Η ευρωπαϊκή οικονομία εισέρχεται εκ νέου σε μία περίοδο έντονης αβεβαιότητας, κατά την οποία η ενεργειακή αστάθεια, η αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων, η επιδείνωση των όρων χρηματοδότησης και η επαναφορά της δημοσιονομικής στενότητας συνθέτουν ένα περιβάλλον πολυεπίπεδου κινδύνου για τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης. Η αιφνίδια και δραματική άνοδος των τιμών ενέργειας κατά το τελευταίο διάστημα δεν συνιστά απλώς μία συγκυριακή διακύμανση των αγορών, αλλά έναν καταλύτη ευρύτερης αποσταθεροποίησης, ο οποίος μεταβάλλει τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό, επηρεάζει τις αποτιμήσεις του κρατικού χρέους, περιορίζει τα περιθώρια νομισματικής χαλάρωσης και επαναφέρει στο επίκεντρο τον κίνδυνο ενός νέου στασιμοπληθωριστικού κύκλου. Η ιστορική εμπειρία υποδεικνύει ότι τέτοιες φάσεις δεν έχουν μόνο μακροοικονομικές συνέπειες, αλλά και βαθιές πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις, καθώς συμπιέζουν το διαθέσιμο εισόδημα, εντείνουν τις ανισότητες, επαναπολιτικοποιούν τις δημόσιες δαπάνες και δοκιμάζουν τα όρια της αντοχής τόσο των κυβερνήσεων όσο και των θεσμών της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης.
Το κρίσιμο στοιχείο της παρούσας συγκυρίας είναι ότι η ενεργειακή ανατίμηση δεν εκδηλώνεται σε ένα κενό περιβάλλον, αλλά έρχεται να επιβαρύνει οικονομίες που εξέρχονται μόλις πρόσφατα από μία μακρά περίοδο διαδοχικών διαταραχών. Η πανδημική κρίση, οι διαταράξεις στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, η προηγούμενη ενεργειακή κρίση, η έντονη νομισματική σύσφιξη και η εξάντληση μεγάλου μέρους των δημοσιονομικών αποθεμάτων έχουν ήδη αφήσει ένα βαρύ αποτύπωμα στη δομή της ευρωπαϊκής οικονομίας. Συνεπώς, η νέα άνοδος της ενέργειας δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη εξωγενή πίεση, αλλά λειτουργεί αθροιστικά και σωρευτικά σε ένα ήδη επιβαρυμένο σύστημα. Το αποτέλεσμα είναι η μετατόπιση της ευρωπαϊκής οικονομικής συζήτησης από το σενάριο της σταδιακής ομαλοποίησης προς ένα σαφώς δυσμενέστερο πλαίσιο, όπου η ανάπτυξη επιβραδύνεται, οι τιμές διατηρούνται υψηλές, τα επιτόκια παραμένουν περισσότερο περιοριστικά για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και οι κυβερνήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν νέες παρεμβάσεις υπό σαφώς λιγότερο ευνοϊκούς όρους.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αγορά κρατικών ομολόγων της Ευρωζώνης λειτουργεί ως ο πρώτος και ίσως ο πλέον ακριβής δείκτης της επιδεινούμενης ισορροπίας. Η άνοδος των αποδόσεων των δεκαετών τίτλων σε βασικές οικονομίες της νομισματικής ένωσης δεν αποτυπώνει μόνο μία τεχνική αντίδραση σε βραχυπρόθεσμες εξελίξεις, αλλά μία πιο ουσιαστική μεταβολή στις επενδυτικές προσδοκίες. Οι αγορές αρχίζουν να προεξοφλούν εκ νέου ότι το μείγμα υψηλότερου πληθωρισμού, χαμηλότερης ανάπτυξης και αυξημένων δημοσιονομικών αναγκών θα διατηρηθεί για περισσότερο χρόνο απ’ ό,τι αρχικά αναμενόταν. Όταν ο επενδυτικός ορίζοντας μετατοπίζεται προς αυτή την κατεύθυνση, το κρατικό χρέος δεν αντιμετωπίζεται πλέον αποκλειστικά ως ασφαλές καταφύγιο, αλλά ως περιουσιακό στοιχείο αυξημένης ευαισθησίας απέναντι στο συνδυασμό νομισματικού και δημοσιονομικού κινδύνου. Γι’ αυτό και ακόμη και όταν καταγράφονται βραχυχρόνιες διορθώσεις ή μικρές αποκλιμακώσεις στις αποδόσεις, η γενική κατεύθυνση της αγοράς υποδηλώνει ότι η εποχή του φθηνού χρήματος και της υψηλής ανοχής στον κίνδυνο έχει λήξει.
Η άνοδος του κόστους δανεισμού στη Γαλλία, στη Γερμανία, στην Ιταλία και στην Ελλάδα αποκτά ιδιαίτερη σημασία διότι αναδεικνύει την επιστροφή της διαφοροποίησης εντός της Ευρωζώνης. Η νομισματική ένωση εξακολουθεί βεβαίως να διαθέτει έναν κοινό κεντρικό τραπεζικό πυλώνα και ένα κοινό νόμισμα, όμως δεν διαθέτει ούτε ενιαίο δημοσιονομικό χώρο ούτε κοινή πιστωτική φερεγγυότητα για όλα τα κράτη-μέλη. Αυτό σημαίνει ότι κάθε νέα εξωγενής διαταραχή μεταφράζεται άνισα στις εθνικές οικονομίες, ανάλογα με το ύψος του δημόσιου χρέους, τη δομή του παραγωγικού μοντέλου, τον βαθμό ενεργειακής εξάρτησης, την ευελιξία του κρατικού προϋπολογισμού και την αξιοπιστία της εθνικής οικονομικής πολιτικής. Σε τέτοιες περιόδους, η Γερμανία μπορεί να δανείζεται ακριβότερα από το παρελθόν αλλά εξακολουθεί να διατηρεί μεγαλύτερη θεσμική αξιοπιστία και χαμηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου, ενώ χώρες όπως η Ιταλία, η Γαλλία και η Ελλάδα υφίστανται εντονότερες πιέσεις, καθώς η αγορά ενσωματώνει όχι μόνο τις παρούσες μακροοικονομικές αδυναμίες, αλλά και τον κίνδυνο μελλοντικής δημοσιονομικής αποσταθεροποίησης.
Ιδίως για τις χώρες με υψηλό λόγο δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ, η άνοδος των αποδόσεων δεν είναι λογιστικό ή αφηρημένο χρηματοοικονομικό μέγεθος, αλλά παράγοντας με άμεσες πολιτικές επιπτώσεις. Υψηλότερο κόστος δανεισμού σημαίνει ακριβότερη αναχρηματοδότηση παλαιότερων υποχρεώσεων, αυξανόμενη επιβάρυνση των τόκων στους προϋπολογισμούς, μειωμένο δημοσιονομικό χώρο για κοινωνικές πολιτικές, ενδεχόμενη ανάγκη ανακατανομής δαπανών και δυσκολότερη επίτευξη των στόχων πρωτογενών πλεονασμάτων ή σταθεροποίησης του χρέους. Με άλλα λόγια, η αγορά ομολόγων επηρεάζει ευθέως την πολιτική αυτονομία των κυβερνήσεων. Όσο αυξάνεται η εξάρτηση μιας κυβέρνησης από το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, τόσο περιορίζεται η δυνατότητά της να εφαρμόσει επεκτατικές ή διορθωτικές πολιτικές χωρίς να έρθει αντιμέτωπη με αρνητικές αντιδράσεις από τις αγορές και τους ευρωπαϊκούς κανόνες. Η συνθήκη αυτή τείνει να επανεισάγει στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα τη λογική της δημοσιονομικής επιτήρησης όχι πλέον μόνο ως θεσμική υποχρέωση, αλλά ως άμεση ανάγκη επιβίωσης σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους κεφαλαίου.
Το πρόβλημα επιτείνεται επειδή η νέα ενεργειακή πίεση επηρεάζει τον πληθωρισμό με τρόπο άμεσο αλλά και διαχεόμενο. Το άμεσο αποτέλεσμα αφορά την άνοδο στις τιμές του πετρελαίου, του φυσικού αερίου, των καυσίμων και της ηλεκτρικής ενέργειας. Το έμμεσο αποτέλεσμα είναι πολύ πιο σύνθετο και εν τέλει πιο επικίνδυνο: το ακριβότερο ενεργειακό κόστος ενσωματώνεται στα μεταφορικά, στη βιομηχανική παραγωγή, στη γεωργία, στην εφοδιαστική αλυσίδα, στο κόστος θέρμανσης, στο λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων και, τελικά, στο καλάθι του καταναλωτή. Όταν η ενέργεια ανατιμάται έντονα, η οικονομία δεν βιώνει απλώς μία αύξηση σε έναν μεμονωμένο δείκτη τιμών, αλλά μία οριζόντια ανατίμηση των ενδιάμεσων και τελικών αγαθών. Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά την πληθωριστική πίεση επίμονη και όχι παροδική. Η ενέργεια, ως βασική εισροή σχεδόν σε κάθε τομέα της παραγωγικής δραστηριότητας, έχει ισχυρό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα. Επομένως, ακόμη και αν η αρχική αιτία της ανόδου εντοπίζεται σε μια γεωπολιτική κρίση ή σε διαταραχή της εφοδιαστικής ροής, οι συνέπειες διαχέονται σε όλο το οικονομικό σύστημα και διατηρούνται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Η συζήτηση για την επιστροφή του στασιμοπληθωρισμού δεν είναι, συνεπώς, ρητορική υπερβολή, αλλά αναλυτικά τεκμηριωμένο ενδεχόμενο. Στασιμοπληθωρισμός σημαίνει ταυτόχρονη ύπαρξη ασθενούς ή επιβραδυνόμενης ανάπτυξης, επίμονου πληθωρισμού και περιορισμένης αποτελεσματικότητας των παραδοσιακών εργαλείων οικονομικής πολιτικής. Πρόκειται για κατάσταση εξαιρετικά δύσκολη στη διαχείρισή της, διότι το κατάλληλο μέτρο για την αντιμετώπιση του ενός σκέλους του προβλήματος επιδεινώνει συχνά το άλλο. Εάν η κεντρική τράπεζα διατηρήσει σφιχτή νομισματική πολιτική για να περιορίσει τον πληθωρισμό, ενδέχεται να ασκήσει επιπλέον καθοδική πίεση στην ανάπτυξη και στην επενδυτική δραστηριότητα. Αν, αντίθετα, χαλαρώσει πρόωρα τις χρηματοδοτικές συνθήκες για να στηρίξει την ανάπτυξη, μπορεί να επιτρέψει στην πληθωριστική δυναμική να παγιωθεί. Αν οι κυβερνήσεις αυξήσουν επιδοτήσεις και παρεμβάσεις για να απορροφήσουν το ενεργειακό κόστος, επιβαρύνουν τους προϋπολογισμούς τους και ενδεχομένως συντηρούν τη ζήτηση. Αν δεν παρέμβουν επαρκώς, αφήνουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις εκτεθειμένα σε σημαντική απώλεια αγοραστικής δύναμης και ανταγωνιστικότητας. Ο στασιμοπληθωρισμός είναι επομένως μια παγίδα οικονομικής πολιτικής, όχι απλώς ένας δυσμενής δείκτης.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται εκ νέου στο επίκεντρο αυτής της εξίσωσης. Μετά από μια μακρά και επώδυνη περίοδο νομισματικής σύσφιξης, κατά την οποία η αύξηση των επιτοκίων αποσκοπούσε στη δαμάση του πληθωρισμού, είχε αρχίσει να διαμορφώνεται η προσδοκία ότι η Ευρωζώνη θα μπορούσε να εισέλθει σε μια πιο ισορροπημένη φάση. Η σταδιακή χαλάρωση των επιτοκίων προοριζόταν να αποκαταστήσει συνθήκες ομαλότερης χρηματοδότησης, να υποστηρίξει τον τραπεζικό δανεισμό, να ανακουφίσει τους δανειολήπτες και να διευκολύνει την ανάκτηση της επενδυτικής και καταναλωτικής δυναμικής. Η νέα όμως άνοδος του ενεργειακού κόστους αλλοιώνει αυτή την τροχιά. Όταν οι προοπτικές για τον πληθωρισμό αναθεωρούνται προς τα πάνω, η ΕΚΤ δεν μπορεί να λειτουργήσει με όρους πολιτικής ευκολίας ή κοινωνικής πίεσης, αλλά με όρους αξιοπιστίας της εντολής της. Η αξιοπιστία αυτή είναι κρίσιμη, διότι εάν οι αγορές, οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά πειστούν ότι η κεντρική τράπεζα θα ανεχθεί υψηλότερο πληθωρισμό για μεγαλύτερο διάστημα, τότε οι πληθωριστικές προσδοκίες αποσυνδέονται από τον στόχο σταθερότητας τιμών και το πρόβλημα γίνεται αυτοτροφοδοτούμενο.
Από αυτή την άποψη, η αναθεώρηση των εκτιμήσεων για τον πληθωρισμό τα επόμενα έτη και η επαναφορά της συζήτησης περί νέων αυξήσεων επιτοκίων έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Δεν αφορούν μόνο την άμεση συμπεριφορά των κεντρικών τραπεζιτών, αλλά σηματοδοτούν μια βαθύτερη μεταβολή στη συνολική αρχιτεκτονική των προσδοκιών. Η αγορά δεν εξετάζει μόνο τι θα πράξει η ΕΚΤ στην επόμενη συνεδρίαση, αλλά ποια είναι η νέα μακροοικονομική κανονικότητα που αρχίζει να σχηματίζεται. Εάν η κανονικότητα αυτή είναι μία Ευρωζώνη με υψηλότερη ενεργειακή αβεβαιότητα, συχνότερες εξωγενείς διαταραχές, επίμονο δομικό πληθωρισμό και αυξημένες κρατικές ανάγκες, τότε το ουδέτερο επίπεδο των επιτοκίων, η καμπύλη αποδόσεων, το επενδυτικό κλίμα και το ύψος των κινδύνων επαναπροσδιορίζονται συνολικά. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται μόνο για ένα βραχυχρόνιο σοκ, αλλά για πιθανή μετατόπιση καθεστώτος.
Η ενεργειακή διάσταση της κρίσης έχει, επιπλέον, ιδιαίτερη βαρύτητα για την Ευρώπη, επειδή αναδεικνύει τη στρατηγική της ευαλωτότητα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επενδύσει σημαντικά στη διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών, στην πράσινη μετάβαση και στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας των αγορών της, ωστόσο εξακολουθεί να παραμένει εξαρτημένη από διεθνείς ροές και από ένα εύθραυστο γεωοικονομικό περιβάλλον. Όταν διαταράσσεται η ασφάλεια θαλάσσιων οδών, όταν αυξάνεται το ασφάλιστρο κινδύνου στις μεταφορές και όταν οι αγορές προεξοφλούν περιορισμό της προσφοράς πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου, η Ευρώπη δεν πλήττεται μόνο ως εισαγωγέας ενέργειας, αλλά και ως βιομηχανική οικονομία που στηρίζεται στην προβλεψιμότητα του κόστους παραγωγής. Η ευπάθεια αυτή είναι διπλή: αφορά αφενός τη φυσική πρόσβαση στην ενέργεια και αφετέρου το κόστος αυτής της πρόσβασης. Ακόμη και όταν η τροφοδοσία δεν διακόπτεται πλήρως, η ακριβότερη προμήθεια αρκεί για να αποσταθεροποιήσει τον πληθωρισμό και τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα.
Ειδικότερα, η αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου έχει βαρύνουσα σημασία, διότι το αέριο παραμένει κομβικό καύσιμο για την ηλεκτροπαραγωγή, για τη βιομηχανία και για τη θέρμανση σε πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες. Η άνοδος των τιμών του φυσικού αερίου επηρεάζει όχι μόνο τον λογαριασμό ενέργειας των νοικοκυριών, αλλά και τη βιωσιμότητα ενεργοβόρων κλάδων όπως η χημική βιομηχανία, η μεταλλουργία, η κεραμική βιομηχανία, η λιπασματοβιομηχανία και τμήματα της αγροδιατροφικής παραγωγής. Σε αυτό ακριβώς το σημείο η ενεργειακή κρίση μετατρέπεται σε κρίση παραγωγικού κόστους και στη συνέχεια σε κρίση ανταγωνιστικότητας. Εάν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις παράγουν με σαφώς υψηλότερο ενεργειακό κόστος από τους ανταγωνιστές τους σε άλλες γεωγραφικές ζώνες, τότε συρρικνώνονται τα περιθώρια κέρδους, μειώνονται τα κίνητρα επένδυσης, επιβραδύνεται η βιομηχανική δραστηριότητα και αυξάνεται ο κίνδυνος αποβιομηχάνισης ή μεταφοράς παραγωγικών μονάδων εκτός Ευρώπης. Αυτό δεν είναι απλώς οικονομικό πρόβλημα, αλλά μακροπρόθεσμο ζήτημα ισχύος και στρατηγικής αυτονομίας.
Παράλληλα, οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης εισέρχονται σε μια νέα φάση δημοσιονομικών διλημμάτων. Κατά την τελευταία πενταετία, τα ευρωπαϊκά κράτη κατέφυγαν επανειλημμένα σε μεγάλης κλίμακας παρεμβάσεις για να στηρίξουν την οικονομία και την κοινωνία. Κατά την πανδημία υιοθετήθηκαν μέτρα προστασίας εισοδημάτων, εγγυήσεις, επιδοτήσεις και αναστολές φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών. Κατά την προηγούμενη ενεργειακή κρίση εφαρμόστηκαν εκτεταμένες επιδοτήσεις λογαριασμών και προσωρινές φορολογικές ελαφρύνσεις. Η συσσώρευση αυτών των δαπανών, μολονότι αναγκαία υπό τις τότε συνθήκες, περιόρισε τα διαθέσιμα αποθέματα για το επόμενο σοκ. Σήμερα, η ανάγκη εκ νέου στήριξης πολιτών και επιχειρήσεων συναντά προϋπολογισμούς ήδη επιβαρυμένους, υψηλότερο κόστος δανεισμού και αυστηρότερη προσήλωση στους δημοσιονομικούς κανόνες. Αυτό δημιουργεί ένα σοβαρό πρόβλημα κατανομής βαρών: ποιο μέρος της ενεργειακής επιβάρυνσης θα αναλάβει το κράτος, ποιο οι επιχειρήσεις και ποιο τα νοικοκυριά.
Η πολιτική πίεση για παρεμβάσεις είναι απολύτως αναμενόμενη. Όταν οι τιμές των καυσίμων πλησιάζουν ή υπερβαίνουν επίπεδα που επηρεάζουν αισθητά την καθημερινή ζωή, το ζήτημα παύει να είναι αμιγώς μακροοικονομικό και μετατρέπεται σε ζήτημα κοινωνικής νομιμοποίησης. Η αύξηση της βενζίνης, του πετρελαίου θέρμανσης, του ηλεκτρικού ρεύματος και του μεταφορικού κόστους δεν πλήττει ομοιόμορφα όλες τις κοινωνικές κατηγορίες. Χτυπά με μεγαλύτερη ένταση τα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα, τις αγροτικές και νησιωτικές περιοχές, τους μικρούς επαγγελματίες, τους κλάδους με υψηλή ενεργειακή εξάρτηση και τα νοικοκυριά που διαθέτουν μικρότερα περιθώρια απορρόφησης απρόβλεπτων αυξήσεων. Έτσι, η ενεργειακή ακρίβεια γίνεται παράγοντας κοινωνικού κατακερματισμού. Οι κυβερνήσεις αναγκάζονται να επιλέξουν μεταξύ οριζόντιων μέτρων, τα οποία είναι πολιτικά δημοφιλή αλλά δημοσιονομικά δαπανηρά και συχνά αναποτελεσματικά, και στοχευμένων παρεμβάσεων, οι οποίες είναι οικονομικά ορθολογικότερες αλλά πολιτικά πιο δύσκολες και διοικητικά απαιτητικές.
Σε αυτό το σημείο καθίσταται κρίσιμη η ποιότητα του κράτους και η διοικητική του ικανότητα. Οι οικονομικές κρίσεις δεν κρίνονται μόνο από το ύψος των πόρων, αλλά και από τον τρόπο κατανομής και στόχευσής τους. Ένα κράτος με ισχυρούς μηχανισμούς ανίχνευσης ευαλωτότητας, επαρκή ψηφιακά εργαλεία, αποτελεσματικό φορολογικό μηχανισμό και σαφή ιεράρχηση προτεραιοτήτων μπορεί να διοχετεύσει τους περιορισμένους πόρους του προς τους πραγματικά εκτεθειμένους πληθυσμούς και κλάδους. Αντίθετα, ένα κράτος που λειτουργεί αποσπασματικά, υπό την πίεση της επικοινωνιακής διαχείρισης, συχνά δαπανά περισσότερα με μικρότερη αποτελεσματικότητα, ενισχύει στρεβλώσεις και αποτυγχάνει να μειώσει τη διαρθρωτική ευπάθεια της οικονομίας. Γι’ αυτό η παρούσα ενεργειακή αναταραχή δεν είναι απλώς τεστ για τις αγορές και την κεντρική τράπεζα, αλλά και δοκιμασία για την ικανότητα των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να σχεδιάζουν πολιτική με μεσοπρόθεσμο και όχι μόνο πυροσβεστικό ορίζοντα.
Η περίπτωση της Ελλάδας είναι ιδιαίτερα ενδεικτική των σύνθετων αυτών πιέσεων. Παρά τη σημαντική βελτίωση της δημοσιονομικής εικόνας σε σχέση με την περίοδο της προηγούμενης δεκαετίας, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από υψηλό χρέος, εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια, έντονη ευαισθησία των νοικοκυριών στο κόστος διαβίωσης και παραγωγική δομή στην οποία μεταφορές, τουρισμός, ναυτιλία, λιανεμπόριο και πρωτογενής τομέας επηρεάζονται άμεσα από τις τιμές των καυσίμων. Η άνοδος του δεκαετούς κόστους δανεισμού δεν συνιστά απλώς ένδειξη χρηματοοικονομικής επιδείνωσης, αλλά υπενθύμιση ότι οι αγορές εξακολουθούν να παρακολουθούν στενά την ελληνική ανθεκτικότητα. Εάν οι ενεργειακές πιέσεις παραμείνουν, η κυβέρνηση θα βρεθεί αντιμέτωπη με την ανάγκη να ισορροπήσει μεταξύ δημοσιονομικής αξιοπιστίας και κοινωνικής προστασίας, μεταξύ διατήρησης της επενδυτικής εμπιστοσύνης και συγκράτησης των πολιτικών συνεπειών της ακρίβειας.
Η Γαλλία και η Ιταλία, από την άλλη πλευρά, αναδεικνύουν τον συστημικό χαρακτήρα του προβλήματος για την Ευρωζώνη. Δεν πρόκειται για μικρές ή περιφερειακές οικονομίες, αλλά για κεντρικούς πυλώνες της νομισματικής ένωσης, με μεγάλο βάρος στο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό οικοδόμημα. Όταν οι δύο αυτές οικονομίες υφίστανται ταυτόχρονα αύξηση του κόστους δανεισμού υπό συνθήκες χαμηλής ανάπτυξης και υψηλής δημοσιονομικής πίεσης, τότε το πρόβλημα παύει να είναι εθνικό και γίνεται ευρωπαϊκό. Η σταθερότητα της Ευρωζώνης δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ορθότητα της νομισματικής πολιτικής, αλλά και από τη δυνατότητα αποτροπής ενός νέου κατακερματισμού στο εσωτερικό της αγοράς κρατικού χρέους. Αν τα spreads διευρυνθούν υπερβολικά και οι αγορές αρχίσουν να αξιολογούν με ολοένα πιο τιμωρητικό τρόπο τις αδυναμίες συγκεκριμένων κρατών, τότε θα αναζωπυρωθούν παλαιότερα ερωτήματα περί συνοχής, αλληλεγγύης και επάρκειας των ευρωπαϊκών μηχανισμών σταθεροποίησης.
Η διεθνής διάσταση της κρίσης προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο ανησυχίας. Η μεταβλητότητα δεν περιορίζεται στην Ευρώπη, αλλά διαχέεται στις αγορές κρατικού χρέους διεθνώς, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να αντιμετωπίζουν και αυτές σοβαρά σημάδια νευρικότητας. Όταν υποχωρεί η εμπιστοσύνη στα αμερικανικά ομόλογα, ή τουλάχιστον όταν παρατηρείται εντεινόμενη αμφιβολία για τη σταθερότητά τους ως απόλυτου ασφαλούς καταφυγίου, το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα εισέρχεται σε φάση ανατιμολόγησης κινδύνου με απρόβλεπτες συνέπειες. Η σημασία αυτού του φαινομένου για την Ευρώπη είναι προφανής. Σε ένα περιβάλλον στο οποίο οι επενδυτές αποσύρονται από τίτλους που παραδοσιακά θεωρούνταν ασφαλείς ή ζητούν υψηλότερες αποδόσεις για να τους διακρατήσουν, το συνολικό επίπεδο ανοχής στον κίνδυνο μειώνεται. Αυτό συμπιέζει τη ζήτηση για κρατικό χρέος, καθιστά ακριβότερη τη χρηματοδότηση και αυξάνει την πιθανότητα μετάδοσης χρηματοπιστωτικής έντασης από τη μία αγορά στην άλλη.
Η παρούσα συνθήκη είναι, επομένως, μια κρίση εμπιστοσύνης με σαφή γεωοικονομικά χαρακτηριστικά. Δεν πρόκειται μόνο για κλασικό πρόβλημα προσφοράς στην ενέργεια ούτε μόνο για κλασικό πρόβλημα πληθωρισμού. Πρόκειται για διασταύρωση πολλαπλών κινδύνων: γεωπολιτικού κινδύνου, νομισματικού κινδύνου, δημοσιονομικού κινδύνου, επενδυτικού κινδύνου και κοινωνικού κινδύνου. Σε τέτοιες περιόδους, η ανάλυση που περιορίζεται σε έναν μόνο δείκτη ή σε μία μόνο αγορά είναι αναγκαστικά ελλιπής. Το πραγματικό πρόβλημα είναι η συνάρθρωση των επιμέρους πιέσεων σε μια νέα συνολική πραγματικότητα, στην οποία οι κυβερνήσεις οφείλουν να λαμβάνουν αποφάσεις με μεγάλη αβεβαιότητα, περιορισμένο χρόνο αντίδρασης και μειωμένα περιθώρια λάθους. Η στρατηγική αδυναμία της Ευρώπης δεν είναι μόνο η ενεργειακή της εξάρτηση, αλλά και η αργή θεσμική της ταχύτητα όταν χρειάζεται συντονισμένη, προληπτική και όχι εκ των υστέρων παρέμβαση.
Ανακύπτει, συνεπώς, το ερώτημα ποια μορφή οικονομικής πολιτικής είναι περισσότερο κατάλληλη σε αυτό το περιβάλλον. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη. Χρειάζεται πρώτον μια νέα ισορροπία μεταξύ νομισματικής πειθαρχίας και ευελιξίας, ώστε να μη χαθεί η αξιοπιστία της σταθερότητας τιμών χωρίς όμως να πυροδοτηθεί βαθύτερη ύφεση. Χρειάζεται δεύτερον δημοσιονομική στόχευση με προτεραιότητα στους πιο εκτεθειμένους κοινωνικούς και παραγωγικούς τομείς, αντί για οριζόντιες και ακριβές παρεμβάσεις. Χρειάζεται τρίτον ενεργειακή στρατηγική που να μην εξαντλείται στη διαχείριση του άμεσου κόστους, αλλά να ενισχύει πραγματικά την αυτονομία, την αποθήκευση, τη διαφοροποίηση πηγών και τη διασύνδεση των ευρωπαϊκών υποδομών. Χρειάζεται τέταρτον βιομηχανική πολιτική που να αναγνωρίζει ότι η ανταγωνιστικότητα δεν εξαρτάται μόνο από τους μισθούς και τη φορολογία, αλλά πλέον αποφασιστικά και από τη σταθερότητα του ενεργειακού κόστους. Και χρειάζεται πέμπτον πολιτική ειλικρίνεια, διότι οι κοινωνίες δεν αντέχουν επ’ αόριστον αφηγήματα προσωρινότητας όταν οι πιέσεις αποκτούν δομικό χαρακτήρα.
Το σημαντικότερο ίσως πολιτικό δίδαγμα αυτής της συγκυρίας είναι ότι η οικονομική ασφάλεια επιστρέφει στο κέντρο της πολιτικής ανάλυσης. Για μια μεγάλη περίοδο, ιδιαίτερα μετά την παγκοσμιοποίηση των τελευταίων δεκαετιών, επικράτησε η πεποίθηση ότι οι αγορές ενέργειας, κεφαλαίων και εμπορίου, παρά τις διακυμάνσεις τους, προσφέρουν ένα επαρκές πλαίσιο προβλεψιμότητας. Η πραγματικότητα των διαδοχικών κρίσεων διέψευσε αυτή την υπόθεση. Η ενέργεια, το χρέος, οι εφοδιαστικές αλυσίδες και η νομισματική σταθερότητα δεν είναι απλώς τεχνικά πεδία διαχείρισης, αλλά πυρήνες εθνικής και ευρωπαϊκής ισχύος. Όσο η Ευρώπη αδυνατεί να συγκροτήσει πιο ανθεκτικές και στρατηγικά θωρακισμένες δομές σε αυτούς τους τομείς, θα παραμένει εκτεθειμένη σε επαναλαμβανόμενα σοκ που διαβρώνουν την ανάπτυξη, επιβαρύνουν τη δημοσιονομική της θέση και τροφοδοτούν πολιτική δυσαρέσκεια.
Η πολιτική δυσαρέσκεια, άλλωστε, δεν είναι δευτερεύουσα μεταβλητή. Σε συνθήκες παρατεταμένης ακρίβειας, ασθενούς ανάπτυξης και συρρίκνωσης της αγοραστικής δύναμης, η κοινωνική δυσαρέσκεια τείνει να αναζητεί πολιτική έκφραση. Η οικονομική ανασφάλεια τροφοδοτεί αντισυστημικές τάσεις, αμφισβήτηση της τεχνοκρατικής διακυβέρνησης, δυσπιστία προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και αυξημένη απήχηση απλοϊκών ή συγκρουσιακών αφηγημάτων. Υπό αυτή την έννοια, ο στασιμοπληθωρισμός δεν είναι μόνο μακροοικονομικός κίνδυνος αλλά και κίνδυνος πολιτικής αποσταθεροποίησης. Η απώλεια εμπιστοσύνης στην ικανότητα των κυβερνήσεων να προστατεύουν το βιοτικό επίπεδο μπορεί να μετασχηματίσει το κομματικό σύστημα, να ανατρέψει κυβερνητικές ισορροπίες και να δυσχεράνει τη λήψη δύσκολων αλλά αναγκαίων αποφάσεων. Η οικονομική πολιτική, επομένως, δεν μπορεί να αποσπάται από τη διάσταση της δημοκρατικής νομιμοποίησης.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η έννοια της ανθεκτικότητας πρέπει να επανανοηματοδοτηθεί. Δεν αρκεί να ορίζεται ως η ικανότητα μιας οικονομίας να απορροφά ένα σοκ και να επιστρέφει στην πρότερη κατάσταση. Στη σημερινή συγκυρία, ανθεκτικότητα σημαίνει ικανότητα διαχείρισης διαδοχικών και αλληλοεπικαλυπτόμενων κρίσεων χωρίς εξάντληση των θεσμών, χωρίς δημοσιονομική κατάρρευση και χωρίς μαζική κοινωνική απονομιμοποίηση. Αυτό απαιτεί σοβαρότερο συντονισμό μεταξύ νομισματικής, δημοσιονομικής, ενεργειακής και βιομηχανικής πολιτικής. Απαιτεί επίσης μια νέα ποιότητα ευρωπαϊκής στρατηγικής σκέψης, λιγότερο αντιδραστική και περισσότερο προληπτική. Η Ευρώπη δεν έχει πλέον την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει κάθε κρίση ως έκτακτο γεγονός, διότι το έκτακτο έχει μετατραπεί σε διαρκές χαρακτηριστικό του διεθνούς περιβάλλοντος.
Υπό το πρίσμα αυτό, η τρέχουσα ενεργειακή αναταραχή λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι οι οικονομίες της Ευρωζώνης δεν έχουν ακόμα αποκαταστήσει μια σταθερή βάση ισορροπίας. Οι προσωρινές βελτιώσεις σε ορισμένους δείκτες το προηγούμενο διάστημα δημιούργησαν την εντύπωση ότι η ευρωπαϊκή οικονομία είχε αφήσει πίσω της το πιο επικίνδυνο τμήμα της κρίσης. Ωστόσο, η αναζωπύρωση του ενεργειακού κόστους και η αντίδραση των αγορών κρατικού χρέους αποκαλύπτουν ότι η επιστροφή σε μια νέα κανονικότητα παραμένει αβέβαιη. Η Ευρωζώνη παραμένει αντιμέτωπη με μια βαθύτερη πρόκληση: πώς να διατηρήσει τη νομισματική σταθερότητα, να προστατεύσει τη δημοσιονομική βιωσιμότητα, να αποφύγει την παραγωγική υποχώρηση και ταυτόχρονα να συγκρατήσει τη διάβρωση του κοινωνικού συμβολαίου. Αυτή είναι η ουσία του παρόντος προβλήματος και όχι απλώς η στιγμιαία μεταβολή επιμέρους δεικτών.
Συνολικά, η απότομη άνοδος των τιμών ενέργειας και η αναταραχή στις αγορές ομολόγων δεν αποτελούν μια ακόμα περιορισμένη επεισοδιακή φάση διεθνούς αβεβαιότητας. Αποτελούν ένδειξη ότι η Ευρώπη εισέρχεται σε μια νέα περίοδο αυξημένου συστημικού κινδύνου, στην οποία η οικονομική πολιτική δεν θα μπορεί να βασίζεται ούτε στην αφθονία φθηνής ενέργειας ούτε στην αφθονία φθηνού χρήματος. Η αναζωπύρωση του πληθωρισμού, η πιθανότητα παρατεταμένων υψηλών επιτοκίων, οι στενότεροι δημοσιονομικοί περιορισμοί και η διόγκωση των κοινωνικών πιέσεων συνθέτουν ένα τοπίο που απαιτεί σοβαρότητα, στρατηγική διορατικότητα και πολιτική αποφασιστικότητα. Εάν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και οι θεσμοί περιοριστούν σε αποσπασματικές, βραχυχρόνιες ή επικοινωνιακές παρεμβάσεις, ο κίνδυνος είναι να βρεθούν αντιμέτωποι όχι μόνο με μια οικονομική επιβράδυνση, αλλά με μια βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης στην ίδια την ικανότητα του ευρωπαϊκού μοντέλου να προσφέρει σταθερότητα, ευημερία και ασφάλεια. Αντιθέτως, εάν η παρούσα συγκυρία αξιοποιηθεί ως αφορμή για πιο ώριμη σύνθεση οικονομικής, ενεργειακής και θεσμικής στρατηγικής, τότε το σημερινό σοκ μπορεί να λειτουργήσει ως ιστορικό σημείο καμπής προς μια πιο ανθεκτική ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων. Το διακύβευμα, επομένως, δεν είναι μόνο η βραχυπρόθεσμη αποκλιμάκωση των τιμών ή των αποδόσεων, αλλά ο επανακαθορισμός των όρων υπό τους οποίους η Ευρώπη θα μπορεί να αναπαράγει οικονομική σταθερότητα και πολιτική συνοχή σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης ρευστότητας και διαρκούς γεωοικονομικού ανταγωνισμού.
Πρόσφατα σχόλια