Τα μέτρα που ανακοινώθηκαν αν και περιέχουν θετικές παρεμβάσεις, εμφανίζουν περιορισμένη ικανότητα να θεμελιώσουν μια ουσιαστική κοινωνική αναδιάρθρωση. Η προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα στην ανάγκη για ανάπτυξη και τη διαρκή πίεση για κοινωνική προστασία, είναι εμφανής καθώς δεν υπάρχει συνεκτική στρατηγική υπέρ των αδυνάτων και της νεολαίας.
Τα μέτρα εδράζονται σε τρεις βασικούς άξονες: μειώσεις φόρων και εισφορών, μέτρα ανακούφισης για συνταξιούχους και οικογένειες, καθώς και παρεμβάσεις προς όφελος των νέων. Η επικοινωνιακή διάσταση των μέτρων εστίασε στην ενίσχυση της μεσαίας τάξης και στην προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης, χωρίς όμως να αποκρύπτεται ότι οι πολιτικές αυτές λειτουργούν περισσότερο ως μέσο διαχείρισης ισορροπιών παρά ως πυρήνας κοινωνικής δικαιοσύνης.
Η μείωση των φορολογικών συντελεστών και των εισφορών, παρά την άμεση δημοφιλία της, δεν συνιστά από μόνη της κοινωνική πολιτική. Η διεθνής εμπειρία και η θεωρία της κοινωνικής δικαιοσύνης (Rawls, Piketty) υπογραμμίζουν ότι η ουσιαστική αναδιανομή πρέπει να στοχεύει τους πιο ευάλωτους και να περιορίζει τις ανισότητες. Στην ελληνική πραγματικότητα, η μείωση των φόρων ευνοεί κυρίως τα μεσαία και υψηλότερα εισοδήματα, ενώ οι χαμηλότεροι μισθοί και τα στρώματα χωρίς σταθερό εισόδημα παραμένουν εκτός οφέλους. Η πολιτική αυτή, παρότι εμφανίζεται ως μέτρο κοινωνικής ανακούφισης, στην ουσία ενισχύει τις υπάρχουσες ανισότητες.
Η απαλλαγή των νέων έως 25 ετών από τον φόρο εισοδήματος παρουσιάζεται ως στήριξη της νεολαίας, όμως περιορίζεται μόνο σε όσους έχουν ήδη εισόδημα. Η ανεργία, η επισφάλεια και η έλλειψη πρόσβασης στη στέγη παραμένουν αξεπέραστα εμπόδια για τη νέα γενιά. Η διεθνής εμπειρία καταδεικνύει ότι η ουσιαστική στήριξη απαιτεί συνδυασμό φορολογικών διευκολύνσεων με προγράμματα απασχόλησης, κοινωνικής κατοικίας και θεσμικής ενίσχυσης των συλλογικών συμβάσεων, στοιχεία που στην Ελλάδα δεν έχουν εφαρμοστεί στο απαιτούμενο βάθος.
Η κατάργηση της προσωπικής διαφοράς στις συντάξεις αποτελεί θετική παρέμβαση που αποκαθιστά μνημονιακές αδικίες, αλλά το ασφαλιστικό σύστημα παραμένει δομικά ευάλωτο. Η γήρανση του πληθυσμού, η επισφαλής εργασία και η υποαπασχόληση υπονομεύουν τη βιωσιμότητα, και η χώρα παραμένει πίσω από άλλες χώρες όπου η χρηματοδότηση των συντάξεων είναι πολυεπίπεδη και διαγενεακά δίκαιη. Χωρίς προοδευτική φορολόγηση του πλούτου και θεσμική στήριξη της πλήρους απασχόλησης, οι τρέχουσες διορθώσεις κινδυνεύουν να είναι πρόσκαιρες.
Στο πεδίο της στέγασης, η μείωση του ΕΝΦΙΑ και οι φορολογικές διευκολύνσεις μικροϊδιοκτητών προσφέρουν μερική ανακούφιση, χωρίς όμως να αντιμετωπίζουν την ουσία της κρίσης: η εκτόξευση των ενοικίων, η βραχυχρόνια μίσθωση και η τουριστικοποίηση των πόλεων έχουν μετατρέψει τη στέγη σε εμπόρευμα υψηλής κερδοφορίας. Η διεθνής εμπειρία, όπως στη Βιέννη, αποδεικνύει ότι μόνο μαζικές δημόσιες επενδύσεις σε κοινωνική κατοικία μπορούν να διασφαλίσουν το δικαίωμα στη στέγη. Η ελληνική πολιτική, περιοριζόμενη σε επιμέρους ελαφρύνσεις, αφήνει το πρόβλημα άθικτο.
Η συνολική εικόνα παραπέμπει σε ένα «υπολειμματικό κράτος πρόνοιας», όπως περιγράφει ο Esping-Andersen: ένα σύστημα που παρέχει κοινωνική προστασία αποσπασματικά, χωρίς καθολικότητα και θεσμική αναδιανομή. Σε αντιδιαστολή, τα σκανδιναβικά μοντέλα έχουν αποδείξει ότι η καθολικότητα και η υψηλή προοδευτική φορολογία αποτελούν θεμέλια κοινωνικής συνοχής και βιώσιμης ανάπτυξης.
Τα μέτρα αν και θετικά σε επιμέρους πτυχές, δεν συγκροτούν στρατηγική κοινωνικής επαναρρύθμισης, αλλά περιορίζονται στη διαχείριση ισορροπιών και προσδοκιών. Η εμπειρία της δεκαετίας της κρίσης απέδειξε ότι η ελληνική κοινωνία δεν αντέχει ημίμετρα: οι νέοι βίωσαν μαζική ανεργία και μετανάστευση, οι ευάλωτοι πλήρωσαν δυσανάλογο τίμημα, και η κοινωνική συνοχή δοκιμάστηκε βαθιά.
Μια αναπτυξιακή στρατηγική θα απαιτούσε εμπροσθοβαρή μέτρα: γενναία αύξηση του κατώτατου μισθού, ενίσχυση συλλογικών συμβάσεων, μαζικά προγράμματα κοινωνικής κατοικίας, πράσινες και ψηφιακές δημόσιες επενδύσεις που δημιουργούν ποιοτικές θέσεις εργασίας, φορολόγηση μεγάλων περιουσιών και κερδών, και ουσιαστική ενίσχυση δημόσιας υγείας και παιδείας. Τέτοια μέτρα συνδυάζουν κοινωνική δικαιοσύνη και βιώσιμη ανάπτυξη, προσφέροντας πραγματική ανακούφιση στους πιο αδύναμους και ενισχύοντας τις προοπτικές των νέων.
Εν κατακλείδι, ενώ τα μέτρα κινούνται προς θετική κατεύθυνση, παραμένουν ημιτελή, χωρίς να συγκροτούν συνεκτικό σχέδιο κοινωνικής ανασυγκρότησης.
Πρόσφατα σχόλια