Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, η φορολογική πολιτική είχε να αντιμετωπίσει όχι μόνο τις οικονομικές προκλήσεις της συγκρότησης ενός αποτελεσματικού δημοσίου τομέα, αλλά και την ανάγκη να εδραιώσει θεσμούς, να περιορίσει τη φοροδιαφυγή και να διευρύνει τη φορολογική βάση σε μια κοινωνία με έντονες κοινωνικές ανισότητες και παραδοσιακές δομές εξουσίας. Η ιστορική αναδρομή δείχνει ότι η μικρή φορολογική βάση και η έντονη παραοικονομία αποτελούν προϊόν διαχρονικών επιλογών που περιλαμβάνουν περιορισμένη φορολόγηση μεγάλων κεφαλαίων, έλλειψη ουσιαστικής προοδευτικής φορολογίας και αδύναμη διοικητική λειτουργία, δημιουργώντας δομές ανισότητας που διατηρούνται επί δεκαετίες. Οι προσπάθειες μεταρρυθμίσεων που περιορίζονταν σε τεχνικές τροποποιήσεις των φορολογικών συντελεστών συχνά αποδείχθηκαν ανεπαρκείς, καθώς οι θεσμικές αδυναμίες και η έλλειψη κοινωνικής εμπιστοσύνης αναιρούσαν de facto τα αποτελέσματά τους.
Η φοροδιαφυγή, μακροπρόθεσμα, δεν πρέπει να εκλαμβάνεται αποκλειστικά ως ηθικό ζήτημα, αλλά ως αποτέλεσμα των διαχρονικών στρεβλώσεων του φορολογικού συστήματος, της περιορισμένης διοικητικής ικανότητας και της ανθεκτικότητας κοινωνικών και οικονομικών πρακτικών που ενισχύουν την παραοικονομία. Η ανισότητα στην κατανομή των φορολογικών βαρών εντείνεται από τη μη αναλογική φορολόγηση, με τη μικρομεσαία τάξη και τους μισθωτούς να σηκώνουν δυσανάλογο βάρος, ενώ οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι και οι κεφαλαιουχικοί σχηματισμοί παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αφορολόγητοι. Αυτή η στρέβλωση όχι μόνο περιορίζει την αποτελεσματικότητα της δημοσιονομικής πολιτικής, αλλά υπονομεύει τη νομιμοποίηση του κράτους και ενισχύει τη δυσπιστία των πολιτών απέναντι στους θεσμούς, δημιουργώντας κοινωνικές εντάσεις και πόλωση. Το γεγονός αυτό έχει άμεσες συνέπειες στην οικονομική ανάπτυξη, καθώς η περιορισμένη κοινωνική εμπιστοσύνη αποθαρρύνει επενδύσεις και περιορίζει τη συμμετοχή των πολιτών στη συλλογική χρηματοδότηση του κράτους.
Η ανάλυση από την οπτική της πολιτικής επιστήμης δείχνει ότι η δυσλειτουργία του φορολογικού συστήματος συνδέεται άρρηκτα με τις διαδικασίες διακυβέρνησης, την έλλειψη διαφάνειας και την αδυναμία θεσμικής εφαρμογής κανόνων σε εθνικό και τοπικό επίπεδο. Η διοικητική επιστήμη υπογραμμίζει την κρισιμότητα της ενίσχυσης της διοικητικής ικανότητας, της οργάνωσης και της διαφάνειας των φορολογικών μηχανισμών, καθώς και της δημιουργίας κεντρικών συστημάτων ελέγχου και αξιολόγησης που θα αποτρέπουν τη διαφθορά και την αυθαίρετη εφαρμογή κανόνων. Η περιορισμένη φοροδοτική ικανότητα μεγάλων επιχειρηματικών σχηματισμών και η άνιση κατανομή βαρών επισημαίνουν την ανάγκη για σταδιακή εφαρμογή προοδευτικής φορολόγησης που να αναγνωρίζει την οικονομική δυνατότητα κάθε φορολογούμενου, χωρίς να αποδυναμώνει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Η οικονομική ιστορία της Ελλάδας αποκαλύπτει ότι οι διαδοχικές κρίσεις, οι μεταβολές της παραγωγικής δομής και η έντονη μετανάστευση κεφαλαίων συνέβαλαν στη συσσώρευση δομικών στρεβλώσεων. Ταυτοχρόνως, η περιορισμένη φορολογική συμμετοχή των μισθωτών και η ανισότητα στην κατανομή φόρων ενισχύουν τις κοινωνικές ανισότητες και περιορίζουν τη δυνατότητα εφαρμογής δίκαιων κοινωνικών πολιτικών, όπως η προστασία των εργαζομένων, η κοινωνική ασφάλιση και η δημόσια υγεία. Η αλληλεπίδραση αυτών των παραγόντων οδηγεί σε μια κατάσταση όπου οι προσπάθειες βελτίωσης της φορολογικής συμμόρφωσης χωρίς παράλληλη ενίσχυση των κοινωνικών και διοικητικών θεσμών οδηγούν σε μερικά μόνο βραχυχρόνια αποτελέσματα, τα οποία συχνά ανατρέπονται από τις διαρθρωτικές αδυναμίες και την παραοικονομία.
Η προτεινόμενη στρατηγική για ένα βιώσιμο και δίκαιο φορολογικό σύστημα περιλαμβάνει την ολιστική αναδιοργάνωση της διοικητικής λειτουργίας, την ενίσχυση της διαφάνειας και της λογοδοσίας, τη διεύρυνση της φορολογικής συμμετοχής και την σταδιακή εφαρμογή προοδευτικών φορολογικών πολιτικών που ενσωματώνουν την αρχή της κοινωνικής ευθύνης. Παράλληλα, η δημιουργία κινήτρων για κοινωνικά υπεύθυνες επενδύσεις και η προώθηση πολιτικών που ενισχύουν τις δημόσιες υπηρεσίες, την κοινωνική πρόνοια, την εκπαίδευση και τις υποδομές υψηλής ποιότητας, αποτελούν έμμεσους τρόπους για την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, τη μείωση της φοροδιαφυγής και την αύξηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στο κράτος. Η συνδυασμένη εφαρμογή αυτών των πολιτικών διασφαλίζει ότι η φορολόγηση λειτουργεί όχι μόνο ως μέσο είσπραξης δημοσίων εσόδων, αλλά και ως εργαλείο κοινωνικής ισορροπίας και βιώσιμης ανάπτυξης.
Η ολοκληρωμένη προσέγγιση συνδέει την αποτελεσματικότητα της οικονομίας με την κοινωνική δικαιοσύνη μετατρέπει τη φορολογική πολιτική από πηγή στρέβλωσης σε πυλώνα μακροπρόθεσμης ευημερίας. Η πρόκληση για την Ελλάδα είναι η επίτευξη ισορροπίας μεταξύ δημοσιονομικής βιωσιμότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης, μέσα από ένα κράτος ικανό, διαφανές και κοινωνικά υπεύθυνο, το οποίο ενσωματώνει τις αρχές της συλλογικής ευθύνης και της κοινωνικής συνοχής. Η ενσωμάτωση της ιστορικής εμπειρίας καθιστά δυνατή τη διαμόρφωση ενός φορολογικού συστήματος που υπηρετεί την ισορροπία μεταξύ κοινωνικής δικαιοσύνης και οικονομικής αποτελεσματικότητας.
Πρόσφατα σχόλια