Οι πρόσφατες εξελίξεις που ακολούθησαν την αμερικανική επιχείρηση στη Βενεζουέλα, η οποία οδήγησε στη σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο, σηματοδοτούν μια ποιοτική μετατόπιση στη συμπεριφορά ισχύος των Ηνωμένων Πολιτειών και επαναφέρουν με ιδιαίτερη ένταση το ζήτημα της Γροιλανδίας στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής. Η άμεση χρονική σύνδεση μεταξύ της στρατιωτικής επέμβασης σε κράτος της Λατινικής Αμερικής και της ανανεωμένης ρητορικής του Ντόναλντ Τραμπ περί ανάγκης προσάρτησης της Γροιλανδίας δεν εκλαμβάνεται πλέον ως απλή επικοινωνιακή υπερβολή, αλλά ως ένδειξη μιας ευρύτερης αναθεωρητικής αντίληψης για την άσκηση αμερικανικής ισχύος σε κρίσιμες γεωστρατηγικές περιφέρειες.

Η Γροιλανδία, ημιαυτόνομο έδαφος του Βασιλείου της Δανίας, η οποία αποτελεί πλήρες μέλος τόσο του ΝΑΤΟ όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βρίσκεται σε κομβική θέση στον Αρκτικό Ωκεανό και στον Βόρειο Ατλαντικό, λειτουργώντας ως κρίσιμος κρίκος στην αμυντική αλυσίδα της Δύσης. Η επαναλαμβανόμενη επίκληση από τον Τραμπ λόγων «εθνικής ασφάλειας» για την απόκτηση ελέγχου επί του νησιού συνοδεύεται από μια ρητορική υπερβολής σχετικά με την υποτιθέμενη εκτεταμένη παρουσία ρωσικών και κινεζικών πλοίων, η οποία, αν και δεν επιβεβαιώνεται πλήρως από τα διαθέσιμα ναυτιλιακά δεδομένα, εντάσσεται στη λογική της στρατηγικής απεικόνισης της Αρκτικής ως ζώνης άμεσου ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων.

Η αυστηρότερη μέχρι σήμερα αντίδραση της Δανής πρωθυπουργού Μέτε Φρεντέρικσεν αντανακλά την αυξανόμενη ανησυχία στην Ευρώπη ότι οι αμερικανικές δηλώσεις δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται ως ρητορικά τεχνάσματα. Η κατηγορηματική απόρριψη κάθε ενδεχομένου προσάρτησης, με ρητή αναφορά στο διεθνές δίκαιο και στην απαγόρευση αλλαγής συνόρων διά της βίας, υπογραμμίζει ότι το ζήτημα της Γροιλανδίας έχει μετατραπεί από διμερές πολιτικό πρόβλημα σε δοκιμασία της ίδιας της διεθνούς νομιμότητας και της διατλαντικής τάξης ασφαλείας.

Η αντίδραση της Ευρώπης υπήρξε ενιαία και πολιτικά σαφής. Η Γαλλία, η Σουηδία και η Ευρωπαϊκή Ένωση δήλωσαν απερίφραστα την υποστήριξή τους προς τη Δανία, τονίζοντας ότι η Γροιλανδία ανήκει στον λαό της και ότι η αυτοδιάθεση δεν μπορεί να υποκατασταθεί από στρατηγικούς υπολογισμούς τρίτων. Ιδιαίτερη σημασία έχει η στάση της ίδιας της γροιλανδικής ηγεσίας, η οποία χαρακτήρισε ασεβή τη σύνδεση του ζητήματος του νησιού με στρατιωτικές επιχειρήσεις σε άλλες περιοχές του πλανήτη, επισημαίνοντας τον κίνδυνο εργαλειοποίησης της Αρκτικής στο πλαίσιο μιας παγκόσμιας πολιτικής ισχύος.

Σε αναλυτικό επίπεδο, η υπόθεση της Γροιλανδίας αποκτά νέα διάσταση υπό το φως της αμερικανικής επιχείρησης στη Βενεζουέλα, καθώς ενισχύεται η αντίληψη ότι η κυβέρνηση Τραμπ είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει ένα ευρύ φάσμα μέσων – στρατιωτικών, οικονομικών, διπλωματικών και εμπορικών – για την επίτευξη στρατηγικών στόχων. Παρότι μια άμεση στρατιωτική επέμβαση στη Γροιλανδία παραμένει εξαιρετικά απίθανη, η πιθανότητα άσκησης έντονων πιέσεων προς τη Δανία και τη Γροιλανδία, με στόχο τη διεύρυνση της αμερικανικής στρατιωτικής και οικονομικής παρουσίας, δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Η στρατηγική σημασία της Γροιλανδίας ενισχύεται περαιτέρω από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, οι οποίες καθιστούν σταδιακά προσβάσιμες νέες ναυτιλιακές διαδρομές και δυνητικά εκμεταλλεύσιμους φυσικούς πόρους. Παρά τις δημόσιες διαβεβαιώσεις του Τραμπ ότι το ενδιαφέρον του δεν σχετίζεται με ορυκτούς ή ενεργειακούς πόρους, αναλυτές επισημαίνουν ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα σε κρίσιμα ορυκτά και εμπορικές ευκαιρίες, ιδίως στο πλαίσιο της στρατηγικής αντιπαράθεσης με την Κίνα. Η υφιστάμενη αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη βάση Pituffik και η αμυντική συμφωνία του 1951 παρέχουν ήδη στην Ουάσιγκτον σημαντικά πλεονεκτήματα ασφαλείας, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι οι πρόσθετες πιέσεις σχετίζονται με ευρύτερους γεωοικονομικούς και γεωπολιτικούς υπολογισμούς.

Το ζήτημα της Γροιλανδίας θέτει, τέλος, μια σοβαρή πρόκληση για τη συνοχή του ΝΑΤΟ. Παρότι εντάσεις μεταξύ συμμάχων δεν είναι άγνωστες στην ιστορία της Συμμαχίας, η απειλή ή ακόμη και η ρητορική περί προσάρτησης εδάφους κράτους-μέλους από τον βασικό εγγυητή της ευρωπαϊκής ασφάλειας υπονομεύει σε θεμελιώδες επίπεδο την αμοιβαία εμπιστοσύνη που αποτελεί τον πυρήνα της συλλογικής άμυνας. Η επίκληση της ρήτρας συλλογικής ασφάλειας από τη Δανία δεν έχει μόνο νομική, αλλά και βαθιά πολιτική σημασία, καθώς αναδεικνύει τον κίνδυνο μιας υπαρξιακής κρίσης για τη διατλαντική σχέση.

Συνολικά, η κρίση της Γροιλανδίας, ιδίως μετά τα γεγονότα στη Βενεζουέλα, λειτουργεί ως καθρέφτης των μεταβαλλόμενων κανόνων του διεθνούς συστήματος. Αναδεικνύει τη σύγκρουση μεταξύ στρατηγικής ισχύος και διεθνούς δικαίου, τις αδυναμίες της ευρωπαϊκής αντίδρασης σε ταχέως εξελισσόμενες κρίσεις και τα όρια της διατλαντικής συνοχής σε μια εποχή αυξανόμενου γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Οι εξελίξεις αυτές υπερβαίνουν κατά πολύ τη σημασία ενός και μόνο νησιού και προοιωνίζονται κρίσιμες ανακατατάξεις στην παγκόσμια τάξη ασφαλείας