α.Σ. του Τσίπρα να καταγράφεται σε ορισμένες μετρήσεις ως δεύτερος πόλος, δείχνουν ότι η απονομιμοποίηση του κομματικού κελύφους έχει σχεδόν ολοκληρωθεί. Το πιο σημαντικό δεν είναι το ακριβές ποσοστό κάθε μέτρησης. Είναι η σχέση ανάμεσα στο όνομα, τη μνήμη και την κοινωνική μεταφορά. Ο ΣΥΡΙΖΑ ως όνομα δεν συγκρατεί πια τη μνήμη του 2015. Ο Τσίπρας ως πρόσωπο φαίνεται, σε ένα μέρος των πολιτών, να διατηρεί μεγαλύτερη πολιτική αξία από το κόμμα που τον ανέδειξε. Αυτό είναι ίσως η τελική μορφή απονομιμοποίησης: όταν το κόμμα γίνεται μικρότερο από το σύμβολο που κάποτε το εκπροσωπούσε.
Η διαδρομή από το 36% στην περιδίνηση είναι, τελικά, διαδρομή από την ιστορική υπερφόρτιση στην πολιτική αποφόρτιση. Το 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ σήμαινε ελπίδα, αντίσταση, αξιοπρέπεια, τιμωρία του παλιού συστήματος, κοινωνική δικαιοσύνη, δυνατότητα ανατροπής. Μετά από μια δεκαετία, για μεγάλο μέρος της κοινωνίας σημαίνει ματαίωση, σύγχυση, διάσπαση, εσωστρέφεια, επικοινωνιακή αστάθεια και απώλεια σοβαρότητας. Τα κόμματα δεν πεθαίνουν μόνο όταν χάνουν ψήφους. Πεθαίνουν όταν οι λέξεις τους χάνουν συναισθηματική και πολιτική ισχύ. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε ακριβώς αυτό: τη δύναμη των λέξεών του. Η «ελπίδα», η «ανατροπή», η «δικαιοσύνη», η «πρώτη φορά Αριστερά» δεν λειτουργούν πια ως υπόσχεση μέλλοντος, αλλά ως θραύσματα παρελθόντος.
Αν αυτή η διαδρομή έχει ευρύτερη σημασία, είναι επειδή δείχνει πώς απονομιμοποιείται ένα κόμμα που γεννιέται από κρίση αλλά δεν καταφέρνει να γίνει θεσμός μετά την κρίση. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν απέτυχε μόνο επειδή έκανε λάθη. Απέτυχε επειδή δεν μετέτρεψε την εκρηκτική κοινωνική εντολή του 2015 σε διαρκή πολιτική μορφή. Δεν έγινε παράταξη. Δεν έγινε βαθύ κόμμα. Δεν έγινε σοβαρή σοσιαλδημοκρατία. Δεν παρέμεινε ριζοσπαστική Αριστερά. Δεν έγινε πειστικός φορέας μεταρρύθμισης. Έγινε, σταδιακά, πεδίο σύγκρουσης των ίδιων των αντιφάσεών του.
Πρόσφατα σχόλια