Η περιγραφή του Προέδρου και του πρωθυπουργού ως δύο ανταγωνιστικών πηγών εκτελεστικής νομιμοποίησης αποδίδει μια πραγματική ιδιομορφία της Πέμπτης Δημοκρατίας. Ο πρωθυπουργός δεν διαθέτει προσωπική δημοκρατική εντολή αντίστοιχη με εκείνη του Προέδρου. Δεν εκλέγεται απευθείας από το εκλογικό σώμα ούτε αποκτά ανεξάρτητη θητεία. Η δεύτερη πηγή νομιμοποίησης προέρχεται από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και διαμεσολαβείται μέσω του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης. Η βαθύτερη θεσμική ένταση της Πέμπτης Δημοκρατίας βρίσκεται επομένως ανάμεσα στην άμεση προεδρική εντολή και στην κοινοβουλευτική εντολή που παράγει κυβέρνηση.
Η διάκριση αυτή έχει θεμελιώδη σημασία. Ο Πρόεδρος εκλέγεται άμεσα από το σύνολο του εθνικού εκλογικού σώματος και διαθέτει σταθερή θητεία. Η δημοκρατική του νομιμοποίηση είναι προσωπική, εθνική και άμεση. Ο πρωθυπουργός διορίζεται από τον Πρόεδρο, αλλά η δυνατότητα πραγματικής διακυβέρνησής του εξαρτάται από την Εθνοσυνέλευση. Το άρθρο 20 ορίζει ότι η κυβέρνηση καθορίζει και διεξάγει την πολιτική του Έθνους και είναι υπεύθυνη έναντι του Κοινοβουλίου, ενώ το άρθρο 21 αναθέτει στον πρωθυπουργό τη διεύθυνση της κυβερνητικής δράσης. Το θεσμικό κεφάλαιο του πρωθυπουργού είναι επομένως κοινοβουλευτικό και όχι προσωπικά εκλογικό.
Η δυαδικότητα αυτή δημιουργήθηκε ουσιαστικά με τη συνταγματική αναθεώρηση του 1962. Το αρχικό Σύνταγμα του 1958 είχε ήδη δημιουργήσει ισχυρό αρχηγό κράτους, αλλά η εκλογή του μέσω ειδικού εκλεκτορικού σώματος περιόριζε τη δυνατότητα να εμφανίζεται ως άμεσος εκπρόσωπος ολόκληρου του λαού. Η μετάβαση στην καθολική άμεση ψηφοφορία μετέβαλε ριζικά τη σχέση πολιτικής νομιμοποίησης. Από εκείνη τη στιγμή, ο Πρόεδρος μπορούσε να επικαλεστεί ανεξάρτητη λαϊκή εντολή απέναντι σε κυβέρνηση και Κοινοβούλιο. Η διεθνής θεωρία του ημιπροεδρισμού αντιμετωπίζει ακριβώς αυτή την άμεση προεδρική εκλογή ως βασικό στοιχείο της γαλλικής θεσμικής ιδιομορφίας.
Η Εθνοσυνέλευση, όμως, διαθέτει εξίσου άμεση δημοκρατική προέλευση. Τα μέλη της εκλέγονται από τον ίδιο κυρίαρχο λαό και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία έχει την εξουσία να καθορίζει αν μια κυβέρνηση μπορεί να επιβιώσει. Το άρθρο 3 του Συντάγματος αποδίδει την εθνική κυριαρχία στον λαό, ο οποίος την ασκεί μέσω των αντιπροσώπων του και μέσω δημοψηφίσματος. Δεν δημιουργείται συνταγματική ιεραρχία σύμφωνα με την οποία η προεδρική εκλογή αποτελεί «ανώτερη» έκφραση λαϊκής κυριαρχίας από τις βουλευτικές εκλογές.
Η πολιτική πρακτική, ωστόσο, έχει συχνά δημιουργήσει μια τέτοια ιεράρχηση. Η προεδρική εκλογή είναι μία ενιαία εθνική αναμέτρηση γύρω από πρόσωπο, πρόγραμμα και πολιτική κατεύθυνση. Η κοινοβουλευτική εκλογή αποτελεί άθροισμα επιμέρους αναμετρήσεων και παράγει συλλογικό σώμα. Η προσωποποίηση της πρώτης καθιστά ευκολότερο για τον Πρόεδρο να ερμηνεύσει το αποτέλεσμά της ως εντολή κυβερνητικής ηγεσίας. Μετά το 1962, και ιδιαίτερα όταν ο Πρόεδρος διαθέτει φιλική κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αυτή η αντίληψη έχει οδηγήσει στη σταδιακή πολιτική υπεροχή της προεδρικής νομιμοποίησης.
Το «πλειοψηφικό γεγονός» μετατρέπει συνήθως τις δύο δυνητικά διαφορετικές πηγές νομιμοποίησης σε μία ενιαία αλυσίδα πολιτικής εξουσίας. Ο Πρόεδρος εκλέγεται με συγκεκριμένο πρόγραμμα, η μεταγενέστερη κοινοβουλευτική πλειοψηφία οργανώνεται γύρω από αυτόν και ο πρωθυπουργός αναλαμβάνει την εφαρμογή του προεδρικού προγράμματος μέσω της κυβέρνησης. Η θεσμική δυαδικότητα επιβιώνει στο συνταγματικό κείμενο, αλλά η πολιτική σύμπτωση των πλειοψηφιών παράγει λειτουργική ενότητα.
Η μεταρρύθμιση του πενταετούς προεδρικού αξιώματος και η σειρά των εκλογών μετά το 2002 ενίσχυσαν δραστικά αυτή τη δυναμική. Οι βουλευτικές εκλογές που πραγματοποιούνται συνήθως αμέσως μετά την προεδρική αναμέτρηση έχουν λειτουργήσει ως πολιτική επιβεβαίωση της νεοεκλεγμένης προεδρικής πλειοψηφίας. Η Vie publique επισημαίνει ότι το σύστημα αυτό περιορίζει την πιθανότητα συγκατοίκησης και ενισχύει την προεδρική λειτουργία των θεσμών. Η ακολουθία των δύο εκλογών έχει συνεπώς μετατρέψει την κοινοβουλευτική νομιμοποίηση από πιθανό αντίβαρο σε συχνό πολλαπλασιαστή της προεδρικής.
Η λογική αυτή δεν εξαλείφει τη θεσμική αυτονομία της Εθνοσυνέλευσης. Αποκαλύπτεται ακριβώς όταν η κοινοβουλευτική πλειοψηφία παύει να συμπίπτει με την προεδρική. Η συγκατοίκηση αποδεικνύει ότι οι δύο δημοκρατικές εντολές μπορούν να αποκλίνουν. Ο Πρόεδρος εξακολουθεί να διαθέτει την εθνική εντολή της προεδρικής εκλογής και παραμένει στη θέση του για ολόκληρη τη θητεία του. Η νέα Εθνοσυνέλευση όμως εκφράζει μεταγενέστερη και διαφορετική πολιτική επιλογή του εκλογικού σώματος. Ο πρωθυπουργός που προκύπτει από αυτή την πλειοψηφία διαθέτει τότε ισχυρό δημοκρατικό έρεισμα για να επικαλεστεί τα άρθρα 20 και 21 και να αναλάβει την πραγματική διεύθυνση της κυβερνητικής πολιτικής.
Οι τρεις ιστορικές συγκατοικήσεις απέδειξαν ότι το σύστημα μπορεί να διαχειριστεί αυτή τη σύγκρουση χωρίς να απαιτεί θεσμική υπερίσχυση της μιας νομιμοποίησης επί της άλλης. Η επίσημη γαλλική ανάλυση παρατηρεί ότι στις περιόδους αυτές ο Πρόεδρος υποχωρεί προσωρινά και ο πρωθυπουργός γίνεται ο κυρίαρχος φορέας της κυβερνητικής πολιτικής, ακριβώς επειδή διαθέτει την υποστήριξη της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Η συγκατοίκηση δείχνει έτσι ότι η δημοκρατική νομιμοποίηση στην Πέμπτη Δημοκρατία έχει χρονική διάσταση. Ένας Πρόεδρος μπορεί να έχει εκλεγεί δύο ή τρία χρόνια νωρίτερα με ισχυρή πλειοψηφία, ενώ μια μεταγενέστερη βουλευτική εκλογή μπορεί να εκφράζει διαφορετική κοινωνική κατεύθυνση. Το Σύνταγμα δεν απαιτεί την παραίτηση του Προέδρου ούτε ακυρώνει την προεδρική εντολή. Επιτρέπει στη νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία να κυβερνήσει μέσω πρωθυπουργού διαφορετικής πολιτικής προέλευσης. Δύο διαφορετικές χρονικές εκφράσεις της λαϊκής κυριαρχίας συνυπάρχουν μέχρι την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.
Η ιδιομορφία αυτή καθιστά ανεπαρκή την απλή περιγραφή της γαλλικής εκτελεστικής εξουσίας ως ιεραρχικής. Η ιεραρχία εξαρτάται από τη σχέση των δύο δημοκρατικών εντολών. Όταν οι εντολές συγκλίνουν, ο Πρόεδρος διαθέτει πολιτική πρωτοκαθεδρία. Όταν αποκλίνουν, η κοινοβουλευτική εντολή αναβαθμίζει θεαματικά τον πρωθυπουργικό πόλο. Η μεταβολή συντελείται χωρίς αλλαγή του κειμένου και χωρίς αλλαγή των τυπικών προεδρικών αρμοδιοτήτων.
Αυτό εξηγεί επίσης γιατί η προεδρική εξουσία στην Πέμπτη Δημοκρατία είναι ισχυρή αλλά θεσμικά ευάλωτη σε μια εκλογική ανατροπή της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Η ισχύς της βασίζεται σε δύο κεφάλαια που συνήθως συμπίπτουν: την προσωπική προεδρική εντολή και την πολιτική κυριαρχία πάνω στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η απώλεια του δεύτερου δεν αφαιρεί τις συνταγματικές προεδρικές αρμοδιότητες, αφαιρεί όμως τη δυνατότητα ελέγχου της κυβέρνησης και της νομοθετικής ατζέντας στον ίδιο βαθμό.
Η σχέση αυτή μπορεί να αναλυθεί και μέσα από τη θεωρία της εντολής και της λογοδοσίας. Ο Πρόεδρος διαθέτει ευρεία πολιτική εντολή, αλλά η καθημερινή κυβερνητική δράση ασκείται από όργανο που είναι συνταγματικά υπόλογο στην Εθνοσυνέλευση. Δημιουργείται έτσι μια ασυμμετρία ανάμεσα στην πολιτική καθοδήγηση και στη θεσμική ευθύνη. Σε περιόδους προεδρικής πλειοψηφίας, σημαντικές αποφάσεις μπορούν να ταυτίζονται πολιτικά με τον Πρόεδρο, ενώ η κυβέρνηση παραμένει το όργανο που μπορεί να ανατραπεί κοινοβουλευτικά. Η Εθνοσυνέλευση ελέγχει εκείνον που συχνά δεν αποτελεί τον πραγματικό αρχικό φορέα της πολιτικής πρωτοβουλίας.
Αυτή είναι μία από τις βαθύτερες δημοκρατικές εντάσεις της Πέμπτης Δημοκρατίας. Η πολιτική εξουσία και η πολιτική ευθύνη δεν κατανέμονται πάντοτε στον ίδιο θεσμικό φορέα. Ο Πρόεδρος διαθέτει μεγάλη πραγματική ισχύ όταν ελέγχει την πλειοψηφία, αλλά δεν υπόκειται σε κοινοβουλευτική πρόταση μομφής. Η κυβέρνηση διαθέτει την τυπική συνταγματική αρμοδιότητα να καθορίζει την πολιτική και αναλαμβάνει την κοινοβουλευτική ευθύνη, ακόμη και όταν η πραγματική πολιτική πρωτοβουλία βρίσκεται στο Élysée. Η διαφορά αυτή τροφοδοτεί συστηματικά τη συζήτηση περί υπερπροεδρικοποίησης και ελλείμματος λογοδοσίας.
Η Πέμπτη Δημοκρατία κατορθώνει ωστόσο να διατηρεί αυτή την ένταση μέσα σε λειτουργικό θεσμικό πλαίσιο επειδή δεν επιβάλλει σταθερή ιεραρχία ανάμεσα στις δύο πηγές νομιμοποίησης. Η πολιτική τους σχέση καθορίζεται κάθε φορά από την εκλογική κατάσταση. Η ίδια αρχιτεκτονική μπορεί να παράγει προεδρική κυριαρχία, ισορροπία ή πρωθυπουργική υπεροχή χωρίς συνταγματική ρήξη.
Η ακριβέστερη θεωρητική διατύπωση επομένως αναγνωρίζει δύο δημοκρατικά ερείσματα και όχι δύο προσωπικά ισότιμες εντολές. Ο Πρόεδρος ενσαρκώνει την άμεση εθνική προεδρική εντολή. Ο πρωθυπουργός ενσαρκώνει μέσω της κυβέρνησης τη νομιμοποίηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Η Πέμπτη Δημοκρατία λειτουργεί ομαλά όταν τα δύο ερείσματα συγκλίνουν και μεταβάλλει το εσωτερικό της κέντρο βάρους όταν αποκλίνουν. Η ιδιομορφία της έγκειται ακριβώς στο ότι διαθέτει θεσμικό τρόπο συνύπαρξης δύο διαφορετικών εκφράσεων της λαϊκής κυριαρχίας χωρίς να αναγκάζεται να ακυρώσει καμία από τις δύο.
Πρόσφατα σχόλια