Η ιστορική αφήγηση συμπυκνώνει συχνά την μεταπολίτευση σε μία νύχτα την αλλαγή της κυβερνητικής ηγεσίας, την αποκατάσταση του κοινοβουλευτισμού και την έναρξη της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας. Η συμβολική αυτή συμπύκνωση είναι κατανοητή, διότι οι κοινωνίες χρειάζονται αναγνωρίσιμες ημερομηνίες για να οργανώνουν την ιστορική τους αυτοσυνείδηση. Παραμένει, όμως, αναλυτικά ανεπαρκής. Η δημοκρατία δεν εμφανίστηκε αυτομάτως ως πλήρες και λειτουργικό σύστημα τη στιγμή της κυβερνητικής μεταβολής. Εκείνο που συνέβη στις 24 Ιουλίου ήταν η συγκρότηση ενός αποδεκτού πολιτικού κέντρου, ικανού να αναλάβει την ενιαία διεύθυνση του κράτους, να αντιμετωπίσει μια εξαιρετικά πιεστική εθνική και διοικητική κατάσταση και να οργανώσει τα διαδοχικά στάδια μέσα από τα οποία η αρχική έκτακτη αποδοχή θα μετατρεπόταν σε εκλογική, δημοψηφισματική και συνταγματική νομιμότητα.
Το πρώτο θεωρητικό βήμα είναι, επομένως, να διακριθεί η μεταφορά της κυβερνητικής εξουσίας από τη δημοκρατική εδραίωση. Η μεταφορά απαντά στο άμεσο ερώτημα ποιος έχει την αναγνωρισμένη αρμοδιότητα να δίνει δεσμευτικές εντολές στα υπουργεία, στις διοικητικές υπηρεσίες, στις Ένοπλες Δυνάμεις, στα σώματα ασφαλείας και στους διπλωματικούς μηχανισμούς. Η δημοκρατική εδραίωση απαντά σε διαφορετικά ερωτήματα: από πού προέρχεται η εξουσιοδότηση της κυβέρνησης, πώς ελέγχεται η δράση της, με ποιον τρόπο συγκροτείται η αντιπολίτευση, ποιοι πολιτικοί φορείς μπορούν να συμμετέχουν και ποιο συνταγματικό πλαίσιο δεσμεύει την κρατική ισχύ. Στις 24 Ιουλίου επιλύθηκε καταρχάς το πρόβλημα της πολιτικής διεύθυνσης του κράτους. Τα προβλήματα της αντιπροσώπευσης, του πλουραλισμού και της συνταγματικής θεμελίωσης επιλύθηκαν μέσα από μια ακολουθία αποφάσεων που εκτεινόταν στους επόμενους μήνες και ολοκληρώθηκε θεσμικά με το Σύνταγμα του 1975.
Η ανάγκη της άμεσης μεταβίβασης προέκυψε από τη σύμπτωση τριών μορφών κρίσης. Υπήρχε, πρώτον, κρίση πολιτικής ευθύνης: η κεντρική εξουσία δεν διέθετε πλέον επαρκή συνοχή και αποδοχή για να κατευθύνει με αξιοπιστία το κράτος. Υπήρχε, δεύτερον, κρίση εθνικής ασφάλειας, η οποία απαιτούσε λειτουργικές διεθνείς επαφές, αξιόπιστη πολιτική εκπροσώπηση και σαφή αλυσίδα αποφάσεων. Υπήρχε, τρίτον, κρίση κοινωνικής νομιμοποίησης: η δημόσια ζωή δεν μπορούσε να σταθεροποιηθεί χωρίς άμεση αποκατάσταση της ελευθερίας έκφρασης, της κομματικής οργάνωσης και της προοπτικής εκλογών. Η κυβέρνηση που συγκροτήθηκε έπρεπε, συνεπώς, να επιτελέσει ταυτόχρονα τρεις λειτουργίες: να αποτρέψει το διοικητικό κενό, να διαχειριστεί την εξωτερική πίεση και να προετοιμάσει τους όρους της ίδιας της δημοκρατικής της αντικατάστασης από εκλεγμένη κυβέρνηση.
Ακριβώς επειδή δεν υπήρχε ακόμη εκλεγμένη Βουλή, η πρώτη πολιτική κυβέρνηση δεν μπορούσε να αντλήσει νομιμοποίηση από την κοινοβουλευτική εμπιστοσύνη. Η αρχική της εξουσιοδότηση ήταν αναγκαστικά έκτακτη και σύνθετη. Στηριζόταν στην κοινωνική απαίτηση για πολιτική ομαλότητα, στην αναγνώριση της ανάγκης ενιαίας κυβερνητικής διοίκησης, στη συναίνεση κρίσιμων πολιτικών και κρατικών φορέων και στη χρησιμοποίηση των διαθέσιμων νομικών τύπων ώστε να αποφευχθεί το πλήρες θεσμικό κενό. Δεν επρόκειτο για κανονική κυβερνητική διαδοχή, επειδή απουσίαζε το σύνηθες κοινοβουλευτικό υπόβαθρο. Δεν επρόκειτο, όμως, ούτε για άμορφη κατάληψη της κρατικής κορυφής. Ήταν μεταβατική πράξη με σαφή προορισμό: να αποκαταστήσει την πολιτική ευθύνη και να παραδώσει το συντομότερο δυνατόν τη νομιμοποίηση στους πολίτες.
Η αρχική κυβέρνηση πρέπει γι’ αυτό να κατανοηθεί ως αυτοπεριοριζόμενη μεταβατική εξουσία. Διέθετε ευρεία πραγματική αρμοδιότητα να αντιμετωπίσει την κρίση και να αποκαταστήσει τη λειτουργία του κράτους, δεν διέθετε όμως αντίστοιχη δημοκρατική εντολή να καθορίσει μονομερώς το μακροχρόνιο πολιτειακό μέλλον. Η επιτυχία της εξαρτιόταν από την ικανότητά της να κάνει χρήση της έκτακτης ισχύος χωρίς να μονιμοποιήσει την έκτακτη προέλευσή της. Έπρεπε να δράσει αποφασιστικά, αλλά ταυτόχρονα να δημιουργήσει θεσμούς που θα περιόριζαν την ίδια. Έπρεπε να συγκεντρώσει την κυβερνητική εντολή, αλλά να προετοιμάσει τον πλουραλιστικό ανταγωνισμό. Έπρεπε να αποκαταστήσει τη διοικητική υπακοή, αλλά να μεταφέρει γρήγορα την τελική πολιτική κρίση στο εκλογικό σώμα.
Η έννοια της συντεταγμένης μεταβίβασης αναφέρεται ακριβώς σε αυτή τη διπλή κίνηση συγκέντρωσης και αυτοπεριορισμού. Στην πρώτη φάση, η κρατική εντολή έπρεπε να συγκεντρωθεί σε αναγνωρίσιμο πολιτικό κέντρο. Σε στιγμές αποδιάρθρωσης, η ύπαρξη πολλαπλών ή ασαφών κέντρων λήψης αποφάσεων δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους: αντιφατικές διαταγές, αυτονομία υπηρεσιών, αποφυγή ευθύνης και αδυναμία συντονισμού. Η ορκωμοσία της κυβέρνησης είχε γι’ αυτό ουσιαστικό και όχι μόνο συμβολικό περιεχόμενο. Καθόριζε ποιος κυβερνά, ποιοι υπουργοί διαθέτουν αρμοδιότητα και σε ποια πολιτική αρχή αναφέρονται οι κρατικοί μηχανισμοί. Η εξουσία αποκτούσε ξανά ορατή κορυφή και συγκεκριμένη ευθύνη.
Η συγκρότηση κυβέρνησης ευρύτερης πολιτικής αποδοχής λειτουργούσε ως προσωρινό υποκατάστατο της κοινοβουλευτικής νομιμοποίησης. Εφόσον δεν είχε προηγηθεί εκλογική διαδικασία, η σύνθεσή της όφειλε να υπερβαίνει, στον βαθμό του δυνατού, την εικόνα μονομερούς κομματικής κατάληψης του κράτους. Η ευρύτερη πολιτική της βάση δεν αποτελούσε πλήρη δημοκρατική αντιπροσώπευση, διότι αυτή μπορεί να προκύψει μόνο από την ψήφο. Μείωνε, όμως, το πρόβλημα της προσωρινής εξουσιοδότησης και επέτρεπε να αναγνωριστεί η κυβέρνηση ως φορέας μετάβασης ολόκληρου του πολιτικού συστήματος και όχι ως κυβέρνηση κανονικής κομματικής διαχείρισης.
Η πραγματική μεταβίβαση, ωστόσο, δεν ολοκληρώνεται με την ορκωμοσία. Απαιτεί την αποδοχή του νέου πολιτικού κέντρου από ολόκληρη τη διοικητική πυραμίδα. Τα υπουργεία, η διπλωματική υπηρεσία, οι περιφερειακές αρχές, οι δικαστικοί μηχανισμοί, οι Ένοπλες Δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας έπρεπε να αναπροσαρμόσουν αμέσως τις γραμμές αναφοράς τους. Έπρεπε να καταστεί σαφές ότι οι εντολές δεν προέρχονται πλέον από διάχυτα ή ανταγωνιστικά κέντρα, αλλά από πολιτικά υπεύθυνη κυβέρνηση. Η αποκατάσταση αυτής της ιεραρχίας ήταν απαραίτητη για τη δημόσια τάξη, την οικονομική λειτουργία, τη διεθνή εκπροσώπηση και την καθημερινή παροχή υπηρεσιών.
Η διοικητική συνέχεια υπήρξε γι’ αυτό αναγκαίος όρος και όχι αντίπαλος της πολιτικής αλλαγής. Το κράτος δεν μπορούσε να διαλυθεί και να επανιδρυθεί από μηδενική βάση χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η λειτουργία της κοινωνίας. Οι υπηρεσίες έπρεπε να συνεχίσουν να καταβάλλουν μισθούς και συντάξεις, να λειτουργούν τα νοσοκομεία, να τηρούνται τα μητρώα, να κινούνται οι συγκοινωνίες, να εκπροσωπείται η χώρα διεθνώς και να οργανωθούν οι επερχόμενες εκλογές. Η διατήρηση της διοικητικής ικανότητας επέτρεψε στην πολιτική μεταβολή να αποκτήσει πραγματικό περιεχόμενο. Μια κυβέρνηση που δεν μπορεί να εφαρμόζει αποφάσεις παραμένει συμβολική, ακόμη και αν διαθέτει ευρεία κοινωνική αποδοχή.
Η συνέχεια αυτή περιείχε αναπόφευκτα και κινδύνους. Οι διοικητικές δομές δεν είναι ουδέτερα δοχεία τα οποία αλλάζουν αυτόματα περιεχόμενο όταν μεταβάλλεται η πολιτική κορυφή. Διαθέτουν ιεραρχίες, επαγγελματικές νοοτροπίες, άτυπα δίκτυα και συσσωρευμένες πρακτικές. Η νέα πολιτική κατεύθυνση έπρεπε να επιβληθεί χωρίς να προκαλέσει γενικευμένη διοικητική αποσύνθεση, αλλά και χωρίς να επιτρέψει στην αδράνεια του κρατικού μηχανισμού να αδειάσει την αλλαγή από το περιεχόμενό της. Η Μεταπολίτευση αποτέλεσε, από αυτή την άποψη, διαδικασία σταδιακής επανένταξης της διοίκησης σε σύστημα πολιτικής ευθύνης, νομιμότητας και μελλοντικού κοινοβουλευτικού ελέγχου.
Ιδιαίτερα κρίσιμη ήταν η αποκατάσταση της πλήρους πολιτικής πρωτοκαθεδρίας στην αλυσίδα της εθνικής ασφάλειας. Η αρχική μεταβίβαση δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ολοκληρωμένη εάν παρέμεναν άτυπα κέντρα αρνησικυρίας, συνδιοίκησης ή αυτοτελούς πολιτικής κρίσης. Η προσωρινή συνεννόηση που επέτρεψε τη συγκρότηση πολιτικής κυβέρνησης έπρεπε να μετατραπεί γρήγορα σε καθαρή ιεραρχία: η πολιτική ηγεσία αποφασίζει και οι κρατικές υπηρεσίες εκτελούν εντός του νόμου. Η επιτυχία βρίσκεται ακριβώς στο ότι ο αρχικός μηχανισμός μεταφοράς ήταν αυτοκαταργούμενος. Δεν δημιουργήθηκε μόνιμο δυαδικό σύστημα εξουσίας, αλλά μια διαδικασία μέσω της οποίας η κρατική διοίκηση υπήχθη σταδιακά και οριστικά στην πολιτική ευθύνη.
Το επόμενο πρόβλημα ήταν η δημιουργία λειτουργικής νομικής γέφυρας. Η κυβέρνηση έπρεπε να ενεργεί μέσα σε αναγνωρίσιμο θεσμικό περίβλημα, χωρίς να προκαταλάβει τις οριστικές αποφάσεις για τη μορφή της πολιτείας και το νέο Σύνταγμα. Η προσωρινή επαναφορά προγενέστερων συνταγματικών διατάξεων, με εξαίρεση όσα ζητήματα έπρεπε να αποφασιστούν εκ νέου από τον λαό, εξυπηρέτησε αυτή την ανάγκη. Απέτρεψε το νομικό κενό, παρείχε κανόνες για την κυβέρνηση και τη διοίκηση και, ταυτόχρονα, διατήρησε ανοιχτή την τελική πολιτειακή επιλογή.
Η λύση αυτή δεν αποτελούσε απλή επιστροφή σε προγενέστερη κατάσταση. Χρησιμοποιούσε διαθέσιμο νομικό υλικό ως προσωρινή γέφυρα προς νέα θεμελίωση. Η διάκριση είναι καθοριστική. Η έννοια της «επιστροφής» δημιουργεί την εντύπωση ότι ένα πλήρως σχηματισμένο δημοκρατικό σύστημα περίμενε απλώς να επανενεργοποιηθεί. Στην πραγματικότητα, χρειαζόταν να κατασκευαστούν νέοι κανόνες, να επιλυθούν θεμελιώδεις πολιτειακές εκκρεμότητες, να διευρυνθεί ο πολιτικός πλουραλισμός και να ενσωματωθούν δικαιώματα και κοινωνικές πραγματικότητες που δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με απλή επαναφορά του παρελθόντος. Η προσωρινή νομική συνέχεια υπηρετούσε, επομένως, μια ουσιαστική πολιτειακή ανανέωση.
Παράλληλα, έπρεπε να αποκατασταθεί η δημόσια πολιτική σφαίρα. Οι εκλογές δεν μπορούν να θεωρηθούν πραγματικά ελεύθερες εάν δεν προηγηθεί επαρκής περίοδος κατά την οποία οι πολιτικές δυνάμεις οργανώνονται, δημοσιεύουν προγράμματα, πραγματοποιούν συγκεντρώσεις, εκδίδουν έντυπα και απευθύνονται στους πολίτες. Η δημοκρατική ισότητα δεν αρχίζει την ημέρα της ψηφοφορίας. Αρχίζει τη στιγμή που αναγνωρίζεται σε όλους η δυνατότητα να συγκροτήσουν πολιτική παρουσία. Η αποκατάσταση της ελευθερίας του Τύπου, της δημόσιας έκφρασης και της συλλογικής οργάνωσης αποτελούσε συνεπώς όχι απλώς ηθική αποκατάσταση, αλλά τεχνική και πολιτική προϋπόθεση της εκλογικής νομιμότητας.
Η ελεύθερη λειτουργία όλων των κομμάτων αποτέλεσε έναν από τους κεντρικούς κρίκους της μετάβασης. Η πράξη αυτή δεν διεύρυνε απλώς το φάσμα των διαθέσιμων εκλογικών επιλογών. Επανακαθόρισε την ίδια την έννοια της πολιτικής κοινότητας, αναγνωρίζοντας ότι η σταθερότητα δεν θα οικοδομηθεί μέσω του αποκλεισμού, αλλά μέσω της ισότιμης ενσωμάτωσης αντίπαλων ιδεολογικών ρευμάτων. Η σύγκρουση μεταφερόταν έτσι από το ερώτημα ποιος δικαιούται να συμμετέχει στο ερώτημα ποια κοινωνική και κυβερνητική πολιτική πρέπει να επικρατήσει. Αυτή η μετατόπιση βρίσκεται στον πυρήνα της δημοκρατικής ομαλοποίησης.
Με την ελεύθερη κομματική οργάνωση, η μετάβαση άρχισε να παύει να αποτελεί υπόθεση περιορισμένων φορέων κορυφής και να μετατρέπεται σε κοινωνική διαδικασία. Οι πολίτες εντάχθηκαν σε κόμματα, νεολαίες, σωματεία και δημόσιες συζητήσεις. Η κοινωνία δεν περίμενε παθητικά την ολοκλήρωση των θεσμικών αποφάσεων, αλλά αξιοποίησε άμεσα τον νέο χώρο πολιτικής ελευθερίας. Η ταχεία αυτή πολιτικοποίηση έδωσε στη μετάβαση βάθος που δεν μπορούσε να προσφέρει μόνη της η κυβερνητική πρωτοβουλία. Η δημοκρατία κοινωνικοποιήθηκε πριν ακόμη ολοκληρωθεί συνταγματικά.
Οι εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974 αποτέλεσαν το σημείο στο οποίο η αρχική νομιμοποίηση της ανάγκης μετατράπηκε σε αντιπροσωπευτική νομιμοποίηση. Μέχρι τότε, η κυβέρνηση στηριζόταν στη γενικευμένη αποδοχή της ως αναγκαίας λύσης και στην αποτελεσματική της άσκηση της κρατικής ευθύνης. Με τις εκλογές δημιουργήθηκαν κοινοβουλευτική πλειοψηφία, θεσμικά αναγνωρισμένη αντιπολίτευση και Βουλή με λαϊκή εντολή. Η πηγή της κυβερνητικής εξουσίας μετακινήθηκε από την έκτακτη πολιτική συναίνεση προς τη δημοκρατική αντιπροσώπευση. Η μεταβατική κυβέρνηση απέκτησε εκλογική συνέχεια, αλλά πλέον μέσα σε κανόνες που επέτρεπαν τον έλεγχο και την οργανωμένη αμφισβήτησή της.
Η χρονική επιλογή των εκλογών είχε ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Η ψηφοφορία δεν πραγματοποιήθηκε αμέσως, πριν προλάβουν να οργανωθούν οι νέες πολιτικές δυνάμεις, αλλά ούτε αναβλήθηκε τόσο ώστε η προσωρινή κυβέρνηση να παγιωθεί ως μη εκλεγμένη εξουσία. Το διάστημα μεταξύ Ιουλίου και Νοεμβρίου λειτούργησε ως ελεγχόμενος χρόνος πολιτικής προετοιμασίας. Ήταν αρκετό για να ανασυγκροτηθεί το κομματικό σύστημα και αρκετά περιορισμένο ώστε να παραμένει αξιόπιστη η δέσμευση για άμεση προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία. Η χρονική αρχιτεκτονική της μετάβασης υπήρξε, επομένως, μέρος της πολιτικής της επιτυχίας.
Το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974 αποτέλεσε διαφορετικής φύσεως πράξη νομιμοποίησης. Οι βουλευτικές εκλογές καθόρισαν ποιος θα κυβερνήσει και ποιοι θα εκπροσωπούν την αντιπολίτευση. Δεν μπορούσαν, όμως, να θεωρηθούν από μόνες τους οριστική απόφαση για τη μορφή της πολιτείας. Το δημοψήφισμα απέδωσε το ζήτημα απευθείας στους πολίτες και το αποσύνδεσε από τη συνήθη κομματική εναλλαγή. Η απόφαση υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας αφαίρεσε από το πολιτικό σύστημα μια μακροχρόνια πηγή θεσμικής αβεβαιότητας και κατέστησε τη λαϊκή κυριαρχία αποκλειστική βάση του νέου πολιτεύματος.
Η σειρά των αποφάσεων δεν ήταν τυχαία. Προηγήθηκε η συγκρότηση λειτουργικής κυβέρνησης, ακολούθησε η αποκατάσταση των πολιτικών ελευθεριών και της κομματικής δράσης, έπειτα πραγματοποιήθηκαν εκλογές και στη συνέχεια επιλύθηκε αυτοτελώς το πολιτειακό ζήτημα. Μόνο τότε η εκλεγμένη Βουλή μπορούσε να προχωρήσει στη σύνταξη του νέου καταστατικού χάρτη. Η αλληλουχία αυτή απέτρεψε τόσο την επιβολή μακροχρόνιων επιλογών από μη εκλεγμένη κυβέρνηση όσο και την παράταση της θεμελιώδους πολιτειακής αβεβαιότητας. Κάθε στάδιο παρήγαγε την αναγκαία νομιμότητα για το επόμενο.
Το Σύνταγμα του 1975 αποτέλεσε το στάδιο της θεσμικής οριστικοποίησης. Μετέτρεψε τις πολιτικές αποφάσεις των προηγούμενων μηνών σε διαρκές σύστημα κανόνων: προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία, λαϊκή κυριαρχία, πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης, προστασία ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, δικαστικός έλεγχος και διαδικασία μελλοντικής αναθεώρησης. Η μεταβατική πολιτική ισχύς μετασχηματίστηκε σε απρόσωπη συνταγματική εξουσία. Αυτό ακριβώς αποτελεί το βαθύτερο νόημα της θεσμοποίησης: οι αποφάσεις δεν εξαρτώνται πλέον από τη συνεχιζόμενη παρουσία ή αυθεντία των φορέων που οργάνωσαν τη μετάβαση, αλλά από κανόνες που δεσμεύουν και τους ίδιους.
Η νέα συνταγματική τάξη δεν συγκέντρωσε εξαρχής απόλυτη συμφωνία. Η νομιμοποίησή της διευρύνθηκε μέσα από την εφαρμογή, τις εκλογικές αναμετρήσεις, τις κυβερνητικές εναλλαγές και τις μεταγενέστερες αναθεωρήσεις. Αυτό δείχνει ότι η συνταγματική αποδοχή δεν αποτελεί πάντοτε στιγμιαία συναίνεση. Μπορεί να οικοδομείται καθώς διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις διαπιστώνουν ότι οι κανόνες προστατεύουν όχι μόνο τον σημερινό κυβερνώντα αλλά και τη δυνατότητα της αντιπολίτευσης να γίνει αυριανή κυβέρνηση. Η θεσμική εδραίωση ολοκληρώνεται όταν το Σύνταγμα παύει να θεωρείται έργο μιας συγκεκριμένης πολιτικής συγκυρίας και γίνεται κοινό πεδίο αντιπαράθεσης και εναλλαγής.
Η μετάβαση του 1974 μπορεί, συνεπώς, να αναλυθεί ως αλληλουχία πέντε μορφών νομιμοποίησης. Πρώτα εμφανίστηκε η νομιμοποίηση της ανάγκης: η κοινωνική και κρατική αποδοχή μιας άμεσης πολιτικής λύσης. Ακολούθησε η νομιμοποίηση της αποτελεσματικότητας: η πραγματική δυνατότητα της κυβέρνησης να ελέγξει την κρατική διοίκηση και να αντιμετωπίσει την κρίση. Έπειτα ήρθε η πλουραλιστική νομιμοποίηση: η ισότιμη δυνατότητα πολιτικής οργάνωσης. Η εκλογική και δημοψηφισματική νομιμοποίηση μετέφερε την τελική απόφαση στους πολίτες. Τέλος, η συνταγματική νομιμοποίηση μετέτρεψε τις αποφάσεις αυτές σε δεσμευτικό, απρόσωπο και αναθεωρήσιμο σύστημα κανόνων.
Καμία από τις μορφές αυτές δεν θα ήταν επαρκής μόνη της. Μια κυβέρνηση με κοινωνική αποδοχή αλλά χωρίς διοικητικό έλεγχο θα ήταν ανίσχυρη. Μια κυβέρνηση με διοικητικό έλεγχο αλλά χωρίς πολιτικό πλουραλισμό θα αποτελούσε απλώς αλλαγή κορυφής. Η ελευθερία των κομμάτων χωρίς εκλογές θα διατηρούσε την προσωρινότητα. Οι εκλογές χωρίς επίλυση του πολιτειακού ζητήματος θα άφηναν ανοιχτή μια θεμελιώδη πηγή αμφισβήτησης. Ένα Σύνταγμα χωρίς κυβερνητική εναλλαγή και κοινωνική αποδοχή θα παρέμενε εύθραυστο κείμενο. Η επιτυχία προέκυψε από τη σύνδεση των επιπέδων, όχι από κάποια μεμονωμένη πράξη.
Η 24η Ιουλίου σηματοδοτεί, υπό αυτή την έννοια, την έναρξη μιας οργανωμένης αποπροσωποποίησης της εξουσίας. Η πρώτη κυβερνητική λύση στηρίχθηκε αναγκαστικά στην πολιτική αξιοπιστία συγκεκριμένων προσώπων και στην ανάγκη άμεσης συγκέντρωσης της ευθύνης. Η διαδικασία που ακολούθησε, όμως, μετέφερε σταδιακά τη νομιμοποίηση από τα πρόσωπα στους θεσμούς: από την έκτακτη πολιτική αποδοχή στην κυβέρνηση, από την κυβέρνηση στη Βουλή, από τη Βουλή στο εκλογικό σώμα και από τις λαϊκές αποφάσεις στο Σύνταγμα. Η πραγματική επιτυχία δεν ήταν ότι βρέθηκε απλώς αποδεκτή ηγεσία, αλλά ότι η αρχική ηγετική ισχύς χρησιμοποιήθηκε για την οικοδόμηση ενός συστήματος που δεν θα εξαρτιόταν διαρκώς από αυτήν.
Το στοιχείο αυτό αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση κάθε δημοκρατικής μετάβασης. Η έκτακτη πολιτική εξουσία νομιμοποιείται δημοκρατικά μόνο όταν οργανώνει την υπέρβασή της. Πρέπει να δημιουργεί συνθήκες υπό τις οποίες μπορεί να ελεγχθεί, να περιοριστεί και τελικά να ηττηθεί μέσω των διαδικασιών που η ίδια εγκαθιστά. Η μεταβατική κυβέρνηση του 1974 δεν θα είχε επιτελέσει δημοκρατικό έργο εάν διατηρούσε επ’ αόριστον την εξουσία επικαλούμενη τις έκτακτες περιστάσεις. Η σημασία της βρίσκεται στο ότι μετέτρεψε την προσωρινή ανάγκη σε χρονοδιάγραμμα θεσμικής αυτοκατάργησης: ελεύθερη πολιτική οργάνωση, εκλογές, δημοψήφισμα, Σύνταγμα.
Η αντίληψη αυτή αναδεικνύει και τον ρόλο του χρόνου. Οι μεταβάσεις δεν κρίνονται μόνο από το περιεχόμενο των αποφάσεων, αλλά από τη σειρά και την ταχύτητά τους. Η υπερβολική βιασύνη μπορεί να παράγει τυπικές διαδικασίες χωρίς ουσιαστικό πλουραλισμό. Η υπερβολική καθυστέρηση μπορεί να παγιώσει την προσωρινή εξουσία και να γεννήσει δυσπιστία. Η ελληνική διαδικασία πέτυχε μια λειτουργική ισορροπία: αρκετός χρόνος για την ανασυγκρότηση του κομματικού ανταγωνισμού, αλλά όχι τόσος ώστε να μονιμοποιηθεί η εξαιρετική κυβερνητική λύση· γρήγορη επίλυση του πολιτειακού ζητήματος, αλλά αφού είχε προηγηθεί η εκλογή Βουλής· νέα συνταγματική θεμελίωση, αλλά πάνω σε διαδοχικές πράξεις λαϊκής νομιμοποίησης.
Η ίδια αλληλουχία μετασχημάτισε και την έννοια της κρατικής ευθύνης. Στην πρώτη στιγμή, η ευθύνη αφορούσε κυρίως την αποτροπή της διοικητικής αποσύνθεσης και τη διαχείριση της εθνικής κρίσης. Με την αποκατάσταση της δημόσιας πολιτικής ζωής, η κυβέρνηση όφειλε να αιτιολογεί τις αποφάσεις της απέναντι σε ελεύθερο Τύπο και οργανωμένη κοινωνία. Με τις εκλογές, η ευθύνη απέκτησε κοινοβουλευτική μορφή. Με το Σύνταγμα, περιορίστηκε από δικαιώματα, διακριτές αρμοδιότητες, δικαστικό έλεγχο και προβλεπόμενες διαδικασίες. Δεν άλλαξε μόνο το πρόσωπο που έδινε τις εντολές· άλλαξε ολόκληρη η αλυσίδα μέσα από την οποία οι εντολές νομιμοποιούνταν και ελέγχονταν.
Ο όρος «επιστροφή στη δημοκρατία» παραμένει, επομένως, χρήσιμος ως συμβολική διατύπωση, αλλά είναι επιστημονικά ελλιπής. Υποδηλώνει ότι η δημοκρατία υπήρχε ως ολοκληρωμένο σχήμα και επανήλθε αυτομάτως με την κυβερνητική αλλαγή. Η πραγματικότητα ήταν πολύ περισσότερο δημιουργική και σύνθετη. Η δημοκρατία έπρεπε να οργανωθεί εκ νέου, να αποκτήσει νέο κομματικό σύστημα, νέα μορφή πολιτεύματος, ευρύτερη κοινωνική βάση, διαφορετικό καθεστώς δικαιωμάτων και σταθερούς μηχανισμούς ειρηνικής εναλλαγής. Η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία δεν υπήρξε απλή επανάληψη μιας προγενέστερης κοινοβουλευτικής τάξης. Υπήρξε νέα πολιτειακή σύνθεση, η οποία αξιοποίησε στοιχεία νομικής συνέχειας αλλά τα υπέταξε σε διαφορετική πηγή νομιμοποίησης.
Η συλλογική μνήμη προσωποποιεί αναπόφευκτα τις μεγάλες μεταβάσεις και συμπυκνώνει περίπλοκες διαδικασίες σε δραματικές στιγμές. Η πολιτική επιστήμη, αντίθετα, οφείλει να αποκαλύπτει το διοικητικό και θεσμικό υπόστρωμα: τη μεταφορά των εντολών, τη λειτουργία των υπουργείων, την αποκατάσταση της δημόσιας έκφρασης, τη νομική κατοχύρωση των κομμάτων, την προετοιμασία των εκλογών, τη δημιουργία εκλογικών καταλόγων, τη διοργάνωση του δημοψηφίσματος και τη συνταγματική επεξεργασία. Χωρίς αυτή τη μη ορατή εργασία, η ιστορική νύχτα θα παρέμενε απλή αλλαγή κορυφής.
Η 24η Ιουλίου 1974 δεν υπήρξε, τελικά, το τέλος μιας μετάβασης αλλά η αρχή μιας διαδικασίας με σαφή θεσμική κατεύθυνση. Η επιτυχία της βρίσκεται στο ότι μετέτρεψε το κενό πολιτικής νομιμοποίησης σε λειτουργική κυβέρνηση, τη λειτουργική κυβέρνηση σε φορέα αποκατάστασης του πλουραλισμού, τον πλουραλισμό σε εκλογικό ανταγωνισμό, τον εκλογικό ανταγωνισμό σε λαϊκή απόφαση και τη λαϊκή απόφαση σε συνταγματική τάξη. Η δημοκρατία δεν εμφανίστηκε μέσα σε μία στιγμή. Κατασκευάστηκε μέσα από αλληλουχία πολιτικών, διοικητικών και νομικών πράξεων που αλληλοσυμπληρώνονταν.
Το βαθύτερο δίδαγμα είναι ότι η δημοκρατική μετάβαση απαιτεί ταυτόχρονα συνέχεια και ρήξη. Χρειάζεται αρκετή κρατική συνέχεια ώστε να λειτουργεί η διοίκηση και αρκετή πολιτική ρήξη ώστε να αλλάζει η πηγή της νομιμοποίησης. Χρειάζεται προσωρινή συγκέντρωση της κυβερνητικής εντολής ώστε να αντιμετωπιστεί η κρίση και θεσμικός αυτοπεριορισμός ώστε η εντολή να αποδοθεί γρήγορα στους πολίτες. Χρειάζεται πολιτική ηγεσία για να οργανωθεί η μεταβολή και απρόσωπη θεσμοποίηση ώστε το νέο πολίτευμα να μην εξαρτάται από οποιοδήποτε πρόσωπο. Αυτή ακριβώς η ισορροπία μετατρέπει την 24η Ιουλίου από απλή επετειακή ημερομηνία σε υπόδειγμα συντεταγμένης μεταφοράς της κρατικής εξουσίας προς μια σταθερή, πλουραλιστική και αυτοανανεούμενη δημοκρατική τάξη.
Πρόσφατα σχόλια