Η αντίληψη του Ντόναλντ Τραμπ για το διεθνές δίκαιο συνιστά τομή σε σχέση με τη μεταπολεμική αμερικανική παράδοση, όχι μόνο επειδή απορρίπτει ρητά το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο, αλλά επειδή το επανανοηματοδοτεί ως εργαλείο ad hoc διαχείρισης συμφερόντων. Στο επίκεντρο της κοσμοαντίληψής του δεν βρίσκεται το διεθνές δίκαιο ως κανονιστικό σύστημα που δεσμεύει τους κρατικούς δρώντες, αλλά ως ευέλικτο μέσο συναλλαγής, το οποίο ενεργοποιείται, παρακάμπτεται ή επανερμηνεύεται ανάλογα με τη συγκυριακή εξυπηρέτηση του ,κατά τον ίδιο, συμφέροντος των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η προσέγγιση αυτή αντλεί τη λογική της όχι από τη θεσμική παράδοση της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης, αλλά από μια επιχειρησιακή αντίληψη της πολιτικής, όπου η διακρατική σχέση εκλαμβάνεται ως διαπραγμάτευση μηδενικού αθροίσματος. Σε αυτό το πλαίσιο, το διεθνές δίκαιο δεν λειτουργεί ως σταθερό σημείο αναφοράς, αλλά ως μεταβλητή που προσαρμόζεται στο ισοζύγιο ισχύος. Η συμμόρφωση στους κανόνες δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά αποτέλεσμα κόστους–οφέλους, ενώ η παραβίασή τους δεν θεωρείται πρόβλημα εφόσον δεν συνεπάγεται άμεσο στρατηγικό κόστος.
Η ad hoc φύση της προσέγγισης Τραμπ αποτυπώνεται στη συστηματική αποσύνδεση δικαίου και θεσμών. Ο ρόλος των πολυμερών οργανισμών, όπως τα Ηνωμένα Έθνη ή οι διεθνείς δικαιοδοτικοί μηχανισμοί, υποβαθμίζεται, καθώς εκλαμβάνονται ως περιορισμοί στην ελευθερία δράσης της αμερικανικής ισχύος. Αντί της θεσμικής διαμεσολάβησης, προκρίνεται η άμεση διαπραγμάτευση μεταξύ ισχυρών κρατών ή, εναλλακτικά, η μονομερής επιβολή τετελεσμένων. Το διεθνές δίκαιο, σε αυτό το περιβάλλον, παύει να είναι συλλογικό αγαθό και μετατρέπεται σε εργαλείο επιλεκτικής χρήσης.
Κεντρικό στοιχείο της συναλλακτικής αυτής λογικής είναι η αντίληψη ότι δεν υφίσταται ενιαία και καθολική εφαρμογή των κανόνων. Αντιθέτως, οι κανόνες θεωρούνται διαπραγματεύσιμοι και διαφοροποιούνται ανάλογα με τον δρώντα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ως υπερδύναμη, δεν δεσμεύονται με τον ίδιο τρόπο όπως τα μικρότερα ή ασθενέστερα κράτη. Η ανισομέρεια αυτή δεν αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα νομιμότητας, αλλά ως φυσική απόρροια της ιεραρχίας ισχύος στο διεθνές σύστημα.
Η πρακτική αυτή οδηγεί σε μια λειτουργική, αλλά θεσμικά διαβρωτική, προσέγγιση του διεθνούς δικαίου. Το δίκαιο δεν καταργείται, ούτε αντικαθίσταται από ένα εναλλακτικό κανονιστικό πλαίσιο. Αντιθέτως, παραμένει παρόν ως ρητορικό εργαλείο, το οποίο επιστρατεύεται επιλεκτικά για τη νομιμοποίηση αποφάσεων που έχουν ήδη ληφθεί στη βάση στρατηγικών υπολογισμών. Η επίκληση νομικών επιχειρημάτων αποκτά έτσι χαρακτήρα εκ των υστέρων δικαιολόγησης και όχι προγενέστερου περιορισμού της πολιτικής βούλησης.
Η αντίληψη Τραμπ έχει και βαθύτερες συστημικές συνέπειες. Υπονομεύει τη σταθερότητα των προσδοκιών στο διεθνές σύστημα, καθώς οι δρώντες αδυνατούν να προβλέψουν πότε και υπό ποιες συνθήκες οι κανόνες θα εφαρμοστούν ή θα παρακαμφθούν. Η αβεβαιότητα αυτή ενθαρρύνει την επιστροφή σε στρατηγικές αυτοβοήθειας και εξοπλιστικής αποτροπής, ιδιαίτερα από κράτη που δεν διαθέτουν θεσμικές ή στρατηγικές εγγυήσεις ασφαλείας.
Η προσέγγιση αυτή παράγει ένα ιδιότυπο προηγούμενο. Παρότι ο Τραμπ δεν αναγνωρίζει ρητά το δικαίωμα άλλων κρατών να μιμηθούν την αμερικανική πρακτική, η επαναλαμβανόμενη παραβίαση ή επιλεκτική εφαρμογή των κανόνων από τον ισχυρότερο δρώντα αποδυναμώνει τη δεσμευτικότητά τους συνολικά. Το διεθνές δίκαιο μετατρέπεται σταδιακά από κανόνα συμπεριφοράς σε πεδίο στρατηγικής ερμηνείας, όπου η ισχύς καθορίζει όχι μόνο την εφαρμογή, αλλά και το ίδιο το νόημα του κανόνα.
Η αντίληψη Τραμπ δεν συνιστά απλώς μια ακραία εκδοχή ρεαλισμού, αλλά μια μετάβαση προς έναν μετα-θεσμικό τρόπο άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Σε αυτόν τον τρόπο, το διεθνές δίκαιο δεν λειτουργεί ως φραγμός, αλλά ως μεταβλητή εξίσωση στη διαπραγμάτευση ισχύος. Η συναλλαγή υπερισχύει της δέσμευσης και η αποτελεσματικότητα προηγείται της νομιμότητας.
Αυτή η αντίληψη αποτυπώνει μια βαθύτερη κρίση της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης. Δεν πρόκειται απλώς για προσωπική ιδιοσυγκρασία ή πολιτικό στυλ, αλλά για έκφραση μιας ευρύτερης μετατόπισης προς έναν κόσμο όπου οι κανόνες υφίστανται μόνο στο μέτρο που εξυπηρετούν την ισχύ. Σε αυτό το περιβάλλον, το διεθνές δίκαιο επιβιώνει, αλλά όχι ως δεσμευτικό πλαίσιο· επιβιώνει ως διαπραγματεύσιμο εργαλείο.
Πρόσφατα σχόλια