Ο εξαναγκασμός, ως στρατηγική πρακτική, στηρίζεται στην υπόθεση ότι η απειλή ή η χρήση κόστους μπορεί να μεταβάλει τη συμπεριφορά της άλλης πλευράς χωρίς να χρειαστεί πλήρης στρατιωτική συντριβή. Ωστόσο, η εκεχειρία των τελευταίων ημερών και η κατάληξη των συνομιλιών χωρίς συμφωνία καταδεικνύουν ότι ο εξαναγκασμός μπορεί να φέρει τον αντίπαλο στο τραπέζι, αλλά δεν αρκεί κατ’ ανάγκην για να παράγει βιώσιμη πολιτική συμμόρφωση. Η ύπαρξη υψηλού επιπέδου επαφών, η αμερικανική επιδίωξη πιο σαφών δεσμεύσεων και η ιρανική άρνηση να αποδεχθεί τους αμερικανικούς όρους, όπως καταγράφεται στις πιο πρόσφατες αναφορές, αποτυπώνουν ακριβώς αυτή τη θεωρητική διάσταση: άλλο πράγμα η παραγωγή διαπραγματευτικής κίνησης και άλλο η παραγωγή σταθερού αποτελέσματος.

Η βασική αδυναμία του εξαναγκασμού είναι ότι συχνά υπερεκτιμά τη δυνατότητα να μετασχηματίσει την εξωτερική συμπεριφορά, ενώ υποτιμά το βάθος των εσωτερικών πολιτικών και καθεστωτικών περιορισμών της άλλης πλευράς. Όσο περισσότερο ένα καθεστώς αντιλαμβάνεται τη συμμόρφωση ως συμβολική αυτοακύρωση, τόσο περισσότερο το κόστος της υποχώρησης γίνεται εσωτερικά μεγαλύτερο από το κόστος της συνέχισης της έντασης. Στην περίπτωση αυτή, ο εξαναγκασμός μπορεί να προκαλέσει τακτική παύση, επικοινωνιακό ελιγμό ή διαπραγματευτική παράταση, όχι όμως εύκολα την ουσιαστική και δημόσια αποδοχή των απαιτούμενων όρων. Αυτή η διάσταση γίνεται σήμερα ιδιαίτερα ορατή. Οι συνομιλίες πραγματοποιήθηκαν, αλλά το αποτέλεσμα δεν επιβεβαίωσε τη λογική ότι η πίεση αρκεί για να γεφυρωθεί το χάσμα. Αντίθετα, επιβεβαίωσε ότι το χάσμα επιμένει ακριβώς επειδή η πίεση δεν διασφαλίζει από μόνη της πολιτικά αφομοιώσιμη διευθέτηση.

Το θεωρητικό ενδιαφέρον εντείνεται αν διακρίνει κανείς ανάμεσα σε τρία επίπεδα απόδοσης του εξαναγκασμού. Το πρώτο είναι το επιχειρησιακό: μπορεί η μία πλευρά να επιβάλει πραγματικό κόστος; Στην τρέχουσα κρίση, η απάντηση είναι προφανώς ναι. Το δεύτερο είναι το διαπραγματευτικό: μπορεί αυτό το κόστος να οδηγήσει την άλλη πλευρά σε συνομιλίες; Και εδώ η απάντηση είναι επίσης, έως έναν βαθμό, ναι. Το τρίτο όμως είναι το πολιτικό-θεσμικό: μπορεί η πίεση να παραγάγει αποτέλεσμα που να αντέχει πέρα από την αρχική φάση και να μην ανατρέπεται από το εσωτερικό πολιτικό περιβάλλον ή από τη δομική δυσπιστία; Σε αυτό το τρίτο επίπεδο, η απάντηση παραμένει αβέβαιη ή αρνητική. Και ακριβώς εκεί αποτυπώνονται τα όρια του εξαναγκασμού ως στρατηγικής μεθόδου. Μπορεί να ανοίγει την πόρτα της διαπραγμάτευσης, αλλά όχι να επιβάλλει το περιεχόμενο της πολιτικής βιωσιμότητας.

Η αποτυχία συμφωνίας μετά τις επαφές στο Ισλαμαμπάντ αναδεικνύει και μια δεύτερη θεωρητική πτυχή: ο εξαναγκασμός αποδίδει λιγότερο όταν το ίδιο το αίτημα συμμόρφωσης έχει υψηλό κανονιστικό και συμβολικό φορτίο. Όσο πιο στενά συνδέεται το ζητούμενο με την εσωτερική αυτοεικόνα, την κυριαρχία και τη νομιμοποίηση του άλλου δρώντος, τόσο δυσκολότερα μετατρέπεται η πίεση σε σταθερή υποχώρηση. Η άλλη πλευρά μπορεί να καθίσει στο τραπέζι, αλλά δεν μπορεί εύκολα να νομιμοποιήσει στο εσωτερικό της αυτό που της ζητείται να υπογράψει. Έτσι, ο εξαναγκασμός φθάνει σε σημείο κορεσμού: αυξάνει τη διαπραγματευτική πίεση χωρίς να αυξάνει αντιστοίχως την πιθανότητα αποδεκτής λύσης.

Υπάρχει, επιπλέον, και το πρόβλημα της αξιοπιστίας του ίδιου του εξαναγκαστή. Για να αποδώσει μακροπρόθεσμα ο εξαναγκασμός, η άλλη πλευρά πρέπει να πιστεύει όχι μόνο ότι ο εξαναγκαστής μπορεί να επιβάλει κόστος, αλλά και ότι αν υπάρξει συμμόρφωση θα τηρηθεί μια σχετικά σταθερή ισορροπία ανταλλαγμάτων. Αντίθετα, εάν κυριαρχεί η εντύπωση ότι κάθε υποχώρηση απλώς θα γεννά νέες απαιτήσεις, τότε η συμμόρφωση γίνεται λιγότερο ελκυστική από την ατελή αντίσταση. Η τρέχουσα κατάσταση, με μεγάλες αποκλίσεις να παραμένουν ανοιχτές και με τις συνομιλίες να τελειώνουν χωρίς αποτέλεσμα, δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ικανότητα επιβολής κόστους, αλλά και η αδυναμία μετατροπής της πίεσης σε αμοιβαία πιστευτό επόμενο στάδιο.

Το Ορμούζ καθιστά αυτή την αδυναμία ακόμη πιο καθαρή. Εάν ο εξαναγκασμός είχε ήδη μετατρέψει τη διαπραγματευτική στιγμή σε αξιόπιστο περιβάλλον σταθεροποίησης, οι ροές θα άρχιζαν να επανέρχονται πιο καθαρά και η αγορά θα αποκωδικοποιούσε την εξέλιξη ως σταδιακή επαναφορά τάξης. Η επιμονή της διαταραχής σημαίνει ότι η πραγματικότητα δεν έχει ακόμη πεισθεί. Το σύστημα λειτουργεί σαν να αναγνωρίζει την προσωρινή παύση, αλλά όχι ως αρκετή εγγύηση για να αλλάξει συμπεριφορά. Αυτό είναι και το πιο σκληρό όριο του εξαναγκασμού: μπορεί να προκαλεί φόβο, αλλά δεν παράγει αυτομάτως εμπιστοσύνη. Και χωρίς εμπιστοσύνη, ακόμη και μια βραχυπρόθεσμη αποκλιμάκωση παραμένει πολιτικά ρηχή.