Η σύγχρονη γεωπολιτική συνθήκη στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο χαρακτηρίζεται από τη σύμπτωση τριών δομικών μεταβολών: την αποσταθεροποίηση των διεθνών κανόνων, την επαναπολιτικοποίηση των στρατηγικών πόρων και την επιστροφή της αποτροπής ως κεντρικού μηχανισμού διαχείρισης ισχύος. Σε αυτό το περιβάλλον, τα κράτη που επιβιώνουν και αναβαθμίζουν τη θέση τους δεν είναι κατ’ ανάγκην εκείνα με τη μεγαλύτερη υλική ισχύ, αλλά εκείνα που καταφέρνουν να μετατρέψουν τη θεσμική συνέπεια, τη γεωγραφία και τη λειτουργική αναγκαιότητα σε πολλαπλασιαστές επιρροής. Η Ελλάδα εντάσσεται σε αυτή την κατηγορία, όχι ως αναθεωρητικός δρων, αλλά ως σταθεροποιητικός πυλώνας.

Η έννοια της στρατηγικής ανθεκτικότητας υπερβαίνει την παραδοσιακή αντίληψη της άμυνας. Δεν αφορά μόνο την ικανότητα αποτροπής στρατιωτικών απειλών, αλλά τη δυνατότητα ενός κράτους να διατηρεί τη λειτουργικότητά του υπό συνθήκες πίεσης, κρίσεων και εξωτερικών καταναγκασμών. Η ανθεκτικότητα συγκροτείται από θεσμούς, οικονομία, κοινωνική συνοχή και κρίσιμες υποδομές, οι οποίες λειτουργούν ως ενιαίο σύστημα. Στο σύγχρονο διεθνές περιβάλλον, όπου οι κρίσεις είναι πολυεπίπεδες και αλληλένδετες, η απουσία ανθεκτικότητας ισοδυναμεί με στρατηγική ευαλωτότητα.

Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας την καθιστά κόμβο μεταξύ περιοχών διαφορετικής σταθερότητας και πολιτικής κουλτούρας. Η Βαλκανική, η Ανατολική Μεσόγειος και η Μέση Ανατολή συνιστούν ζώνες με διαφορετικές δυναμικές ασφάλειας, οι οποίες τέμνονται στον ελληνικό χώρο. Η διαχείριση αυτής της θέσης δεν είναι ουδέτερη· απαιτεί στρατηγικό σχεδιασμό, ικανότητα πρόβλεψης και θεσμική σοβαρότητα. Η Ελλάδα, αντί να αντιμετωπίζει τη γεωγραφία της ως βάρος, την αξιοποιεί ως πλεονέκτημα λειτουργικής διασύνδεσης.

Η σταθερότητα, ωστόσο, δεν είναι αφηρημένη έννοια. Μετριέται με την ικανότητα ενός κράτους να παρέχει προβλεψιμότητα στους εταίρους του και να μειώνει την αβεβαιότητα στο περιβάλλον του. Η προβλεψιμότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε τομείς στρατηγικής σημασίας, όπου οι διαταραχές έχουν πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις. Η Ελλάδα έχει επενδύσει συστηματικά στην εικόνα της ως αξιόπιστου δρώντος, γεγονός που ενισχύει τη διαπραγματευτική της ισχύ και αυξάνει το κόστος αποσταθεροποίησής της από τρίτους.

Σε επίπεδο αποτροπής, η σύγχρονη στρατηγική σκέψη αναγνωρίζει ότι η ισχύς δεν ασκείται μόνο μέσω στρατιωτικών μέσων. Η αποτροπή διαμορφώνεται και μέσω της ενσωμάτωσης ενός κράτους σε δίκτυα αλληλεξάρτησης, όπου η διατάραξη ενός κόμβου προκαλεί αλυσιδωτές συνέπειες. Η Ελλάδα, λειτουργώντας ως διαμετακομιστικός και θεσμικός κόμβος, αποκτά έμμεση αποτρεπτική αξία, καθώς η αστάθεια στον χώρο της θα επηρέαζε ευρύτερα περιφερειακά και ευρωπαϊκά συμφέροντα.

Η περιφερειακή ισορροπία ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο δεν καθορίζεται αποκλειστικά από στρατιωτικούς συσχετισμούς. Καθορίζεται επίσης από τη δυνατότητα των κρατών να εντάσσονται σε θεσμικά πλαίσια και να παράγουν κανόνες. Η Ελλάδα έχει επιλέξει συνειδητά την οδό της θεσμικής νομιμοποίησης και της διεθνούς ένταξης, ενισχύοντας τη θέση της εντός της Ευρωπαϊκή Ένωση και του ευρύτερου δυτικού πλαισίου. Η επιλογή αυτή περιορίζει τον χώρο μονομερών πιέσεων και ενισχύει την ασφάλεια μέσω συλλογικών μηχανισμών.

Η στρατηγική βάθους της Ελλάδας δεν ταυτίζεται με εδαφική επέκταση, αλλά με τη δημιουργία πολυεπίπεδων δεσμών. Οι δεσμοί αυτοί είναι πολιτικοί, οικονομικοί και λειτουργικοί. Σε περιβάλλον κρίσεων, η χώρα που διαθέτει στρατηγικό βάθος είναι εκείνη που δεν μπορεί να απομονωθεί εύκολα. Η απομόνωση αποτελεί προϋπόθεση επιτυχούς καταναγκασμού· η διασύνδεση, αντιθέτως, λειτουργεί ως ασπίδα.

Οι σύγχρονες κρίσεις –οικονομικές, υγειονομικές, γεωπολιτικές– κατέδειξαν ότι τα κράτη που στερούνται κρίσιμων υποδομών και εφεδρειών οδηγούνται σε πολιτική αστάθεια. Η Ελλάδα, αντλώντας διδάγματα από προηγούμενες δεκαετίες, έχει επενδύσει στη θεσμική ανασυγκρότηση και στη μείωση δομικών εξαρτήσεων. Η επιλογή αυτή δεν είναι τεχνοκρατική· είναι βαθιά πολιτική και στρατηγική, καθώς περιορίζει τα περιθώρια εξωτερικών πιέσεων σε περιόδους κρίσης.

Η αποτροπή μέσω κόκκινων γραμμών παραμένει κρίσιμη, αλλά αποκτά νόημα μόνο όταν συνοδεύεται από αξιοπιστία. Η αξιοπιστία δεν προκύπτει από δηλώσεις, αλλά από συνέπεια λόγων και έργων. Ένα κράτος που εμφανίζεται θεσμικά συνεπές, οικονομικά λειτουργικό και διεθνώς ενταγμένο εκπέμπει μήνυμα αποφασιστικότητας χωρίς να καταφεύγει σε ρητορική έντασης. Η Ελλάδα έχει επιλέξει αυτή τη μορφή «ήπιας αποτροπής», η οποία συχνά αποδεικνύεται πιο ανθεκτική από τις σκληρές, αλλά ασύνδετες, επιδείξεις ισχύος.

Σε περιφερειακό επίπεδο, η Ελλάδα λειτουργεί ως σταθεροποιητικός παράγοντας σε ένα περιβάλλον όπου οι αναθεωρητικές τάσεις δεν έχουν εξαλειφθεί. Η σταθερότητα αυτή δεν είναι παθητική· προϋποθέτει συνεχή επαγρύπνηση, επένδυση σε θεσμούς και ικανότητα διαχείρισης κρίσεων. Η χώρα δεν επιδιώκει την ηγεμονία, αλλά τη διατήρηση ισορροπιών που επιτρέπουν την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι κρίσεις σπάνια εκδηλώνονται σε ένα μόνο πεδίο. Η γεωπολιτική πίεση συχνά συνοδεύεται από οικονομικές αναταράξεις και κοινωνικές εντάσεις. Η ολιστική προσέγγιση της ασφάλειας, την οποία σταδιακά υιοθετεί η Ελλάδα, αναγνωρίζει αυτή τη διασύνδεση και επενδύει στη συνολική ανθεκτικότητα του κράτους. Η επιλογή αυτή μειώνει την πιθανότητα στρατηγικού αιφνιδιασμού.

Συμπερασματικά, η Ελλάδα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο δεν αντλεί ισχύ από την επιβολή, αλλά από τη χρησιμότητα και τη σταθερότητα. Η στρατηγική της ανθεκτικότητα, η θεσμική της ένταξη και η λειτουργική της αναγκαιότητα τη μετατρέπουν σε κόμβο που δεν μπορεί εύκολα να αγνοηθεί ή να παρακαμφθεί. Σε ένα διεθνές σύστημα αυξανόμενης αβεβαιότητας, αυτή η μορφή ισχύος αποδεικνύεται συχνά η πιο διαρκής.