Η ευρωπαϊκή οικονομική συζήτηση εστιάζει συχνά στους δείκτες πληθωρισμού, στις αποδόσεις των ομολόγων και στη στάση της νομισματικής πολιτικής, όμως η βαθύτερη πρόκληση της παρούσας περιόδου αφορά το ίδιο το παραγωγικό υπόδειγμα της Ευρώπης. Η ήπειρος έχει οικοδομήσει την οικονομική της ισχύ πάνω σε ένα μοντέλο υψηλής προστιθέμενης αξίας, βιομηχανικής οργάνωσης, τεχνολογικής εξειδίκευσης, σύνθετων εφοδιαστικών αλυσίδων και ισχυρής αλληλεξάρτησης μεταξύ ενέργειας, μεταποίησης, μεταφορών και εξαγωγικού προσανατολισμού. Η συνοχή αυτού του μοντέλου στηρίζεται σε μια λεπτή ισορροπία: το ενεργειακό κόστος δεν χρειάζεται να είναι χαμηλό με απόλυτους όρους, αλλά οφείλει να είναι αρκετά προβλέψιμο ώστε να επιτρέπει τον προγραμματισμό της παραγωγής, των επενδύσεων και των τιμολογήσεων. Όταν αυτή η προβλεψιμότητα χάνεται και όταν η ενέργεια καθίσταται όχι μόνο ακριβότερη αλλά και αβέβαιη ως προς τη μεσοπρόθεσμη τροχιά της, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς λογιστικό ή πληθωριστικό. Γίνεται διαρθρωτικό πρόβλημα ανταγωνιστικότητας και, εν τέλει, πρόβλημα αντοχής του ίδιου του ευρωπαϊκού παραγωγικού συστήματος.
Η σημασία αυτού του ζητήματος είναι μεγαλύτερη απ’ όσο αποτυπώνεται στη συνήθη δημόσια συζήτηση, διότι η παραγωγική οικονομία δεν επηρεάζεται μόνο από τις απόλυτες τιμές, αλλά από τη σχέση ανάμεσα στο κόστος ενέργειας, στο κόστος χρηματοδότησης, στο μισθολογικό κόστος, στη φορολογική επιβάρυνση και στην παραγωγική βεβαιότητα. Μία επιχείρηση μπορεί να αντέξει υψηλότερο ενεργειακό κόστος εφόσον διαθέτει φθηνότερη χρηματοδότηση, υψηλή παραγωγικότητα ή σταθερότητα στον ορίζοντα σχεδιασμού της. Αν όμως η άνοδος του ενεργειακού κόστους συνδυάζεται με υψηλότερα επιτόκια, αβέβαιο εξωτερικό περιβάλλον και συγκρατημένη ζήτηση, τότε το πρόβλημα πολλαπλασιάζεται. Η Ευρώπη ακριβώς αυτό αντιμετωπίζει σήμερα: όχι μία μόνο πηγή πίεσης, αλλά ένα νέο καθεστώς κόστους, στο οποίο πολλοί βασικοί συντελεστές παραγωγής και επένδυσης γίνονται ταυτόχρονα ακριβότεροι ή πιο αβέβαιοι. Σε τέτοιες συνθήκες, η ανταγωνιστικότητα δεν μειώνεται απότομα, αλλά διαβρώνεται σταδιακά, μέσω της αναβολής επενδυτικών αποφάσεων, της υποχώρησης της παραγωγικής επέκτασης και της επιδείνωσης της σχέσης μεταξύ κόστους και τελικής απόδοσης.
Ιδιαίτερα ευάλωτοι σε αυτή τη διαδικασία είναι οι κλάδοι υψηλής ενεργειακής έντασης, αλλά το φαινόμενο δεν περιορίζεται μόνο σε αυτούς. Βεβαίως, η μεταλλουργία, η χημική βιομηχανία, η βιομηχανία πρώτων υλών, οι κατασκευές και άλλοι τομείς που βασίζονται σε μεγάλες ενεργειακές καταναλώσεις πλήττονται πρώτοι. Ωστόσο, η διάχυση του αυξημένου κόστους δεν σταματά εκεί. Επεκτείνεται στους τομείς των μεταφορών, στη γεωργία, στη συσκευασία, στη συντήρηση ψυχρής αλυσίδας, στη λιανική διανομή, στην εστίαση, στον τουρισμό και σε πλήθος υπηρεσιών που εξαρτώνται έμμεσα από τη σταθερότητα του ενεργειακού κόστους. Με άλλα λόγια, η ενεργειακή επιβάρυνση δεν είναι μόνο πρόβλημα της βιομηχανίας, αλλά πρόβλημα ολόκληρης της οικονομικής διάρθρωσης. Αυτό που αλλάζει είναι η ίδια η οικονομία του κόστους, και όταν αλλάζει αυτή, αλλάζουν αναγκαστικά και οι όροι με τους οποίους αξιολογείται η βιωσιμότητα μιας επιχείρησης ή ενός επενδυτικού σχεδίου.
Η πίεση αυτή επηρεάζει άμεσα και τη βούληση για επένδυση. Οι επιχειρήσεις δεν επενδύουν μόνο όταν υπάρχει ζήτηση, αλλά όταν μπορούν να προβλέψουν με σχετική ασφάλεια το μελλοντικό περιβάλλον στο οποίο θα λειτουργήσει το επενδυμένο κεφάλαιο. Όσο πιο αβέβαιες γίνονται οι τιμές ενέργειας, τα επιτόκια, οι μεταφορές και οι διεθνείς συνθήκες, τόσο αυξάνεται το προεξοφλητικό ασφάλιστρο που εσωτερικά επιβάλλει κάθε επιχείρηση στις δικές της αποφάσεις. Αυτό σημαίνει ότι σχέδια που υπό κανονικές συνθήκες θα θεωρούνταν συμφέροντα μετατίθενται, περιορίζονται ή ακυρώνονται. Η συσσώρευση τέτοιων αποφάσεων σε ευρεία κλίμακα παράγει ένα σοβαρό μακροοικονομικό αποτέλεσμα: μείωση της παραγωγικής ανανέωσης, επιβράδυνση της τεχνολογικής αναβάθμισης, περιορισμό της μελλοντικής παραγωγικότητας. Έτσι, ένα σημερινό σοκ κόστους μπορεί να μετατραπεί σε αυριανό πρόβλημα δυναμικής ανάπτυξης.
Η Ευρώπη βρίσκεται εδώ σε μειονεκτική θέση σε σχέση με άλλες μεγάλες οικονομικές περιοχές, όχι επειδή στερείται τεχνογνωσίας ή κεφαλαίων, αλλά επειδή διαθέτει μικρότερη ενεργειακή αυτάρκεια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, πιο βραδεία πολιτική διαδικασία προσαρμογής. Η απάντηση σε ένα τέτοιο περιβάλλον δεν μπορεί να είναι μόνο η παροχή προσωρινών επιδοτήσεων ή η αναμονή μιας εξομάλυνσης των αγορών. Απαιτείται αναθεώρηση της ίδιας της βιομηχανικής και παραγωγικής στρατηγικής. Αυτό σημαίνει ότι η έννοια της ανταγωνιστικότητας πρέπει να πάψει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως συνάρτηση μισθών, φόρων ή γραφειοκρατίας και να ενταχθεί σε μια ευρύτερη κατανόηση που περιλαμβάνει την ενεργειακή ασφάλεια, την αξιοπιστία υποδομών, την ταχύτητα αδειοδότησης, την πρόσβαση σε επενδυτική χρηματοδότηση και τη δυνατότητα τεχνολογικής αναβάθμισης. Η ανταγωνιστικότητα σε συνθήκες γεωοικονομικής αβεβαιότητας είναι πιο σύνθετη και πιο απαιτητική από ό,τι σε περιόδους κανονικότητας.
Από αυτή την άποψη, η ενεργειακή κρίση λειτουργεί και ως δοκιμασία της ικανότητας της Ευρώπης να συνδέσει το βραχυχρόνιο με το μακροχρόνιο. Οι κυβερνήσεις υποχρεώνονται να διαχειριστούν άμεσα τις επιπτώσεις της ανατίμησης, όμως αν περιοριστούν σε προσωρινά μέτρα ανακούφισης χωρίς παράλληλη επένδυση στη διαρθρωτική θωράκιση, θα ανακυκλώσουν την ίδια ευαλωτότητα. Η βιομηχανική πολιτική, η επέκταση δικτύων, η αποθήκευση ενέργειας, η επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης, η στήριξη καινοτομίας και η ενίσχυση εγχώριων παραγωγικών δυνατοτήτων δεν είναι πλέον αφηρημένες στρατηγικές επιλογές, αλλά προϋποθέσεις επιβίωσης της παραγωγικής Ευρώπης. Το ζήτημα δεν είναι μόνο να παραχθεί φθηνότερη ενέργεια ή να εισαχθεί από ασφαλέστερες πηγές, αλλά να καταστεί η ευρωπαϊκή οικονομία λιγότερο ευάλωτη στις απότομες εξωτερικές διακυμάνσεις που αποσταθεροποιούν τον επενδυτικό της ορίζοντα.
Σε αυτή τη συζήτηση, αποκτά ιδιαίτερη σημασία και ο ρόλος του κράτους ως διαμορφωτή πλαισίου και όχι μόνο ως παρόχου στήριξης. Η κρατική παρέμβαση σε περιόδους ενεργειακής πίεσης δεν εξαντλείται στην παροχή αντισταθμιστικών μέτρων. Το ουσιώδες είναι εάν το κράτος μπορεί να δημιουργήσει ένα πιο προβλέψιμο περιβάλλον για τις επενδύσεις, να περιορίσει θεσμικά εμπόδια, να επιταχύνει αποφάσεις, να κατευθύνει πόρους στρατηγικά και να προσφέρει σαφή σήματα προς την αγορά για τη μακροπρόθεσμη κατεύθυνση της οικονομίας. Εάν αυτό δεν συμβεί, η επιχειρηματική κοινότητα θα συνεχίσει να λειτουργεί αμυντικά, προσαρμοζόμενη στο αυξημένο κόστος αντί να μετασχηματίζει ενεργητικά τη δομή της. Και όταν η άμυνα γίνεται κυρίαρχη λογική σε μεγάλη κλίμακα, η ανάπτυξη παύει να είναι παραγωγική και γίνεται απλώς διαχειριστική.
Το ευρωπαϊκό παραγωγικό πρόβλημα είναι συνεπώς βαθύτερο από μια προσωρινή κρίση τιμών. Πρόκειται για το ερώτημα εάν η Ευρώπη μπορεί να διατηρήσει την παραγωγική της ταυτότητα σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου οι βασικές συνθήκες κόστους γίνονται ασταθέστερες και ακριβότερες. Η απάντηση θα κριθεί από το αν θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει τις ενεργειακές πιέσεις ως παροδικά επεισόδια ή αν θα τις αναγνωρίσει ως μήνυμα ότι το υπόδειγμα λειτουργίας της πρέπει να αναθεωρηθεί. Μια Ευρώπη που επιθυμεί να παραμείνει χώρος βιομηχανίας, τεχνολογίας, εξαγωγών και ποιοτικής απασχόλησης οφείλει να επανεξετάσει τους όρους με τους οποίους παράγει, χρηματοδοτεί και προστατεύει την παραγωγική της βάση. Διαφορετικά, η σημερινή κρίση κόστους θα λειτουργήσει ως αφετηρία μακροχρόνιας διαβρωτικής διαδικασίας, η οποία δεν θα καταρρεύσει θεαματικά αλλά θα απομειώσει σταθερά την οικονομική ισχύ της Ευρώπης.
Πρόσφατα σχόλια