Η υπόθεση της Γροιλανδίας εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τη σταθερότητα και τη δεσμευτικότητα του σύγχρονου διεθνούς νομικού πλαισίου. Η δημόσια ρητορική περί προσάρτησης εδάφους, ακόμη και όταν δεν συνοδεύεται από άμεση στρατιωτική απειλή, λειτουργεί ως μηχανισμός κανονικοποίησης της αναθεωρητικής λογικής, ιδίως όταν προέρχεται από κράτος-πυλώνα της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης.
Στον πυρήνα του ζητήματος βρίσκεται η αρχή της εδαφικής ακεραιότητας, όπως κατοχυρώνεται στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, σε συνδυασμό με το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των λαών. Η Γροιλανδία αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση, καθώς διαθέτει αναγνωρισμένο καθεστώς αυτονομίας και θεσμικά κατοχυρωμένο δικαίωμα ανεξαρτησίας, χωρίς ωστόσο να έχει εκφράσει συλλογικά την πρόθεση αποκοπής από το Βασίλειο της Δανίας. Η μετατροπή ενός θεωρητικού δικαιώματος αυτοδιάθεσης σε εργαλείο εξωτερικής πίεσης από τρίτο κράτος αλλοιώνει τον ίδιο τον πυρήνα της έννοιας.
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι μεγάλες δυνάμεις συχνά επικαλούνται τη «συναίνεση» ή τα «αντικειμενικά συμφέροντα» μικρότερων πληθυσμών για να νομιμοποιήσουν γεωστρατηγικές επιλογές. Στην περίπτωση της Γροιλανδίας, η συζήτηση περί ενδεχόμενης ανεξαρτησίας, όταν συνδέεται ευθέως ή εμμέσως με οικονομικά ή στρατιωτικά ανταλλάγματα, κινδυνεύει να μετατραπεί σε συγκαλυμμένη μορφή εξάρτησης, αντί για έκφραση κυρίαρχης βούλησης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το προηγούμενο που δημιουργείται για άλλα ημιαυτόνομα ή στρατηγικά εδάφη παγκοσμίως. Εάν η ιδέα της εδαφικής αναδιάταξης μέσω πιέσεων, απειλών ή «συμφωνιών ισχύος» γίνει αποδεκτή στον δυτικό κόσμο, υπονομεύεται το βασικό επιχείρημα της Δύσης έναντι αναθεωρητικών δυνάμεων όπως η Ρωσία ή η Κίνα. Η διάκριση μεταξύ «νόμιμης στρατηγικής επιδίωξης» και «παράνομης αναθεώρησης συνόρων» καθίσταται θολή, με δυνητικά σοβαρές συνέπειες για τη διεθνή σταθερότητα.
Η στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο ζήτημα αυτό αποκτά, συνεπώς, υπαρξιακή διάσταση. Η υπεράσπιση της Δανίας δεν αφορά μόνο ένα κράτος-μέλος, αλλά την αξιοπιστία της ΕΕ ως νομικο-πολιτικού δρώντα που βασίζει την ισχύ του σε κανόνες και όχι σε καταναγκασμό. Η αποτυχία σαφούς και συνεκτικής αντίδρασης θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως σιωπηρή αποδοχή μιας νέας πραγματικότητας, όπου το διεθνές δίκαιο λειτουργεί επιλεκτικά.
Η Γροιλανδία, επομένως, δεν είναι απλώς γεωστρατηγικό έπαθλο, αλλά πεδίο δοκιμής για το εάν το διεθνές σύστημα παραμένει κανονιστικό ή διολισθαίνει σε έναν κόσμο συναλλαγών ισχύος, όπου οι κανόνες προσαρμόζονται στη βούληση των ισχυρών.
Πρόσφατα σχόλια