Μια δεύτερη ευκαιρία στην πολιτική προϋποθέτει ότι η κοινωνία θεωρεί τη σημερινή πολιτική προσφορά ανεπαρκή, ότι οι ενδιάμεσες εναλλακτικές δεν έχουν πείσει, ότι ο πρώην ηγέτης εξακολουθεί να διαθέτει συμβολική αναγνωρισιμότητα, και ότι η μνήμη της προηγούμενης διακυβέρνησης μπορεί να αναδιαβαστεί όχι ως αμετάκλητο βάρος αλλά ως εμπειρία μάθησης. Χωρίς αυτή την τελευταία προϋπόθεση, η επιστροφή γίνεται νοσταλγία. Με αυτήν, μπορεί να γίνει πολιτική ανασύνθεση.
Ο Αλέξης Τσίπρας βρίσκεται σε ιδιόμορφη θέση. Είναι πολιτικός που συνδέεται με την πιο έντονη περίοδο της σύγχρονης ελληνικής κομματικής μεταβολής: την αντιμνημονιακή αναδιάταξη, την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, τη διαπραγμάτευση του 2015, την κυβερνητική προσαρμογή, την ήττα του 2019, τη βαριά πτώση του 2023 και τη μετέπειτα αποσύνθεση του χώρου. Η ανακοίνωση της ΕΛ.Α.Σ. επιχείρησε να μετατοπίσει αυτή τη μνήμη από το πεδίο της ήττας στο πεδίο της επανεκκίνησης, παρουσιάζοντας έναν νέο φορέα που δεν περιορίζεται, τουλάχιστον ρητορικά, στη νοσταλγία του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, ακριβώς επειδή το πρόσωπο είναι τόσο βαρύ, το νέο κόμμα δεν μπορεί να κριθεί σαν ανώνυμη πλατφόρμα. Κρίνεται ως δεύτερη πράξη μιας πολιτικής βιογραφίας.
Οι κοινωνίες δίνουν δεύτερη ευκαιρία όταν η μνήμη της αποτυχίας δεν είναι ισχυρότερη από την ανάγκη νέας λύσης. Η διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ έχει διπλή ανάγνωση στην κοινωνική μνήμη. Για ένα τμήμα πολιτών, παραμένει στιγμή αποκατάστασης αξιοπρέπειας, σύγκρουσης με μια εξωτερικά επιβεβλημένη λιτότητα, κοινωνικής ευαισθησίας μέσα σε περιορισμούς. Για άλλο τμήμα, παραμένει μνήμη αβεβαιότητας, υπερβολικών υποσχέσεων, θεσμικής έντασης και τελικού συμβιβασμού. Το πρόβλημα της δεύτερης ευκαιρίας είναι ότι αυτές οι δύο μνήμες συνυπάρχουν. Καμία δεν μπορεί να διαγραφεί. Ο ηγέτης που επιστρέφει πρέπει να μιλήσει και στις δύο, χωρίς να ακυρώσει τους μεν ούτε να υποτιμήσει τους δε.
Εδώ βρίσκεται η δυσκολία του απολογισμού. Ένας πρώην ηγέτης που επιστρέφει δεν μπορεί να παραμένει αιχμάλωτος μιας αμυντικής ανάγνωσης του παρελθόντος. Αν εμφανιστεί σαν να δικαιώθηκαν όλα, θα απωθήσει εκείνους που δεν έχουν ξεχάσει τα τραύματα της προηγούμενης περιόδου. Αν εμφανιστεί σαν να ήταν όλα λάθος, θα αποξενώσει την κοινωνική και συναισθηματική βάση που εξακολουθεί να θεωρεί το 2015 στιγμή αντίστασης. Η μόνη ώριμη δυνατότητα είναι μια σύνθετη αφήγηση: ότι η σύγκρουση εκείνης της περιόδου εξέφρασε πραγματική κοινωνική ανάγκη, αλλά και ότι οι όροι άσκησης εξουσίας απαιτούν σήμερα μεγαλύτερη προγραμματική ακρίβεια, διοικητική ετοιμότητα, θεσμική πειθαρχία και δημοσιονομική ειλικρίνεια. Η δεύτερη ευκαιρία δεν κερδίζεται με άρνηση του λάθους ούτε με αυτοταπείνωση. Κερδίζεται με πολιτική μάθηση..
Η εμπιστοσύνη αυτή απαιτεί τρεις μετατοπίσεις. Η πρώτη είναι η μετατόπιση από την προσωπική επιστροφή στη συλλογική επανίδρυση. Αν η νέα Κεντροαριστερά εμφανιστεί ως «κόμμα Τσίπρα» και τίποτα περισσότερο, θα έχει μεν καθαρό κέντρο αναγνωρισιμότητας, αλλά θα αναπαραγάγει το πρόβλημα που έπληξε τον ΣΥΡΙΖΑ: αρχηγική συνοχή χωρίς επαρκή οργανωτική θεσμοποίηση. Η δεύτερη είναι η μετατόπιση από την αντιδεξιά μνήμη στη θετική κοινωνική πρόταση. Η παλιά αντιδεξιά ταυτότητα παραμένει ισχυρό συναίσθημα, αλλά δεν αρκεί για νέα διακυβέρνηση. Η τρίτη είναι η μετατόπιση από τη γενική επίκληση δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη αρχιτεκτονική δημόσιας πολιτικής. Η κοινωνία μπορεί να συγκινηθεί από την αδικία, αλλά εμπιστεύεται εκείνον που δείχνει πώς θα την περιορίσει χωρίς να δημιουργήσει νέα αδιέξοδα.
Η δεύτερη ευκαιρία έχει επίσης χρονική διάσταση. Ένας πρώην ηγέτης επιστρέφει με πλεονέκτημα αναγνωρισιμότητας, αλλά και με μειωμένο δικαίωμα στην ασάφεια. Ο νέος πολιτικός μπορεί να επικαλεστεί άγνοια ή αθωότητα. Ο πρώην κυβερνήτης δεν μπορεί. Από αυτόν ζητείται μεγαλύτερη ακρίβεια, επειδή έχει ήδη γνωρίσει τους περιορισμούς της εξουσίας. Ο Τσίπρας, επομένως, δεν μπορεί να πολιτευθεί ως ηγέτης που υπόσχεται ότι η βούληση αρκεί. Πρέπει να πολιτευθεί ως ηγέτης που γνωρίζει ότι η βούληση χρειάζεται θεσμούς, συμμαχίες, διοίκηση, πόρους, κοινωνική αντοχή και ευρωπαϊκούς συσχετισμούς. Αν το νέο εγχείρημα υιοθετήσει υπερβολικά εύκολη γλώσσα αλλαγής, θα ξυπνήσει παλιές καχυποψίες. Αν υιοθετήσει υπερβολικά τεχνοκρατική γλώσσα, θα χάσει τη συναισθηματική ενέργεια που το κάνει διακριτό. Η ισορροπία είναι δύσκολη: αρκετή ρήξη για να κινητοποιεί, αρκετή ωριμότητα για να πείθει.
Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι ο ανταγωνισμός μνήμης με τον παλιό ΣΥΡΙΖΑ. Η ΕΛ.Α.Σ. δεν μπορεί να αποκοπεί πλήρως από τη ιστορία, διότι από αυτήν αντλεί αναγνωρισιμότητα, στελέχη, ψηφοφόρους και συμβολικό βάρος. Δεν μπορεί όμως και να ταυτιστεί πλήρως μαζί της, διότι τότε θα κληρονομήσει όλη τη φθορά της. Η πρόκληση είναι να κάνει επιλεκτική συνέχεια: να κρατήσει το στοιχείο κοινωνικής εκπροσώπησης, αντιδεξιάς κινητοποίησης και λαϊκής επαφής, αλλά να απορρίψει την οργανωτική ρηχότητα, την προγραμματική αμφισημία, την εσωτερική φραξιονιστική αδράνεια και την επικοινωνιακή αστάθεια. Αυτό όμως πρέπει να γίνει ρητά, όχι υπαινικτικά. Οι κοινωνίες δεν δίνουν δεύτερη ευκαιρία σε όποιον προσπαθεί να μοιάζει και παλιός και νέος ανάλογα με το ακροατήριο. Τη δίνουν σε όποιον πείθει ότι η συνέχεια και η τομή έχουν καθαρή αναλογία.
Η τρίτη διάσταση είναι η σχέση με την κοινωνική δυσπιστία. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα δεν βρίσκεται σε περίοδο υψηλής εμπιστοσύνης. Η κοινωνική δυσαρέσκεια είναι έντονη, αλλά κατακερματισμένη. Η MRB κατέγραφε υψηλό ποσοστό όσων θεωρούν ότι κανένα κόμμα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα προβλήματα της χώρας, στοιχείο που δείχνει ότι η κρίση δεν αφορά μόνο κυβερνητική φθορά αλλά συνολική δυσπιστία απέναντι στο κομματικό σύστημα. Η δεύτερη ευκαιρία Τσίπρα θα κριθεί σε αυτό το περιβάλλον χαμηλής εμπιστοσύνης. Δεν αρκεί να είναι καλύτερος από τους άλλους αντιπολιτευτικούς πόλους. Πρέπει να πείσει ανθρώπους που δεν πιστεύουν πια εύκολα κανέναν. Αυτό απαιτεί λιγότερη θεατρικότητα, περισσότερη ακρίβεια, λιγότερη υπόσχεση συνολικής λύτρωσης, περισσότερη θεσμική δέσμευση.
Υπάρχει, τέλος, το ερώτημα της ιστορικής χρησιμότητας. Οι κοινωνίες δίνουν δεύτερη ευκαιρία όχι από συμπάθεια προς πολιτικές βιογραφίες, αλλά όταν θεωρούν ότι ο επιστρέφων ηγέτης λύνει πρόβλημα που κανείς άλλος δεν λύνει. Ποιο είναι αυτό το πρόβλημα στην παρούσα συγκυρία; Η πιθανή απάντηση είναι η ανασύνθεση ενός προοδευτικού πόλου ικανού να ανταγωνιστεί την κυβερνητική κυριαρχία χωρίς να διαλυθεί σε μικρά σχήματα, αδυναμία ΠΑΣΟΚ, παλαιό ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά και προσωποκεντρικές διαμαρτυρίες. Αν ο Τσίπρας πείσει ότι μπορεί να ενώσει αυτά τα θραύσματα, τότε η δεύτερη ευκαιρία θα έχει λειτουργία συστήματος: θα παράγει ξανά καθαρή εναλλακτική. Αν όμως εμφανιστεί ως ένας ακόμη πόλος μέσα στον κατακερματισμό, η δεύτερη ευκαιρία θα εκφυλιστεί σε προσωπική επιστροφή χωρίς ιστορική ολοκλήρωση.
Πρόσφατα σχόλια