Η κρίση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν προσφέρεται για μια  γεωοικονομική θεωρητική ανάγνωση: ως κρίση στρατηγικής αλληλεξάρτησης γύρω από έναν κρίσιμο διάδρομο του παγκόσμιου συστήματος. Το πιο ουσιώδες δεδομένο της στιγμής δεν είναι απλώς ότι συμφωνήθηκε μια εκεχειρία, είναι ότι, παρά ταύτα, η κυκλοφορία στο Ορμούζ παραμένει πιεσμένη και η διεθνής οικονομική συμπεριφορά δεν έχει ακόμη προσαρμοστεί σαν να έχει πράγματι επανέλθει σταθερότητα. Αυτό σημαίνει ότι η κρίση εξακολουθεί να ορίζεται από τον έλεγχο ενός στρατηγικού διαδρόμου. 

Η θεωρία της αλληλεξάρτησης, στην κλασική της μορφή, υπέθεσε συχνά ότι οι πυκνές οικονομικές διασυνδέσεις αυξάνουν το κόστος της σύγκρουσης και άρα τείνουν να ευνοούν τη συγκράτηση. Η σύγχρονη εμπειρία, ωστόσο, δείχνει ότι η αλληλεξάρτηση δεν λειτουργεί μόνο ως φρένο. Λειτουργεί επίσης ως πολλαπλασιαστής ευαλωτότητας. Όταν ένα κρίσιμο σημείο διέλευσης ενσωματώνει δυσανάλογο όγκο στρατηγικών ροών, τότε η αξία του δεν παράγει αυτομάτως ειρήνη. Παράγει και πειρασμό πολιτικής αξιοποίησης. Στην ουσία, η αλληλεξάρτηση μετατρέπεται σε δομημένη αμοιβαία ομηρία χαμηλής συμμετρίας: η μία πλευρά δεν χρειάζεται να καταστρέψει το σύστημα για να το επηρεάσει· αρκεί να πείσει ότι μπορεί να το διαταράξει αρκετά ώστε να αλλάξει τον υπολογισμό των άλλων. Το Ορμούζ λειτουργεί ακριβώς έτσι. Δεν είναι μόνο πέρασμα. Είναι μηχανισμός μετάφρασης της τοπικής έντασης σε παγκόσμιο ρίσκο.

Από αυτή τη σκοπιά, η τρέχουσα εκεχειρία πρέπει να ιδωθεί ως προσπάθεια επαναρρύθμισης της αλληλεξάρτησης υπό συνθήκες καταναγκασμού. Οι συνομιλίες στο Ισλαμαμπάντ δεν αφορούν μόνο το πώς θα μειωθεί η άμεση στρατιωτική ένταση. Αφορούν επίσης το αν μπορεί να επανέλθει ένα ελάχιστο επίπεδο εμπιστοσύνης γύρω από τη χρήση ενός θαλάσσιου διαδρόμου από τον οποίο εξαρτώνται πολλαπλές εξωπεριφερειακές οικονομίες. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι οι κρίσιμοι διάδρομοι δεν ρυθμίζονται μόνο πολιτικά ή νομικά. Ρυθμίζονται και ψυχολογικά, μέσω της αντίληψης κινδύνου. Όσο ο κίνδυνος παραμένει υψηλός στη συνείδηση όσων μετακινούν πλοία, εμπορεύονται ενέργεια και ασφαλίζουν φορτία, η αλληλεξάρτηση παραμένει υπολειτουργική. Συνεπώς, η εκεχειρία δεν κρίνεται μόνο από τις κυβερνήσεις, αλλά και από το εάν μεταβάλλει την κατανομή του πραγματικού ρίσκου όπως αυτό αποτιμάται από την αγορά.

Αυτό επιτρέπει μια πιο θεωρητική έννοια: την έννοια της «κυβερνώμενης αλληλεξάρτησης». Σε σταθερά διεθνή περιβάλλοντα, οι κρίσιμοι διάδρομοι λειτουργούν επειδή η αλληλεξάρτηση έχει πλαισιωθεί από αποδεκτούς κανόνες, από προσδοκίες προβλεψιμότητας και από αξιόπιστους μηχανισμούς αντίδρασης σε παραβιάσεις. Όταν αυτά αποδυναμώνονται, η αλληλεξάρτηση παραμένει υλικά υπαρκτή αλλά παύει να είναι επαρκώς κυβερνώμενη. Αυτό ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει τώρα. Το Ορμούζ εξακολουθεί να είναι κρίσιμο για τις παγκόσμιες ροές, αλλά δεν λειτουργεί πια μέσα σε πλήρως προβλέψιμο καθεστώς. Η αξία του δεν αμφισβητείται· η κυβερνησιμότητά του αμφισβητείται. Επομένως, το ζήτημα δεν είναι απλώς αν θα ανοίξει περισσότερο ή λιγότερο. Το ζήτημα είναι ποιος θα ορίζει, με ποια νομιμοποίηση και με ποια πρακτική αξιοπιστία τους όρους της ομαλής του λειτουργίας.

Η πακιστανική μεσολάβηση εγγράφεται και αυτή σε αυτή τη λογική. Όταν τρίτος δρών αναλαμβάνει να διευκολύνει διαπραγμάτευση γύρω από καθεστώς ασφαλούς διέλευσης, η λειτουργία του δεν είναι μόνο διπλωματική αλλά και συστημική. Το Πακιστάν παρεμβάλλεται ως φορέας προσωρινής διακυβέρνησης μιας αλληλεξάρτησης που οι άμεσοι δρώντες αδυνατούν να σταθεροποιήσουν από μόνοι τους. Δεν προσφέρει τελική λύση· προσφέρει μεταβατικό κανάλι. Θεωρητικά, αυτό δείχνει ότι η σύγχρονη διεθνής τάξη τείνει να διαχειρίζεται τις γεωοικονομικές ευαισθησίες της όχι μέσω καθολικών, ισχυρών θεσμών, αλλά μέσω ενδιάμεσων και ad hoc διευθετήσεων. Πρόκειται για μορφή χαμηλής θεσμικής πυκνότητας, η οποία είναι ικανή να αποσοβεί προσωρινά την κατάρρευση, αλλά όχι πάντοτε να παράγει ανθεκτικό καθεστώς εμπιστοσύνης.

Ένα ιδιαίτερα κρίσιμο θεωρητικό συμπέρασμα είναι ότι η γεωπολιτική των διαδρόμων μεταβάλλει και τον τρόπο κατανόησης της ισχύος. Η ισχύς δεν εκδηλώνεται μόνο ως ικανότητα επιβολής βλάβης, αλλά και ως ικανότητα διαμόρφωσης του καθεστώτος ροής. Σε περιβάλλοντα υψηλής αλληλεξάρτησης, εκείνος που μπορεί να καταστήσει αβέβαιη την ομαλή κυκλοφορία αποκτά διαπραγματευτικό βάρος ακόμη και απέναντι σε ισχυρότερους αντιπάλους. Αυτό δεν σημαίνει συμμετρία. Σημαίνει όμως ότι η αλληλεξάρτηση παράγει μορφές μοχλευτικής ισχύος διαφορετικές από τις παραδοσιακές μετρήσεις στρατιωτικής ή οικονομικής υπεροχής. Η τρέχουσα κρίση το αποδεικνύει εμπράκτως: η ανακωχή δεν αρκεί, διότι το καθοριστικό δεν είναι η δήλωση παύσης αλλά η αποκατάσταση του καθεστώτος ροής. Όσο αυτό δεν συμβαίνει, η αβεβαιότητα παραμένει πολιτικό εργαλείο.

Στο επίπεδο της θεωρίας της διεθνούς τάξης, η σημερινή εικόνα δείχνει ότι η παγκοσμιοποίηση δεν εξουδετέρωσε τη γεωγραφία. Την έκανε πιο στρατηγική. Οι θαλάσσιοι δίαυλοι, αντί να χάσουν σημασία σε έναν αλληλοσυνδεδεμένο κόσμο, έγιναν ακόμη πιο κρίσιμα σημεία συστημικής τρωτότητας. Η περιοχή γύρω από το Ορμούζ δεν είναι απλώς περιφερειακό θέατρο έντασης. Είναι κόμβος όπου η γεωγραφική στενότητα, η ενεργειακή εξάρτηση και η πολιτική αβεβαιότητα συμπλέκονται σε ενιαίο πρόβλημα παγκόσμιας τάξης. Για τον λόγο αυτό, η εκεχειρία ΗΠΑ–Ιράν είναι στην πραγματικότητα δοκιμασία όχι μόνο διπλωματική αλλά και δοκιμασία του αν το σημερινό διεθνές σύστημα είναι ακόμη ικανό να εξασφαλίζει τη λειτουργία των βασικών του αρτηριών όταν αυτές εμπλέκονται σε κρίσεις υψηλής έντασης.

Το ουσιώδες συμπέρασμα είναι ότι η τρέχουσα εκεχειρία φανερώνει τα όρια μιας αλληλεξαρτημένης τάξης χωρίς επαρκή κυβερνησιμότητα. Το πρόβλημα δεν είναι ότι λείπουν οι ροές ή η ανάγκη των ροών. Το πρόβλημα είναι ότι λείπει προς το παρόν η αξιόπιστη πολιτική ρύθμιση που θα επέτρεπε στις ροές να επιστρέψουν σε πλήρως λειτουργική μορφή.