Το ουσιώδες γνώρισμα της τρέχουσας συγκυρίας δεν είναι η ίδια η εκεχειρία, αλλά το γεγονός ότι άνοιξε ένα εξαιρετικά στενό και πολιτικά φορτισμένο παράθυρο στο οποίο θα κριθεί αν η κρίση μπορεί να μεταβληθεί από δυναμική ευθείας αντιπαράθεσης σε δυναμική ελεγχόμενης διαπραγμάτευσης. Όταν μια σύγκρουση φθάνει σε τέτοιο επίπεδο πίεσης ώστε η προσωρινή αναστολή πυρός να παρουσιάζεται ταυτόχρονα ως επιτυχία και από τις δύο πλευρές, η αμέσως επόμενη περίοδος γίνεται πολύ πιο σημαντική από την ίδια την αρχική συμφωνία. Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα. Οι δημόσιες αναφορές συγκλίνουν στην εικόνα μιας εύθραυστης δίβδομης εκεχειρίας, παρασκηνιακής πακιστανικής μεσολάβησης, διεθνούς κινητικότητας για πιο διαρκή διευθέτηση, αλλά και έντονης δυσπιστίας από την ιρανική πλευρά, η οποία δηλώνει ότι θα προσεγγίσει τις συνομιλίες με ιδιαίτερη επιφύλαξη. Η δε πραγματικότητα στο Ορμούζ, όπου η ναυτιλιακή κίνηση παραμένει έντονα μειωμένη, υπενθυμίζει ότι η κρίση δεν έχει περάσει από το επίπεδο της πολιτικής αναγγελίας στο επίπεδο της λειτουργικής σταθερότητας.
Στις διεθνείς κρίσεις, η πλευρά που κατορθώνει να επιβάλει όχι μόνο τους όρους της στιγμιαίας παύσης αλλά και το ερμηνευτικό πλαίσιο της συνέχειας αποκτά δυσανάλογο πλεονέκτημα. Γι’ αυτό η μεταβατική παρούσα φάση είναι τόσο κρίσιμη. Δεν αρκεί να σταματήσουν προσωρινά οι βομβαρδισμοί ή να ανακοινωθεί ότι θα ακολουθήσουν συνομιλίες. Το αποφασιστικό στοιχείο είναι ποιος θα ορίσει τι σημαίνει αυτή η εκεχειρία: είναι διάλειμμα πριν από σκληρότερη απαίτηση συμμόρφωσης, είναι αφετηρία αμοιβαίων βημάτων αποκλιμάκωσης, είναι αναγκαστική τακτική παύση ή είναι η πρώτη μορφή αναγνώρισης ότι χωρίς πολιτική συνεννόηση δεν μπορεί να σταθεροποιηθεί η περιοχή; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι αφηρημένη. Θα διαμορφώσει τις προσδοκίες των δύο αντιπροσωπειών, τη στάση των περιφερειακών παικτών, την αντίδραση των αγορών και την ευχέρεια των δύο ηγεσιών να εμφανιστούν στο εσωτερικό τους είτε ως φορείς επιτυχίας είτε ως διαχειριστές ενός ατελούς αλλά αναγκαίου συμβιβασμού.
Η αμερικανική πλευρά φαίνεται να εισέρχεται σε αυτήν τη φάση με ισχυρή διάθεση να μετατρέψει την εκεχειρία σε αποδεικτικό στοιχείο της λογικής του εξαναγκασμού. Η προσωρινή αναστολή πυρός, από τη σκοπιά αυτή, δεν θεωρείται αυτοσκοπός, αλλά ενδιάμεσο εργαλείο. Αν οι επόμενες ημέρες παράγουν πιο δομημένες συνομιλίες στο Ισλαμαμπάντ, αμερικανικές αξιώσεις για πιο σαφείς δεσμεύσεις και κάποια μορφή πρακτικής βελτίωσης στο Ορμούζ, τότε η Ουάσιγκτον θα επιχειρήσει να κατοχυρώσει πολιτικά την αντίληψη ότι η πίεση δεν οδήγησε απλώς σε προσωρινή παύση, αλλά σε πειθαναγκασμένη είσοδο του αντιπάλου σε πιο ελεγχόμενο πλαίσιο. Η λογική αυτή είναι συνεπής με τη γενικότερη προτίμηση της αμερικανικής ηγεσίας σε μορφές διαπραγμάτευσης που ακολουθούν την επίδειξη ισχύος και όχι το αντίστροφο. Όμως το ίδιο αυτό πλεονέκτημα περιέχει και τον σπόρο της αποσταθεροποίησης: εάν η επιδίωξη πολιτικής κεφαλαιοποίησης της πίεσης υπερβεί το όριο πέρα από το οποίο η άλλη πλευρά αισθάνεται ότι ακυρώνεται συμβολικά, τότε το momentum μπορεί να αναστραφεί απότομα.
Για το Ιράν, οι επόμενες ημέρες είναι ίσως ακόμη πιο κρίσιμες. Δεν χρειάζεται μόνο να αποφύγει μια νέα κλιμάκωση. Χρειάζεται να αποδείξει ότι η είσοδός του στη διαπραγματευτική φάση δεν είναι προϊόν παθητικής υποχρέωσης αλλά ελεγχόμενη πολιτική επιλογή. Γι’ αυτό και η δημόσια επιφυλακτικότητα της ιρανικής πλευράς είναι τόσο σημαντική: δεν αποτελεί απλώς διαπραγματευτικό μήνυμα προς την Ουάσιγκτον, αλλά και εσωτερική προληπτική θωράκιση απέναντι σε κάθε κατηγορία ότι το καθεστώς σύρεται σε διαδικασία που δεν ελέγχει. Αν το Ισλαμαμπάντ παράγει αποτέλεσμα το οποίο μπορεί να αποδοθεί από την Τεχεράνη σε όρους ισορροπίας, αμοιβαιότητας και αναγνώρισης βασικών απαιτήσεών της, τότε η εκεχειρία μπορεί να αποκτήσει ορισμένο πολιτικό βάθος. Αν όμως το αποτέλεσμα παρουσιαστεί μονοδιάστατα ως επιβεβαίωση αμερικανικής επιβολής, η ιρανική εσωτερική λογική θα ωθήσει αναπόφευκτα προς νέα σκλήρυνση. Γι’ αυτό το ιρανικό momentum δεν μετριέται μόνο με όρους εξωτερικής αποκλιμάκωσης, αλλά και με όρους εσωτερικής απορροφησιμότητας του όποιου συμβιβασμού.
Το Πακιστάν, στο μεταξύ, βρίσκεται στο επίκεντρο μιας σπάνιας συγκυρίας διπλωματικής αναβάθμισης. Οι πρόσφατες αναφορές το παρουσιάζουν ως παράγοντα που βοήθησε να αποτραπεί η κατάρρευση της διαδικασίας και να διαμορφωθεί ένα ελάχιστο πλαίσιο μετάβασης από το πεδίο της βίας στο πεδίο της συνομιλίας. Αυτή η αναβάθμιση έχει διπλή σημασία. Πρώτον, επιβεβαιώνει ότι η σημερινή διεθνής τάξη γίνεται όλο και πιο εξαρτημένη από ευέλικτους μεσολαβητές μέσης ισχύος, ιδίως όταν οι μεγάλες δυνάμεις αδυνατούν να συντηρήσουν απευθείας διαύλους χωρίς πολιτική φθορά. Δεύτερον, ενισχύει το momentum των συνομιλιών, ακριβώς επειδή τους δίνει γεωπολιτικό πλαίσιο λιγότερο βεβαρυμένο από το άμεσο πεδίο αντιπαράθεσης. Όμως και εδώ η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη απ’ όσο δείχνει η πρώτη ανάγνωση: ο μεσολαβητής μπορεί να διευκολύνει την έναρξη, όχι να επιλύσει τη δομική δυσπιστία. Η αξία του Ισλαμαμπάντ δεν έγκειται στο ότι αίρει τα στρατηγικά εμπόδια, αλλά στο ότι δημιουργεί μια ευκαιρία ώστε αυτά να τεθούν χωρίς άμεση κατάρρευση της διαδικασίας.
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο της τρέχουσας στιγμής είναι πάντως ότι το momentum παραμένει ασύμμετρο μεταξύ του πολιτικού και του οικονομικού επιπέδου. Στο πολιτικό επίπεδο υπάρχει πράγματι κινητικότητα: συνομιλίες επίκεινται, διεθνείς μεσολαβητές ενεργοποιούνται, διπλωματικοί δίαυλοι παραμένουν ανοιχτοί. Στο οικονομικό και επιχειρησιακό επίπεδο, αντίθετα, η αβεβαιότητα παραμένει βαριά. Η σχεδόν καθηλωμένη κυκλοφορία στο Ορμούζ, παρά την εκεχειρία, σημαίνει ότι όσοι λειτουργούν με κριτήρια πραγματικού ρίσκου δεν έχουν πειστεί ακόμη ότι η κρίση πέρασε σε πιο ασφαλές στάδιο. Η διάσταση αυτή έχει μεγάλη σημασία, διότι χωρίς σταδιακή γεφύρωση ανάμεσα στην πολιτική αναγγελία και στην υλική αποκατάσταση της κανονικότητας, το momentum θα παραμείνει εύθραυστο και ενδέχεται να αυτοαναιρεθεί. Οι διπλωματίες μπορούν να παράγουν δηλώσεις. Οι αγορές, όμως, δοκιμάζουν την αξιοπιστία των δηλώσεων σε πραγματικό χρόνο. Και αυτή τη στιγμή το τεστ αξιοπιστίας δεν έχει ακόμη περαστεί.
Γι’ αυτό ακριβώς οι επόμενες ημέρες είναι σημαντικότερες από την ίδια την αναγγελία της εκεχειρίας. Το αν η κρίση θα αποκτήσει νέα τροχιά δεν θα κριθεί από την ύπαρξη μιας προσωρινής παύσης, αλλά από το αν θα παραχθεί γρήγορα ένας στοιχειώδης μηχανισμός συνέχειας. Αυτός ο μηχανισμός θα πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τρία στοιχεία: λειτουργικό διάδρομο διαπραγμάτευσης, στοιχειώδη βελτίωση της πραγματικής ασφάλειας στη ναυσιπλοΐα και πολιτικά διαχειρίσιμη γλώσσα αμοιβαιότητας ώστε καμία πλευρά να μη θεωρεί ότι προσέρχεται στο τραπέζι υπό δημόσια ταπείνωση. Χωρίς αυτά, η εκεχειρία θα παραμείνει απλώς σύντομη ανακωχή· με αυτά, μπορεί να εξελιχθεί σε χαμηλής έντασης αλλά ουσιαστική μετάβαση από τη στρατιωτική κρίση στη διπλωματική διαπραγμάτευση.
Εν τέλει, το πραγματικό στοίχημα της στιγμής δεν είναι αν υπάρχει ακόμη παράθυρο αποκλιμάκωσης. Το παράθυρο υπάρχει. Το ζήτημα είναι αν το παράθυρο αυτό μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική διαδικασία προτού κλείσει από τη δομική δυσπιστία, από την ανάγκη των ηγεσιών να εμφανιστούν νικήτριες και από την απουσία υλικών σημείων σταθεροποίησης στο πιο κρίσιμο γεωοικονομικό πεδίο της κρίσης.
Πρόσφατα σχόλια