Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις συνιστούν ένα από τα πλέον σύνθετα και διαρκή ζητήματα της ευρωπαϊκής και περιφερειακής ασφάλειας, όχι μόνο λόγω της ιστορικής τους διαδρομής, αλλά κυρίως εξαιτίας της αδυναμίας ένταξής τους σε ένα σταθερό και λειτουργικό θεσμικό πλαίσιο διαχείρισης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία η Ελλάδα ανήκει πλήρως ως κράτος-μέλος και στην οποία η Τουρκία διατηρεί μια μακρόχρονη, προβληματική και ουσιαστικά παγωμένη ενταξιακή σχέση, βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της εξίσωσης. Ωστόσο, ο ρόλος της ΕΕ στις ελληνοτουρκικές σχέσεις παραμένει βαθιά αντιφατικός: από τη μία πλευρά εμφανίζεται ως κανονιστική δύναμη που θεμελιώνεται στο διεθνές δίκαιο, στη θεσμική σταθερότητα και στη συλλογική ασφάλεια, και από την άλλη λειτουργεί συχνά ως διστακτικός, αποσπασματικός και πολιτικά αμήχανος δρών, αδυνατώντας να μετατρέψει τη θεσμική της ισχύ σε στρατηγικό αποτέλεσμα.
Η βασική δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν αποτελούν απλώς μια διμερή διαφορά μεταξύ δύο κρατών, αλλά έναν κόμβο στον οποίο διασταυρώνονται ζητήματα διεθνούς δικαίου, περιφερειακής ασφάλειας, γεωπολιτικής ισχύος, ευρωπαϊκής συνοχής και θεσμικής αξιοπιστίας. Η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει ενσωματώσει την ευρωπαϊκή διάσταση στη στρατηγική της αντίληψη για την ασφάλεια και τη διεθνή της θέση, προσβλέποντας στην ευρωπαϊκή αλληλεγγύη ως πολλαπλασιαστή ισχύος. Η Τουρκία, αντιθέτως, αντιμετωπίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση όχι ως πλαίσιο ένταξης και κανονιστικής συμμόρφωσης, αλλά ως εργαλειακό χώρο διαπραγμάτευσης, πίεσης και επιλεκτικής συνεργασίας, χωρίς ουσιαστική αποδοχή των θεμελιωδών κανόνων που συγκροτούν το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ήδη από τις αποφάσεις του Ελσίνκι και έπειτα, επιχείρησε να εντάξει την Τουρκία σε μια διαδικασία ευρωπαϊκού μετασχηματισμού, θεωρώντας ότι η προοπτική ένταξης θα λειτουργούσε ως μηχανισμός εκδημοκρατισμού, εξομάλυνσης των σχέσεων με τα κράτη-μέλη και εναρμόνισης με το διεθνές δίκαιο. Η υπόθεση αυτή αποδείχθηκε, σε μεγάλο βαθμό, λανθασμένη. Η τουρκική εξωτερική πολιτική, ιδίως μετά τη δεκαετία του 2010, ακολούθησε μια σαφώς αναθεωρητική και αυτόνομη πορεία, απομακρυνόμενη από τη λογική της ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης και υιοθετώντας μια στρατηγική ισχύος που βασίζεται στην αμφισβήτηση, την πίεση και τη δημιουργία τετελεσμένων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αντί να επαναξιολογήσει εγκαίρως τις παραδοχές της, επέλεξε μια πολιτική αναμονής, διαχείρισης και ελάχιστης συναίνεσης, η οποία στην πράξη αποδυνάμωσε τόσο την αποτρεπτική της αξιοπιστία όσο και τη θεσμική της συνοχή.
Στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος της ΕΕ στις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν μπορεί να αναλυθεί ως ουδέτερη διαμεσολάβηση. Η Ένωση δεν είναι τρίτος εξωτερικός παρατηρητής, αλλά θεσμικός χώρος εντός του οποίου η Ελλάδα ασκεί κυριαρχία και εντός του οποίου η Τουρκία επιδιώκει επιρροή χωρίς αντίστοιχες δεσμεύσεις. Αυτή η ασυμμετρία παράγει ένα δομικό πρόβλημα: η ΕΕ καλείται να εξισορροπήσει την υποχρέωση στήριξης ενός κράτους-μέλους με τη στρατηγική της ανάγκη να διατηρήσει λειτουργικές σχέσεις με μια περιφερειακή δύναμη που θεωρείται κρίσιμη για ζητήματα ασφάλειας, ενέργειας και μετανάστευσης. Η επιλογή της Ένωσης να προτάξει τη διαχείριση κρίσεων αντί για τη διαμόρφωση στρατηγικής έχει ως αποτέλεσμα τη σταδιακή μετατροπή της σε παράγοντα σταθερότητας μόνο κατ’ όνομα, χωρίς την ικανότητα επιβολής κανόνων ή κόστους.
Η ελληνική πλευρά, σε αυτό το περιβάλλον, βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα σύνθετο δίλημμα. Από τη μία πλευρά, η ευρωπαϊκή ένταξη αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της εξωτερικής και αμυντικής της πολιτικής, προσφέροντας θεσμική ασφάλεια και διεθνή νομιμοποίηση. Από την άλλη, η απροθυμία ή αδυναμία της ΕΕ να υιοθετήσει μια σαφή και συνεκτική γραμμή απέναντι στην τουρκική αναθεωρητική συμπεριφορά δημιουργεί κενά τα οποία η Άγκυρα εκμεταλλεύεται συστηματικά. Η ευρωπαϊκή στάση συχνά περιορίζεται σε ρητορικές καταδίκες και ήπιες κυρώσεις, οι οποίες δεν μεταβάλλουν ουσιαστικά τον στρατηγικό υπολογισμό της Τουρκίας. Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή κανονικοποίηση της έντασης και η αποδοχή ενός καθεστώτος διαρκούς αμφισβήτησης, το οποίο υπονομεύει τόσο τη σταθερότητα όσο και την ίδια την έννοια της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.
Η θεσμική αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να λειτουργήσει ως παράγοντας αποτροπής στις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν είναι τυχαία. Απορρέει από τη φύση της ίδιας της Ένωσης ως σύνθετου πολιτικού οργανισμού, στον οποίο η εξωτερική πολιτική παραμένει κατά κύριο λόγο διακυβερνητική και εξαρτώμενη από την ομοφωνία. Τα διαφορετικά εθνικά συμφέροντα των κρατών-μελών, οι οικονομικές σχέσεις με την Τουρκία, καθώς και η γεωπολιτική αντίληψη ορισμένων ευρωπαϊκών πρωτευουσών που αντιμετωπίζουν την Άγκυρα ως αναγκαίο εταίρο, οδηγούν σε έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή πολιτικής. Αυτός ο παρονομαστής, όμως, δεν επαρκεί για την αντιμετώπιση μιας στρατηγικής που βασίζεται στη συστηματική αμφισβήτηση και στη δοκιμή ορίων.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η Ευρωπαϊκή Ένωση μετατρέπεται σταδιακά από κανονιστική δύναμη σε διαχειριστή αστάθειας. Αντί να επιβάλλει σαφείς κανόνες συμπεριφοράς και να συνδέσει τη συνεργασία με την Τουρκία με συγκεκριμένες και μετρήσιμες δεσμεύσεις, επιλέγει μια πολιτική επιλεκτικής εμπλοκής, η οποία αφήνει ανοιχτό το πεδίο για μονομερείς ενέργειες. Η στάση αυτή έχει άμεσες συνέπειες για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, καθώς αποδυναμώνει τη θέση της Ελλάδας ως κράτους-μέλους που δικαιούται πλήρη θεσμική στήριξη και ενισχύει την τουρκική αντίληψη ότι η πίεση και η ένταση αποδίδουν πολιτικά.
Η συζήτηση για τον ρόλο της ΕΕ στις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν μπορεί, επομένως, να περιοριστεί σε τεχνικά ή διαδικαστικά ζητήματα. Πρόκειται για ζήτημα πολιτικής ευθύνης και στρατηγικής επιλογής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να αποφασίσει εάν θα παραμείνει ένας χώρος κανόνων με πραγματικό περιεχόμενο ή αν θα αποδεχθεί σιωπηρά τη λογική των ζωνών αμφισβήτησης και των εξαιρέσεων. Για την Ελλάδα, το διακύβευμα είναι εξίσου κρίσιμο: η ευρωπαϊκή διάσταση της εξωτερικής της πολιτικής πρέπει να ενισχυθεί με ρεαλισμό και όχι με αυταπάτες, αναγνωρίζοντας τα όρια αλλά και τις δυνατότητες της Ένωσης.
Σε τελική ανάλυση, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις λειτουργούν ως δοκιμασία για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αποκαλύπτουν τις αντιφάσεις μεταξύ αξιών και συμφερόντων, κανόνων και ισχύος, θεσμικής φιλοδοξίας και πολιτικής βούλησης. Η διαχείρισή τους απαιτεί όχι μόνο διπλωματική επιδεξιότητα, αλλά και στρατηγική σαφήνεια. Χωρίς αυτήν, η ΕΕ κινδυνεύει να παγιωθεί ως παράγοντας αδράνειας, ενώ η Ελλάδα θα συνεχίσει να λειτουργεί σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, στο οποίο η θεσμική προστασία δεν είναι δεδομένη αλλά διαρκώς διαπραγματεύσιμη.
Πρόσφατα σχόλια