Η Γροιλανδία εντάσσεται σε ένα ευρύτερο γεωστρατηγικό περιβάλλον, όπου η Αρκτική μετατρέπεται σταδιακά από περιφερειακή ζώνη χαμηλής έντασης σε κεντρικό πεδίο ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων. Η τήξη των πάγων, η πρόσβαση σε νέες θαλάσσιες οδούς και η συγκέντρωση κρίσιμων φυσικών πόρων αναδιαμορφώνουν ριζικά τη σημασία της περιοχής, καθιστώντας την Αρκτική έναν από τους βασικούς άξονες της παγκόσμιας γεωπολιτικής.

Η Ρωσία αντιμετωπίζει την Αρκτική ως προέκταση της στρατηγικής της επικράτειας, επενδύοντας συστηματικά σε στρατιωτικές υποδομές, λιμάνια και παγοθραυστικά, ενώ η Κίνα, αν και μη αρκτικό κράτος, αυτοπροσδιορίζεται ως «σχεδόν αρκτική δύναμη», επιδιώκοντας πρόσβαση μέσω επενδύσεων, επιστημονικής παρουσίας και ναυτιλιακών σχεδίων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, αντιλαμβανόμενες την καθυστέρησή τους, επαναπροσδιορίζουν την Αρκτική ως κρίσιμο μέτωπο εθνικής ασφάλειας, στο οποίο η Γροιλανδία λειτουργεί ως αναντικατάστατος κόμβος.

Σε αυτό το περιβάλλον αυξανόμενης έντασης, η Ευρώπη εμφανίζεται στρατηγικά κατακερματισμένη. Παρά το γεγονός ότι αρκετά κράτη-μέλη της ΕΕ είναι άμεσα αρκτικά ή γειτνιάζουν με την περιοχή, η Ένωση στερείται ενιαίας, συνεκτικής και επιχειρησιακά αξιόπιστης αρκτικής στρατηγικής. Η εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες για ζητήματα σκληρής ασφάλειας περιορίζει τη δυνατότητα αυτόνομης ευρωπαϊκής παρέμβασης, ακόμη και όταν διακυβεύονται άμεσα συμφέροντα κράτους-μέλους.

Η κρίση της Γροιλανδίας αναδεικνύει με τον πιο σαφή τρόπο αυτό το στρατηγικό έλλειμμα. Η Ευρώπη καλείται να υπερασπιστεί την εδαφική ακεραιότητα ενός μέλους της απέναντι σε έναν σύμμαχο, χωρίς να διαθέτει επαρκή εργαλεία αποτροπής ή πίεσης. Η διπλωματική στήριξη και οι δηλώσεις αρχών, αν και απαραίτητες, αποδεικνύονται ανεπαρκείς όταν δεν συνοδεύονται από απτή στρατηγική ισχύ.

Ταυτόχρονα, η Αρκτική αναδεικνύεται σε πεδίο σύγκρουσης διαφορετικών αντιλήψεων περί διακυβέρνησης. Από τη μία πλευρά, ένα πολυμερές μοντέλο βασισμένο σε κανόνες, περιβαλλοντική προστασία και συνεργασία. Από την άλλη, μια ρεαλιστική προσέγγιση ισχύος, όπου η παρουσία και ο έλεγχος προηγούνται των θεσμικών δεσμεύσεων. Η στάση της Ευρώπης απέναντι στη Γροιλανδία θα αποτελέσει ένδειξη του ποιο από τα δύο μοντέλα είναι διατεθειμένη να υπερασπιστεί στην πράξη.

Η υπόθεση αυτή καθιστά σαφές ότι η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης δεν αποτελεί αφηρημένο πολιτικό σύνθημα, αλλά προϋπόθεση επιβίωσης σε ένα σύστημα αυξανόμενης γεωπολιτικής ρευστότητας. Χωρίς ουσιαστική παρουσία, επενδύσεις και ικανότητα ταχείας αντίδρασης στην Αρκτική, η Ευρωπαϊκή Ένωση κινδυνεύει να παραμείνει θεατής σε εξελίξεις που θα καθορίσουν το μέλλον της ευρωπαϊκής ασφάλειας.