Το άρθρο 11ο του Συντάγματος συγκροτεί μια ιδιαίτερη μορφή κατανομής της συντακτικής εξουσίας. Η αναθεωρητική εξουσία επιμερίζεται σε δύο διαδοχικές Βουλές, οι οποίες αντλούν τη νομιμοποίησή τους από διαφορετικές εκλογικές στιγμές και ασκούν διαφορετική λειτουργία. Η πρώτη ανοίγει το αναθεωρητικό πεδίο, προσδιορίζει τις διατάξεις που μπορούν να μεταβληθούν και επηρεάζει το πλειοψηφικό κατώφλι της επόμενης φάσης. Η δεύτερη με τη σειρά της ενεργεί μέσα στο πεδίο που της παραδόθηκε και μετατρέπει την αναθεωρητική δυνατότητα σε νέο δεσμευτικό κανόνα. Η σχέση τους δεν είναι σχέση απλής χρονικής διαδοχής. Είναι σχέση αμοιβαίας ενεργοποίησης και περιορισμού: καμία από τις δύο δεν διαθέτει από μόνη της πλήρη κυριότητα επί της αναθεώρησης.

Η βαθύτερη λογική του συστήματος συνδέεται με τη διάκριση ανάμεσα στην πρωτογενή συντακτική εξουσία και στην παράγωγη αναθεωρητική λειτουργία. Η πρώτη εμφανίζεται στις στιγμές θεμελίωσης μιας νέας συνταγματικής τάξης και δεν αντλεί την αρμοδιότητά της από το προηγούμενο Σύνταγμα. Η δεύτερη υπάρχει επειδή το ισχύον Σύνταγμα την προβλέπει, την οργανώνει και την περιορίζει. Η Βουλή, όταν αναθεωρεί, δεν μετατρέπεται σε κυρίαρχη συντακτική συνέλευση. Παραμένει συντεταγμένο όργανο, δεσμευμένο από τα διαδικαστικά κατώφλια, από το αντικείμενο της προηγούμενης απόφασης και από τις ρητώς μη αναθεωρήσιμες διατάξεις που προστατεύουν τη μορφή του πολιτεύματος, την ανθρώπινη αξία, βασικές όψεις της ισότητας, της προσωπικής ελευθερίας, της θρησκευτικής ελευθερίας και της διάκρισης των λειτουργιών. Η χρονική διάσπαση της αναθεώρησης υπηρετεί ακριβώς αυτή τη μη κυριαρχική φυσιογνωμία της: κανένα συγκυριακό εκλογικό αποτέλεσμα δεν αρκεί για να προσδώσει σε μία μόνη κοινοβουλευτική πλειοψηφία εξουσία μονομερούς επανακαθορισμού των θεμελιωδών κανόνων.

Το ισχύον άρθρο 110 οργανώνει αυτή την κατανομή με ένα σύστημα αντίστροφης διαβάθμισης των πλειοψηφιών. Η πρώτη Βουλή διαπιστώνει την ανάγκη αναθεώρησης με δύο ψηφοφορίες, οι οποίες απέχουν τουλάχιστον έναν μήνα. Εάν η πρόταση συγκεντρώσει τουλάχιστον 180 ψήφους, η επόμενη Βουλή μπορεί να καθορίσει το νέο περιεχόμενο με 151. Εάν συγκεντρώσει από 151 έως 179 ψήφους, η δεύτερη φάση απαιτεί 180. Το Σύνταγμα δεν αξιώνει, συνεπώς, αυξημένη πλειοψηφία τριών πέμπτων σε αμφότερες τις φάσεις. Αξιώνει να υπάρξει τέτοια πλειοψηφία σε μία τουλάχιστον από αυτές, ώστε η συνολική αναθεωρητική ακολουθία να μην ολοκληρώνεται αποκλειστικά με δύο διαδοχικές απλές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες.

Η κατασκευή αυτή έχει μια ιδιότητα που τη διαφοροποιεί από τις περισσότερες κοινές διαδικασίες αυξημένης πλειοψηφίας: ο κανόνας λήψης της τελικής απόφασης δεν είναι πλήρως προκαθορισμένος πριν αρχίσει η διαδικασία. Παράγεται εν μέρει από την ίδια την πολιτική συμπεριφορά των φορέων του πρώτου σταδίου. Η ψήφος της προτείνουσας Βουλής δεν απαντά μόνο στο ερώτημα αν μια διάταξη πρέπει να καταστεί αναθεωρητέα. Αποφασίζει επίσης με ποιον αριθμό ψήφων θα μπορεί να μεταβληθεί από την επόμενη σύνθεση. Η πρώτη Βουλή ασκεί, κατά συνέπεια, τρεις διαφορετικές εξουσίες: επιλέγει το αντικείμενο, ενεργοποιεί τη διαδικασία και κωδικοποιεί το πλειοψηφικό κατώφλι της δεύτερης φάσης. Δεν συντάσσει το τελικό κείμενο, διαμορφώνει όμως τη θεσμική τιμή της μελλοντικής απόφασης.

Από εδώ προκύπτει η στρατηγική πολυσημία της θετικής ψήφου. Η υποστήριξη μιας αναθεωρητικής πρότασης μπορεί να σημαίνει συμφωνία ότι η ισχύουσα διάταξη είναι προβληματική, αποδοχή της κατεύθυνσης που προτείνεται ή επιθυμία να παρασχεθεί στη μελλοντική πλειοψηφία η δυνατότητα ολοκλήρωσης της αλλαγής με 151 ψήφους. Οι τρεις κρίσεις δεν συμπίπτουν αναγκαστικά. Μια πολιτική δύναμη μπορεί να συμφωνεί ότι ένα άρθρο χρειάζεται μεταβολή, αλλά να απορρίπτει την προτεινόμενη κατεύθυνση. Μπορεί να συμφωνεί και με την κατεύθυνση, αλλά να μη θέλει να μετατρέψει μια ενδεχόμενη μελλοντική απόλυτη πλειοψηφία σε αυτάρκη αναθεωρητικό φορέα. Μπορεί, αντιστρόφως, να συναινεί ευρύτερα στο πρώτο στάδιο ακριβώς επειδή προσδοκά ότι θα ελέγχει το δεύτερο. Η ψήφος δεν εκφράζει, λοιπόν, μόνο προτίμηση για έναν συνταγματικό κανόνα· εμπεριέχει εκτίμηση για τους μελλοντικούς συσχετισμούς και στάση απέναντι στον κανόνα με τον οποίο θα ληφθεί η επόμενη απόφαση.

Ανάλογη πολυσημία εμφανίζει και η άρνηση παροχής της εκατοστής ογδοηκοστής ψήφου. Μπορεί να αποτελεί απόρριψη της αναθεώρησης, μπορεί όμως να συνιστά συνειδητή επιλογή διατήρησης της αυξημένης πλειοψηφίας στο στάδιο κατά το οποίο θα αποφασιστεί το πραγματικό κανονιστικό περιεχόμενο. Η στάση αυτή δεν είναι κατ’ ανάγκην αντιφατική. Εκφράζει τη θέση ότι μια γενική συμφωνία ως προς την ανάγκη αλλαγής δεν αρκεί για να εξουσιοδοτήσει μια μελλοντική στενότερη πλειοψηφία να επιλέξει ελεύθερα τη νέα ρύθμιση. Στο πλαίσιο του ισχύοντος άρθρου 110, η αποφυγή των 180 ψήφων μπορεί να λειτουργήσει ως θεσμική ασφάλιση: το άρθρο ανοίγει, αλλά το τελικό κείμενο προϋποθέτει νέα και ευρύτερη διακομματική σύνθεση. Η δημόσια παρουσίαση κάθε τέτοιας στάσης ως απλής «άρνησης συναίνεσης» αγνοεί ότι η συναίνεση δεν αφορά μόνο το αν θα υπάρξει αναθεώρηση, αλλά και το πότε πρέπει να απαιτηθεί η αυξημένη πλειοψηφία.

Το ισχύον σύστημα δημιουργεί έτσι ένα παράδοξο. Η μεγαλύτερη συναίνεση στο προκαταρκτικό στάδιο μειώνει τη συναίνεση που απαιτείται κατά την οριστικοποίηση του κανόνα. Εκατόν ογδόντα ψήφοι επί της γενικής αναθεωρητικής ανάγκης μπορούν να καταστήσουν αρκετές τις 151 επί του ακριβούς νέου περιεχομένου. Η ρύθμιση στηρίζεται στην παραδοχή ότι η ευρεία συμφωνία του πρώτου σταδίου μεταφέρει επαρκές απόθεμα νομιμοποίησης στο δεύτερο. Η παραδοχή είναι εύλογη όταν οι αρχικοί υποστηρικτές μοιράζονται κοινή αντίληψη για τον βασικό προσανατολισμό της μεταβολής. Καθίσταται προβληματική όταν οι 180 ψήφοι σχηματίζονται από ασύμβατες προσδοκίες: άλλοι επιδιώκουν την αλλαγή προς μία κατεύθυνση και άλλοι ψηφίζουν απλώς για να «ανοίξει» το άρθρο, ελπίζοντας ότι η επόμενη Βουλή θα επιλέξει την αντίθετη λύση. Στην περίπτωση αυτή η αριθμητική συναίνεση δεν αντιστοιχεί σε κανονιστική συναίνεση. Αποτελεί προσωρινή σύμπτωση διαφορετικών στρατηγικών.

Η αμφισημία αυτή εξηγεί γιατί η κατεύθυνση της αναθεώρησης έχει αποκτήσει τόσο μεγάλη θεωρητική και πολιτική σημασία. Η γραμματική διατύπωση του ισχύοντος άρθρου αναφέρει ότι η προτείνουσα Βουλή καθορίζει «ειδικά τις διατάξεις που πρέπει να αναθεωρηθούν». Δεν ορίζει ρητώς ότι δεσμεύει την επόμενη ως προς το ακριβές περιεχόμενο. Η απόλυτη ελευθερία της Αναθεωρητικής Βουλής, όμως, θα μετέτρεπε την απόφαση της πρώτης σε λευκή επιταγή και θα αποδυνάμωνε τη δημοκρατική σημασία των παρεμβαλλόμενων εκλογών. Οι πολίτες θα γνώριζαν ποια άρθρα είναι ανοικτά, όχι όμως ποιες θεμελιώδεις μεταβολές βρίσκονται πραγματικά ενώπιόν τους. Στο αντίθετο άκρο, η πλήρης δέσμευση της δεύτερης από ένα έτοιμο σχέδιο θα ακύρωνε τη δική της αναθεωρητική αρμοδιότητα και θα υποβάθμιζε την εκλογική μεσολάβηση σε απλή τελετουργική επικύρωση.

Η περισσότερο συνεκτική λύση βρίσκεται σε μια ενδιάμεση έννοια αναθεωρητικής εντολής. Η πρώτη Βουλή οφείλει να προσδιορίζει με επάρκεια το θεσμικό έλλειμμα που διαπιστώνει, τον γενικό προσανατολισμό της μεταβολής και τα βασικά όρια εντός των οποίων θα κινηθεί η επόμενη σύνθεση. Δεν χρειάζεται να παραδίδει τελικό λεκτικό ούτε να εξαντλεί τις νομοτεχνικές επιλογές. Πρέπει, όμως, να αποκλείει την πλήρη αντιστροφή του νοήματος της αρχικής απόφασης. Η δεύτερη Βουλή θα διαθέτει ουσιαστική διαπλαστική ευχέρεια ως προς τη συγκεκριμένη λύση, τις διαδικαστικές εγγυήσεις, τις εξαιρέσεις και τη συστηματική ένταξη της νέας διάταξης. Δεν θα μπορεί να εκμεταλλευθεί το τυπικό «άνοιγμα» ενός άρθρου για να θεσπίσει μεταβολή που ουδέποτε αποτέλεσε αναγνωρίσιμο αντικείμενο της προηγηθείσας δημόσιας και εκλογικής συζήτησης.

Η εκλογική μεσολάβηση, άλλωστε, δεν ισοδυναμεί με ειδικό δημοψήφισμα επί της αναθεώρησης. Οι πολίτες προσέρχονται στις εκλογές έχοντας ενώπιόν τους πολλαπλά ζητήματα, διαφορετικές προγραμματικές προτεραιότητες και σύνθετες αξιολογήσεις των πολιτικών φορέων. Δεν είναι δυνατόν κάθε ψήφος να ερμηνεύεται ως σαφής εντολή για κάθε επιμέρους αναθεωρητέα διάταξη. Η εκλογή νομιμοποιεί τη νέα κοινοβουλευτική σύνθεση και επιτρέπει στην αναθεώρηση να ενταχθεί στον δημόσιο ανταγωνισμό, δεν παράγει όμως λεπτομερή λαϊκή απόφαση ανά άρθρο. Γι’ αυτό η δημοκρατική ποιότητα της διαδικασίας εξαρτάται από το πόσο καθαρά έχει παρουσιαστεί πριν από τις εκλογές το εύρος των συνταγματικών επιλογών. Όσο πιο αόριστη είναι η πρώτη απόφαση, τόσο περισσότερο η εκλογική μεσολάβηση προσλαμβάνει συμβολικό και όχι ουσιαστικά πληροφορημένο χαρακτήρα.

Η σημερινή αναθεωρητική πρόταση μεταβάλλει τον πυρήνα αυτής της αρχιτεκτονικής. Προτείνεται η ανάγκη αναθεώρησης να διαπιστώνεται από την πρώτη Βουλή με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών της, ενώ η επόμενη θα αποφασίζει πάντοτε με πλειοψηφία τριών πέμπτων. Παράλληλα προτείνεται να καταργηθεί η παράγραφος 4, δηλαδή ο μηχανισμός της αντίστροφης κλιμάκωσης. Η επίσημη αιτιολογία αναφέρει ότι η αυξημένη πλειοψηφία μετατίθεται στο στάδιο της Αναθεωρητικής Βουλής, όπου εγκρίνεται το πραγματικό περιεχόμενο της αναθεώρησης.

Η αλλαγή έχει ισχυρό κανονιστικό επιχείρημα υπέρ της. Η συναίνεση ζητείται πλέον εκεί όπου αποκτά συγκεκριμένο αντικείμενο. Η πρώτη Βουλή θα αποφασίζει ότι ένα άρθρο πρέπει να επανεξεταστεί· η δεύτερη θα πρέπει να συγκεντρώσει 180 ψήφους επί της ακριβούς νέας διατύπωσης. Εξαλείφεται έτσι το παράδοξο κατά το οποίο μια ευρεία αλλά ενδεχομένως αόριστη αρχική σύγκλιση επιτρέπει σε 151 βουλευτές να καθορίσουν μόνοι τους το τελικό συνταγματικό περιεχόμενο. Μειώνεται επίσης το κίνητρο των πολιτικών δυνάμεων να ψηφίζουν ή να καταψηφίζουν με κύριο κριτήριο ποιο κατώφλι θα κληροδοτήσουν στην επόμενη περίοδο. Η πρώτη ψήφος παύει να αποτελεί ταυτόχρονα ψήφο επί του κανόνα της δεύτερης ψηφοφορίας. Η πλειοψηφική απαίτηση γίνεται σταθερή, γνωστή εκ των προτέρων και ανεξάρτητη από την τακτική συμπεριφορά των κομμάτων.

Η στρατηγική, ωστόσο, δεν εξαφανίζεται. Μετατοπίζεται. Υπό το προτεινόμενο σύστημα, η προτείνουσα Βουλή δεν θα μπορεί πλέον να μειώσει ή να αυξήσει το τελικό κατώφλι, θα μπορεί όμως με 151 ψήφους να καθορίσει αποκλειστικά ποια άρθρα θα τεθούν στη διάθεση της επόμενης σύνθεσης. Η κρίσιμη εξουσία γίνεται η εξουσία της θεματοθέτησης. Μια απόλυτη πλειοψηφία θα μπορεί να ανοίγει τις διατάξεις που εξυπηρετούν τη δική της θεσμική ατζέντα και να αφήνει κλειστές όσες ανταποκρίνονται στις προτεραιότητες άλλων πολιτικών ή κοινωνικών δυνάμεων. Η επόμενη Βουλή θα διαθέτει μεν την αυξημένη πλειοψηφία για το περιεχόμενο, δεν θα μπορεί όμως να επεκτείνει την αναθεώρηση σε άρθρα που αποκλείστηκαν από το πρώτο στάδιο. Η αρχική πλειοψηφία χάνει την εξουσία κωδικοποίησης του κατωφλίου, αλλά ενισχύεται ως αποκλειστικός θυρωρός της συνταγματικής ατζέντας.

Αυτό είναι το κεντρικό πολιτικό αποτέλεσμα της προτεινόμενης μεταβολής. Το ισχύον άρθρο 110 παράγει στρατηγική γύρω από την ανταλλαγή των 151 και των 180 ψήφων. Το νέο μοντέλο θα παράγει στρατηγική γύρω από την επιλογή, τη διατύπωση και τη συσκευασία των αναθεωρητικών αντικειμένων. Η πρώτη Βουλή θα έχει κίνητρο να περιγράψει ευρέως μια αναθεωρητέα διάταξη, ώστε να διευρύνει την ελευθερία της επόμενης, ή στενά, ώστε να δεσμεύσει τον χώρο των τελικών επιλογών. Θα μπορεί επίσης να συγκροτεί πακέτα άρθρων που μεταφέρουν τη διαπραγμάτευση στη δεύτερη φάση: η επίτευξη των 180 ψήφων σε μία διάταξη μπορεί να συνδεθεί πολιτικά με την αποδοχή άλλης. Το στρατηγικό παίγνιο παύει να αφορά τον αριθμό που θα απαιτηθεί και μεταφέρεται στο περιεχόμενο της αναθεωρητικής εντολής και στις διακομματικές ανταλλαγές που θα απαιτηθούν για τη συγκρότηση της αυξημένης πλειοψηφίας.

Η απαίτηση 180 ψήφων επί του τελικού κειμένου ενισχύει κατ’ αρχήν τη διακομματική νομιμοποίηση. Δεν εγγυάται, όμως, την ποιότητα του αποτελέσματος. Η αυξημένη πλειοψηφία μπορεί να παράξει ώριμη θεσμική σύνθεση, μπορεί επίσης να οδηγήσει σε υπερβολικά αόριστες διατυπώσεις, οι οποίες επιτρέπουν σε κάθε πλευρά να διατηρεί διαφορετική ερμηνεία. Μπορεί να ενθαρρύνει ουσιαστικές παραχωρήσεις, μπορεί όμως και να μετατρέψει τα άρθρα του Συντάγματος σε αντικείμενα ανταλλαγής ανάμεσα σε ασύνδετες θεματικές. Η αριθμητική συναίνεση αποκτά πραγματική συνταγματική αξία μόνο όταν συνοδεύεται από κοινή κατανόηση του κανόνα, σαφή αιτιολογία και αποδοχή των συνεπειών του ανεξαρτήτως του ποια πολιτική δύναμη θα τον εφαρμόσει.

Σε συνθήκες κομματικού κατακερματισμού, η συγκέντρωση 180 ψήφων μπορεί να καταστήσει αναγκαία τη συνεργασία περισσοτέρων φορέων και να αποτρέψει μονομερείς μεταβολές. Ταυτόχρονα, ενδέχεται να παράσχει δυσανάλογη διαπραγματευτική ισχύ σε μικρότερες κοινοβουλευτικές ομάδες που κατέχουν τις οριακές ψήφους. Η επιρροή αυτή δεν είναι εξ ορισμού αθέμιτη· οι αυξημένες πλειοψηφίες έχουν ακριβώς σκοπό να καθιστούν αναγκαία τη συναίνεση πέρα από τον ισχυρότερο φορέα. Γίνεται προβληματική όταν οι κρίσιμες ψήφοι ανταλλάσσονται με παραχωρήσεις άσχετες προς το συνταγματικό αντικείμενο ή όταν η τελική διατύπωση αντανακλά τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή χωρίς συνεκτική θεσμική λογική.

Η μεταφορά της αυξημένης πλειοψηφίας στη δεύτερη φάση χρειάζεται, επομένως, ισχυρότερες εγγυήσεις στο πρώτο στάδιο. Η απόλυτη πλειοψηφία δεν πρέπει να λειτουργεί ως ανεξέλεγκτη εξουσία ανοίγματος άρθρων. Κάθε αναθεωρητική πρόταση οφείλει να συνοδεύεται από αυτοτελή και πλήρη αιτιολογία, στην οποία θα περιγράφονται η υφιστάμενη παθογένεια, η ανάγκη συνταγματικής —και όχι απλώς νομοθετικής— παρέμβασης, ο γενικός προσανατολισμός της αλλαγής, οι κύριες εναλλακτικές λύσεις και οι επιπτώσεις στην ισορροπία των θεσμών. Η ψήφος πρέπει να διεξάγεται χωριστά ανά διάταξη και όχι μέσα σε αδιαφανή θεματικά πακέτα. Μετά την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης πρέπει να δημοσιεύεται ένας πλήρης αναθεωρητικός χάρτης, ώστε ο πολίτης να γνωρίζει όχι μόνο ποιο άρθρο άνοιξε, αλλά και για ποιον λόγο, προς ποιο γενικό πεδίο μεταβολής και με ποιες ουσιώδεις διαφωνίες.

Η ενδιάμεση εκλογική περίοδος πρέπει να μετατραπεί από παθητικό χρονικό διάστημα σε πραγματικό στάδιο συνταγματικού διαλόγου. Τα κόμματα οφείλουν να παρουσιάζουν συγκεκριμένες εναλλακτικές διατυπώσεις και να εξηγούν τις θεσμικές τους συνέπειες. Η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε γενικές υποσχέσεις «εκσυγχρονισμού» ή «προστασίας των θεσμών». Απαιτείται να καθίσταται ορατό ποια αρμοδιότητα μεταφέρεται, ποιο αντίβαρο ενισχύεται ή αποδυναμώνεται, ποιο δικαίωμα επηρεάζεται και ποιο πρόβλημα αναμένεται να επιλυθεί. Η δεύτερη Βουλή, κατά την έναρξη της επεξεργασίας, πρέπει να αντιμετωπίζει την εκλογική συζήτηση ως στοιχείο της δημοκρατικής της εντολής, χωρίς να υποκαθιστά την απαιτούμενη κοινοβουλευτική και επιστημονική επεξεργασία.

Ιδιαίτερη προστασία απαιτούν οι αναθεωρήσεις που αφορούν τους όρους του πολιτικού ανταγωνισμού, την εκλογική νομοθεσία, τη δικαστική ανεξαρτησία και τους ελεγκτικούς θεσμούς. Στις περιπτώσεις αυτές, εκείνοι που θεσπίζουν τον κανόνα μπορεί να είναι άμεσοι ωφελούμενοι από την εφαρμογή του. Η αυξημένη πλειοψηφία αποτελεί βασική εγγύηση, όχι όμως επαρκή. Χρειάζονται γενικότητα, χρονική μετάθεση της εφαρμογής όπου υπάρχει άμεσο κομματικό όφελος, αυστηρή αιτιολογία και κανόνες που θα θεωρούνταν δίκαιοι ακόμη και αν τους αξιοποιούσε πλήρως η αντίπαλη πολιτική δύναμη. Το ουσιαστικό τεστ του συνταγματικού αυτοπεριορισμού είναι η αποδοχή του κανόνα υπό συνθήκες αντιστροφής της εξουσίας.

Το ζήτημα του ελέγχου της αναθεωρητικής διαδικασίας πρέπει να προσεγγιστεί με ανάλογη ακρίβεια. Η αναθεώρηση είναι πολιτική πράξη αυξημένης δημοκρατικής νομιμοποίησης, αλλά παραμένει άσκηση συντεταγμένης αρμοδιότητας. Η τήρηση των αριθμητικών προϋποθέσεων, των δύο ψηφοφοριών, της χρονικής απόστασης, του ειδικού προσδιορισμού των αναθεωρητέων διατάξεων και των ρητών ουσιαστικών ορίων δεν μπορεί να θεωρείται ανεξέλεγκτη. Ένας οριακός δικαστικός έλεγχος θα μπορούσε να αφορά πρόδηλες διαδικαστικές παραβιάσεις, την αναθεώρηση διάταξης που δεν είχε ανοίξει ή την ευθεία προσβολή μη αναθεωρήσιμου πυρήνα. Δεν θα ήταν θεσμικά ορθό τα δικαστήρια να μετατραπούν σε γενικούς αξιολογητές της πολιτικής σκοπιμότητας της αναθεώρησης ή να υποκαταστήσουν την αυξημένη κοινοβουλευτική συναίνεση. Η σχετική θεωρητική συζήτηση παραμένει ανοικτή και συνδέεται ακριβώς με τη φύση της αναθεωρητικής εξουσίας ως περιορισμένης, όχι κυρίαρχης λειτουργίας.

Η προτεινόμενη κατάργηση της αντίστροφης κλιμάκωσης μπορεί, υπό αυτές τις προϋποθέσεις, να καταστήσει το σύστημα θεσμικά ειλικρινέστερο. Η αυξημένη συναίνεση θα αφορά το πραγματικό νέο κείμενο και όχι την αφηρημένη διαπίστωση ότι κάτι πρέπει να αλλάξει. Η πρώτη Βουλή δεν θα μπορεί να χειρίζεται το κατώφλι της δεύτερης, ενώ καμία τελική συνταγματική μεταβολή δεν θα ολοκληρώνεται με 151 ψήφους. Το πλεονέκτημα αυτό είναι ουσιώδες. Δεν πρέπει, όμως, να αποκρύψει ότι οι 151 ψήφοι της πρώτης φάσης θα εξακολουθούν να διαθέτουν τεράστια θεσμική δύναμη: θα καθορίζουν τα θέματα που η επόμενη σύνθεση δικαιούται να αγγίξει και εκείνα που θα παραμείνουν κλειστά για ολόκληρο τον επόμενο αναθεωρητικό κύκλο.

Η πραγματική αναδιανομή της ισχύος μπορεί να αποδοθεί με ακρίβεια. Στο ισχύον σύστημα, η πρώτη Βουλή διαθέτει ισχυρή εξουσία επιλογής της ατζέντας και πρόσθετη εξουσία καθορισμού του μελλοντικού πλειοψηφικού κατωφλίου. Στο προτεινόμενο σύστημα, χάνει τη δεύτερη, αλλά διατηρεί ακέραιη την πρώτη. Η επόμενη Βουλή αποκτά σταθερά αυξημένη αρμοδιότητα επί του περιεχομένου, χωρίς να αποκτά δικαίωμα διεύρυνσης της θεματολογίας. Η μεταρρύθμιση δεν καταργεί τη στρατηγική αλληλεξάρτηση των δύο συνθέσεων. Την αναδιαμορφώνει σε καθαρότερο καταμερισμό: η πρώτη εξουσιάζει το «τι μπορεί να συζητηθεί», η δεύτερη το «τι μπορεί τελικά να ισχύσει».

Ο καταμερισμός αυτός μπορεί να λειτουργήσει δημοκρατικά μόνο εφόσον η εξουσία θεματοθέτησης της πρώτης Βουλής δεν παραμένει αόριστη και μονομερής. Μια ώριμη αναθεωρητική διαδικασία χρειάζεται θεσμική μνήμη, δημόσια τεκμηρίωση και πραγματική συνέχεια ανάμεσα στις δύο φάσεις. Η δεύτερη σύνθεση πρέπει να είναι ελεύθερη να δημιουργήσει τον νέο κανόνα, όχι να εφεύρει εκ των υστέρων το ίδιο το αντικείμενο της αναθεώρησης. Η πρώτη πρέπει να καθορίζει το πεδίο και τον βασικό σκοπό, όχι να προκατασκευάζει το τελικό αποτέλεσμα. Ανάμεσα στις δύο πρέπει να μεσολαβεί ουσιαστική εκλογική και κοινωνική επεξεργασία, όχι απλώς η αριθμητική ανανέωση του κοινοβουλευτικού σώματος.

Η συνταγματική ποιότητα, τελικά, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το αν το κρίσιμο όριο τοποθετείται στην πρώτη ή στη δεύτερη Βουλή. Εξαρτάται από το αν η διαδικασία καθιστά ορατό ποιος αποφασίζει, για ποιο ζήτημα, με ποια εντολή και υπό ποια ευθύνη. Οι αυξημένες πλειοψηφίες έχουν αξία επειδή εμποδίζουν την ιδιοποίηση του Συντάγματος από τη συγκυρία, όχι επειδή ο αριθμός 180 διαθέτει κάποια αυτάρκη δημοκρατική αρετή. Μπορούν να παράγουν συνταγματικό συμβιβασμό, μπορούν επίσης να συγκαλύπτουν ασαφείς συμφωνίες και αδιαφανείς ανταλλαγές. Εκείνο που μετατρέπει τη συναίνεση σε πολιτειακή εγγύηση είναι η κοινή κατανόηση του κανόνα, η διαφάνεια της διαδικασίας και η αποδοχή ότι ο νέος θεσμός θα δεσμεύει ισότιμα όλες τις μελλοντικές πλειοψηφίες.

Οι σημερινές ψήφοι επηρεάζουν, συνεπώς, την πραγματική εξουσία της επόμενης Βουλής με δύο διαφορετικούς τρόπους, ανάλογα με το σύστημα που τελικά θα ισχύσει. Με το υφιστάμενο άρθρο 110, καθορίζουν τόσο το αναθεωρητικό αντικείμενο όσο και το αριθμητικό κατώφλι της δεύτερης φάσης. Με το προτεινόμενο μοντέλο, θα καθορίζουν μόνο το αντικείμενο, αλλά η εξουσία αυτή θα καθίσταται ακόμη πιο καθαρή και πολιτικά ορατή, επειδή η τελική πλειοψηφία θα είναι εκ των προτέρων σταθερή. Η πρώτη Βουλή δεν θα αποφασίζει πόσοι θα απαιτούνται για να αλλάξει το Σύνταγμα· θα αποφασίζει ποια τμήματα του Συντάγματος επιτρέπεται να τεθούν ενώπιον αυτών των 180.

Η διπλή Βουλή δικαιώνεται όταν μετατρέπει τη χρονική απόσταση σε θεσμική περίσκεψη, την εκλογική μεσολάβηση σε ενημερωμένη ανανέωση της εντολής και την αυξημένη πλειοψηφία σε πραγματική συμφωνία επί κανόνων μακράς διάρκειας. Αποτυγχάνει όταν η πρώτη φάση γίνεται μέσο αιχμαλωσίας της ατζέντας και η δεύτερη αγορά ανταλλαγής άρθρων. Το ζητούμενο δεν είναι να εξαλειφθεί η πολιτική στρατηγική —κάτι αδύνατο σε κάθε συλλογική απόφαση— αλλά να υποταχθεί σε συνθήκες διαφάνειας, σαφούς εντολής και θεσμικής αμεροληψίας.

.