Η σταδιακή αλλά συστηματική μετατόπιση της διεθνούς σύγκρουσης από το καθαρά στρατιωτικό στο οικονομικό πεδίο συνιστά μία από τις βαθύτερες δομικές αλλαγές της παγκόσμιας τάξης μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Δεν πρόκειται για συγκυριακή προσαρμογή ή για τακτική επιλογή περιορισμένης εμβέλειας, αλλά για αναδιάρθρωση του ίδιου του τρόπου με τον οποίο η ισχύς ασκείται, νομιμοποιείται και θεσμοποιείται. Η οικονομία παύει να αποτελεί απλώς το υπόβαθρο της στρατιωτικής ισχύος και αναδεικνύεται σε αυτόνομο πεδίο σύγκρουσης, με δική του λογική, μέσα και μορφές καταναγκασμού.

Η κλασική ρεαλιστική θεωρία αντιμετώπισε ιστορικά την οικονομία ως υποστηρικτικό παράγοντα της στρατιωτικής ισχύος. Η παραγωγική βάση, η βιομηχανική ικανότητα και η πρόσβαση σε πόρους νοούνταν ως μέσα ενίσχυσης της πολεμικής δυνατότητας. Ωστόσο, στη σύγχρονη διεθνή πολιτική οικονομία, η ίδια η οικονομική δομή μετατρέπεται σε όπλο. Κυρώσεις, χρηματοπιστωτικοί αποκλεισμοί, τεχνολογικοί περιορισμοί, έλεγχος αλυσίδων αξίας και νομισματική ισχύς λειτουργούν ως μηχανισμοί άσκησης πίεσης χωρίς την άμεση χρήση βίας.

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι ουδέτερη θεσμικά. Αντίθετα, αναδιαμορφώνει τις βάσεις της διεθνούς τάξης που οικοδομήθηκε μεταπολεμικά πάνω στην αρχή της διάκρισης μεταξύ οικονομικής συνεργασίας και στρατιωτικής σύγκρουσης. Η φιλελεύθερη διεθνής τάξη υποσχόταν ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα λειτουργήσει αποτρεπτικά έναντι της σύγκρουσης. Σήμερα, η αλληλεξάρτηση μετατρέπεται σε εργαλείο καταναγκασμού, αποκαλύπτοντας μια βαθιά αντιστροφή της αρχικής υπόσχεσης.

Από τη σκοπιά του θεσμικού φιλελευθερισμού, η μετατόπιση αυτή συνιστά σοβαρή πρόκληση. Οι διεθνείς οικονομικοί θεσμοί σχεδιάστηκαν για να μειώνουν την αβεβαιότητα, να ενισχύουν τη συνεργασία και να περιορίζουν τη μονομερή χρήση ισχύος. Όταν όμως οι ίδιες οι θεσμικές υποδομές —χρηματοπιστωτικά συστήματα, εμπορικά καθεστώτα, κανονιστικά πρότυπα— χρησιμοποιούνται ως όπλα, τότε οι θεσμοί παύουν να λειτουργούν ως ουδέτεροι διαμεσολαβητές και μετατρέπονται σε πεδία σύγκρουσης.

Η κριτική πολιτική οικονομία ερμηνεύει τη μετάβαση αυτή ως αναγκαία προσαρμογή ενός συστήματος που επιδιώκει να διατηρήσει την ιεραρχία του χωρίς το κόστος της ανοιχτής πολεμικής σύγκρουσης. Η οικονομική σύγκρουση επιτρέπει την άσκηση πίεσης με χαμηλότερο πολιτικό κόστος, μειωμένο άμεσο ρίσκο και μεγαλύτερη χρονική διάρκεια. Πρόκειται για μορφή «δομικής βίας», όπου οι συνέπειες είναι διάχυτες, σταδιακές και συχνά αποπολιτικοποιημένες στο δημόσιο λόγο.

Η αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της δομικής μετατόπισης. Η σύγκρουση δεν διεξάγεται κυρίως μέσω άμεσης στρατιωτικής αντιπαράθεσης, αλλά μέσω ενός πλέγματος οικονομικών, χρηματοπιστωτικών και θεσμικών περιορισμών που στοχεύουν στη σταδιακή αποδυνάμωση της κρατικής ικανότητας και της κοινωνικής αντοχής. Η οικονομία λειτουργεί εδώ ως το κύριο πεδίο σύγκρουσης, ενώ το στρατιωτικό στοιχείο παραμένει σε δεύτερο επίπεδο ως απειλή ή αποτρεπτικός μηχανισμός.

Η μετατόπιση αυτή έχει βαθιές συνέπειες για τη διεθνή τάξη. Πρώτον, θολώνει τα όρια μεταξύ ειρήνης και σύγκρουσης. Η απουσία πολεμικών επιχειρήσεων δεν συνεπάγεται απουσία σύγκρουσης, αλλά μετάβαση σε ένα καθεστώς μόνιμης πίεσης. Δεύτερον, υπονομεύει τη θεσμική προβλεψιμότητα. Όταν οι οικονομικοί κανόνες εφαρμόζονται επιλεκτικά, οι αγορές παύουν να λειτουργούν ως μηχανισμοί σταθερότητας και μετατρέπονται σε φορείς αβεβαιότητας.

Τρίτον, η οικονομικοποίηση της σύγκρουσης επιφέρει μια αναδιάταξη της πολιτικής ευθύνης. Οι αποφάσεις που έχουν βαθιές κοινωνικές και ανθρωπιστικές συνέπειες παρουσιάζονται ως τεχνικές ή αναγκαίες, αποσυνδέοντας την ισχύ από τη δημοκρατική λογοδοσία. Η σύγκρουση αποπολιτικοποιείται ρητορικά, ενώ στην πράξη εντείνεται.

Σε δομικό επίπεδο, η μετατόπιση από το στρατιωτικό στο οικονομικό πεδίο σηματοδοτεί τη μετάβαση σε μια διεθνή τάξη όπου η σύγκρουση δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά κανονικότητα. Η ισχύς δεν εκδηλώνεται μέσα από στιγμιαία γεγονότα υψηλής έντασης, αλλά μέσω μακρόχρονων διαδικασιών φθοράς. Η διάρκεια αντικαθιστά την ένταση ως βασικό χαρακτηριστικό της σύγκρουσης.

Το κρίσιμο θεωρητικό συμπέρασμα είναι ότι η διεθνής τάξη δεν αποστρατιωτικοποιείται, αλλά αναδιαρθρώνεται. Η στρατιωτική ισχύς παραμένει στο υπόβαθρο, αλλά η οικονομική ισχύς αναλαμβάνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην καθημερινή αναπαραγωγή της ιεραρχίας. Η σύγκρουση γίνεται λιγότερο ορατή, αλλά περισσότερο διεισδυτική.

Σε αυτή τη νέα συνθήκη, η διεθνής πολιτική οικονομία δεν μπορεί πλέον να αναλυθεί ως πεδίο συνεργασίας με περιστασιακές παρεκκλίσεις σύγκρουσης. Αντίθετα, αποτελεί το κύριο πεδίο όπου η σύγκρουση θεσμοποιείται, κανονικοποιείται και αποκτά διάρκεια. Η μετατόπιση αυτή δεν είναι παροδική. Συνιστά δομική αλλαγή της διεθνούς τάξης, με συνέπειες που θα καθορίσουν τη μορφή της παγκόσμιας πολιτικής για τις επόμενες δεκαετίες.