Η δεύτερη προεδρία Τραμπ αναδεικνύει με ιδιαίτερη ένταση ένα δομικό φαινόμενο που απασχολεί εδώ και δεκαετίες τη συνταγματική θεωρία: τη διάκριση μεταξύ τυπικής συνταγματικής ισχύος και ουσιαστικής συνταγματικής λειτουργίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν βιώνουν μια ανοιχτή συνταγματική κατάρρευση, ούτε μια θεαματική αναστολή του Συντάγματος. Αντίθετα, εισέρχονται σε μια γκρίζα ζώνη «μετασυνταγματικής κανονικότητας», όπου οι θεσμοί εξακολουθούν να λειτουργούν, αλλά το κανονιστικό τους περιεχόμενο μετασχηματίζεται σταδιακά.
Η διαδικασία αυτή βασίζεται στην επανανοηματοδότηση της έννοιας των θεσμικών ορίων. Η εκτελεστική εξουσία δεν παρουσιάζεται ως δύναμη που υπερβαίνει το Σύνταγμα, αλλά ως αυθεντικός ερμηνευτής του. Μέσω αυτής της λογικής, η πολιτική βούληση μετατρέπεται σε κανονιστικό κριτήριο, υποβαθμίζοντας την αρχή της διάκρισης των εξουσιών από εγγύηση ελευθερίας σε διοικητική σύμβαση μεταξύ θεσμών.
Κομβικό ρόλο σε αυτή τη μετάλλαξη διαδραματίζει η δικαστική εξουσία. Η συστηματική αμφισβήτηση της δικαστικής ανεξαρτησίας δεν εκδηλώνεται με θεσμική κατάργηση, αλλά με μια κουλτούρα απονομιμοποίησης. Οι δυσμενείς αποφάσεις παρουσιάζονται ως πολιτικές παρεμβάσεις, ενώ οι ευνοϊκές ως αποκατάσταση της «λαϊκής βούλησης». Με αυτόν τον τρόπο, η δικαιοσύνη εντάσσεται σε μια διπολική πολιτική αφήγηση που υπονομεύει τη θεσμική της αυθεντία.
Το Ανώτατο Δικαστήριο λειτουργεί ως επιταχυντής μακροπρόθεσμων μετασχηματισμών. Η ερμηνευτική στροφή προς τον αυστηρό πρωτογενή νομιναλισμό και τον περιορισμό της ρυθμιστικής εξουσίας του κράτους επανακαθορίζει το εύρος των δικαιωμάτων. Η μετατόπιση αυτή δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες αποφάσεις, αλλά συγκροτεί ένα νέο συνταγματικό παράδειγμα, στο οποίο τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα αντιμετωπίζονται ως δευτερεύουσες παροχές και όχι ως θεμελιώδεις εγγυήσεις.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η έννοια της συμμόρφωσης στο δίκαιο. Η επιλεκτική εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων και η καθυστέρηση υλοποίησής τους δημιουργούν ένα προηγούμενο διοικητικής ευχέρειας απέναντι στη δικαστική κρίση. Πρόκειται για μια πρακτική που διαβρώνει την αρχή της δεσμευτικότητας χωρίς να την καταργεί ρητά, εγκαθιστώντας ένα καθεστώς πραγματιστικής υπεροχής της εκτελεστικής εξουσίας.
Σε θεωρητικό επίπεδο, η αμερικανική εμπειρία εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοντέλο δημοκρατικής οπισθοδρόμησης μέσω συνταγματικής κανονικότητας. Το Σύνταγμα παραμένει το κεντρικό σημείο αναφοράς, αλλά παύει να λειτουργεί ως όριο εξουσίας. Η κανονικότητα μετατρέπεται σε μηχανισμό σταθεροποίησης, όχι ελέγχου.
Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες αυτής της εξέλιξης είναι βαθιές. Ένα πολιτικό σύστημα που συνηθίζει στη σχετικοποίηση των θεσμικών ορίων χάνει σταδιακά την ικανότητα αυτοδιόρθωσης. Η δεύτερη προεδρία Τραμπ, υπό αυτό το πρίσμα, δεν αποτελεί ιστορική παρέκκλιση, αλλά κρίσιμο στάδιο σε μια διαρκή διαδικασία αναδιάρθρωσης του αμερικανικού συνταγματισμού.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία και για τη συγκριτική συνταγματική θεωρία. Η αμερικανική περίπτωση αποδεικνύει ότι η δημοκρατική οπισθοδρόμηση δεν απαιτεί απαραίτητα ριζικές συνταγματικές αναθεωρήσεις ή πραξικοπηματικές ρήξεις. Μπορεί να προκύψει μέσα από την καθημερινή πρακτική της διακυβέρνησης, την ερμηνευτική μετατόπιση και τη σταδιακή προσαρμογή των θεσμών σε νέες πολιτικές κανονικότητες. Το Σύνταγμα επιβιώνει, αλλά η δημοκρατική του λειτουργία αποδυναμώνεται.
Η έννοια του προηγούμενου (precedent) αποκτά σε αυτό το πλαίσιο καθοριστική σημασία. Κάθε επιτυχής υπέρβαση θεσμικών ορίων, ακόμη και αν παρουσιάζεται ως εξαιρετική, δημιουργεί μια νέα βάση κανονικότητας. Οι μελλοντικές κυβερνήσεις κληρονομούν όχι μόνο θεσμούς, αλλά και ένα διευρυμένο πεδίο αποδεκτών πρακτικών. Έτσι, η εκτελεστική ισχύς παγιώνεται όχι ως προσωρινή εκτροπή, αλλά ως διαρθρωτικό χαρακτηριστικό του πολιτεύματος.
Τέλος, η κοινωνική διάσταση του συνταγματισμού δεν μπορεί να αγνοηθεί. Ένα Σύνταγμα λειτουργεί ουσιαστικά μόνο όταν υποστηρίζεται από μια πολιτική κουλτούρα θεσμικού σεβασμού. Η συστηματική απαξίωση των θεσμών και η εργαλειοποίηση της νομικής γλώσσας διαβρώνουν αυτή την κουλτούρα, καθιστώντας την αποκατάσταση της συνταγματικής κανονικότητας εξαιρετικά δύσκολη ακόμη και μετά από πολιτικές εναλλαγές.
Πρόσφατα σχόλια