Το μεγαλύτερο σφάλμα στη συζήτηση για την τρέχουσα συγκυρία θα ήταν να θεωρηθεί η ενεργειακή κρίση ως ένα ακόμα περιστασιακό επεισόδιο που αντιμετωπίζεται με προσωρινές επιδοτήσεις και περιορισμένη δημοσιονομική απορρόφηση. Στην πραγματικότητα, αυτό που αποκαλύπτεται είναι η ανάγκη για ένα νέο οικονομικό και κοινωνικό συμβόλαιο γύρω από την ενέργεια. Όσο η διεθνής αγορά παραμένει εκτεθειμένη σε στρατηγικά περάσματα, γεωπολιτική αβεβαιότητα και απότομες μεταβολές προσφοράς, οι οικονομίες που δεν διαθέτουν συνεκτική πολιτική ενεργειακής ασφάλειας θα αναγκάζονται να πληρώνουν επανειλημμένα υψηλό κοινωνικό και παραγωγικό κόστος. Η ενέργεια παύει, συνεπώς, να είναι απλό εμπόρευμα. Μετατρέπεται σε ζήτημα δημόσιας οικονομίας, σε ζήτημα κοινωνικής αναπαραγωγής και σε βασική συνιστώσα του ίδιου του επιπέδου οικονομικής κυριαρχίας μιας χώρας.
Η κεντρική ιδέα ενός νέου ενεργειακού κοινωνικού συμβολαίου είναι ότι η ασφάλεια τροφοδοσίας, η σταθερότητα τιμών και η προστασία του νοικοκυριού δεν μπορούν να αφήνονται πλήρως στην ακατέργαστη μεταβλητότητα της διεθνούς αγοράς. Δεν πρόκειται για άρνηση της αγοράς, αλλά για αναγνώριση του γεγονότος ότι ορισμένα αγαθά, λόγω της συστημικής τους σημασίας, παράγουν ακραία κοινωνικά κόστη όταν αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως μηχανισμοί τιμής. Η ενέργεια είναι κατεξοχήν τέτοιο αγαθό. Όταν οι τιμές της εκρήγνυνται, δεν θίγεται απλώς η κερδοφορία κάποιων επιχειρήσεων. Θίγεται η δυνατότητα θέρμανσης, μετακίνησης, εργασίας, παραγωγής, συντήρησης της αγροτικής και βιοτεχνικής δραστηριότητας. Η ενέργεια αποτελεί συνεπώς υπόστρωμα κοινωνικής αναπαραγωγής. Και αυτό σημαίνει ότι η κρατική παρέμβαση δεν πρέπει να νοείται ως εξαιρετική παρέκκλιση, αλλά ως θεσμική υποχρέωση διασφάλισης βασικής λειτουργικότητας της οικονομίας.
Η συζήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο σημερινό διεθνές πλαίσιο. Τα Στενά του Ορμούζ εξακολουθούν να αποτελούν κόμβο που μεταφέρει περίπου το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαϊκών υγρών και πάνω από το 20% του παγκόσμιου LNG, πράγμα που σημαίνει ότι η διεθνής αγορά παραμένει αντικειμενικά ευάλωτη σε σοβαρές διαταραχές. Όσο αυτή η δομική ευπάθεια υφίσταται, οι εθνικές οικονομίες δεν μπορούν να πορεύονται σαν να πρόκειται για μια τεχνική λεπτομέρεια της αγοράς ενέργειας. Οφείλουν να οργανώσουν συστήματα πρόληψης, αποθήκευσης, διαφοροποίησης και κοινωνικής προστασίας, διαφορετικά θα συνεχίσουν να αντιδρούν εκ των υστέρων, μετακυλίοντας κάθε νέο σοκ στα ασθενέστερα στρώματα.
Η κοινωνικά δίκαιη ενεργειακή στρατηγική προϋποθέτει επίσης μια βαθύτερη κατανόηση της σχέσης ανάμεσα στην ενεργειακή μετάβαση και στην κοινωνική συνοχή. Η μετάβαση σε πιο ανθεκτικό και διαφοροποιημένο ενεργειακό σύστημα δεν μπορεί να γίνει εάν παρουσιάζεται ως απλό περιβαλλοντικό ή τεχνοκρατικό σχέδιο. Πρέπει να νοηθεί ως μηχανισμός κοινωνικής προστασίας και μείωσης μελλοντικών σοκ. Ένα νοικοκυριό με καλύτερη ενεργειακή απόδοση κατοικίας, με πρόσβαση σε σταθερότερο κόστος ηλεκτρισμού ή με λιγότερη εξάρτηση από ακραίες διακυμάνσεις καυσίμων είναι ένα νοικοκυριό λιγότερο ευάλωτο στην επόμενη διεθνή κρίση. Αντίστοιχα, μια επιχείρηση με μειωμένη ενεργειακή ένταση, καλύτερη αποθήκευση ή σταθερότερη πρόσβαση σε δίκτυα είναι επιχείρηση πιο ανθεκτική στην επόμενη ανατίμηση. Η κοινωνική διάσταση της μετάβασης βρίσκεται ακριβώς εκεί: στην προληπτική μείωση της μελλοντικής τρωτότητας.
Για την Ελλάδα, η προσέγγιση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει κάθε ενεργειακή διαταραχή με έκτακτες ανακοινώσεις και περιστασιακά επιδόματα. Χρειάζεται ένα πιο βαθύ μοντέλο, στο οποίο η ενεργειακή πολιτική θα συνδέεται με την κοινωνική προστασία, τη στεγαστική αναβάθμιση, την παραγωγική πολιτική, την τοπική αυτοδιοίκηση και τον εκσυγχρονισμό των δικτύων. Η κοινωνική δικαιοσύνη στην ενέργεια δεν είναι μόνο εισοδηματικό μέτρο. Είναι και χωρικό, τεχνολογικό και αναπτυξιακό μέτρο. Αφορά ποια σπίτια και ποιες μικρές επιχειρήσεις μπορούν να μειώσουν ουσιαστικά την έκθεσή τους. Αφορά ποιοι δήμοι διαθέτουν ανθεκτικές υποδομές. Αφορά ποιοι κλάδοι υποστηρίζονται ώστε να μην παραμένουν μόνιμα αιχμάλωτοι της διεθνούς μεταβλητότητας.
Πρόσφατα σχόλια