Η επικείμενη πρόθεση του Εμμανουέλ Μακρόν, να προχωρήσει στην επίσημη αναγνώριση της κρατικής υπόστασης της Παλαιστίνης, στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών το φθινόπωρο συνιστά μια εξέλιξη με ευρύτερες γεωπολιτικές και θεσμικές συνέπειες. Σε αντίθεση με μια επιφανειακή ερμηνεία που θα προσέδιδε στη συγκεκριμένη πρωτοβουλία χαρακτηριστικά αιφνιδιασμού, η κίνηση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη ιστορική και θεσμική συνέχεια της γαλλικής διπλωματίας, η οποία σταθερά υποστηρίζει τη Λύση των Δύο Κρατών ως μόνη εν δυνάμει βιώσιμη διευθέτηση του Παλαιστινιακού Ζητήματος.

Το Παρίσι δεν παρεκκλίνει στρατηγικά από τη θέση αυτή. Αντιθέτως, ενισχύει το βάθος της με την προσθήκη πολιτικών συμβολισμών και στρατηγικών πιέσεων, κυρίως προς την πλευρά του Ισραήλ, χωρίς ωστόσο να απορρίπτει ή να αποξενώνεται από την ανάγκη διασφάλισης της ασφάλειας του εβραϊκού κράτους. Η επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ του Προέδρου Μακρόν και του Ισραηλινού Πρωθυπουργού, Μπέντζαμιν Νετανιάχου, η οποία εντάθηκε μετά τη ρητή αναφορά του Γάλλου ηγέτη στην ανάγκη επιβολής εμπάργκο όπλων προς το Ισραήλ, αναδεικνύει τις μεταβαλλόμενες προτεραιότητες της γαλλικής διπλωματικής στρατηγικής. Η γαλλική ηγεσία εμφανίζεται περισσότερο πρόθυμη να αναλάβει πολιτικό κόστος στο εσωτερικό της δυτικής συμμαχίας, προκειμένου να διαφοροποιήσει τη θέση της από την ισραηλινή στρατιωτική στρατηγική, ιδίως μετά την όξυνση των εχθροπραξιών στη Λωρίδα της Γάζας και τις εκτεταμένες απώλειες αμάχων.

Η επικείμενη αναγνώριση της Παλαιστίνης δεν πρόκειται να αποτελέσει σε καμία περίπτωση έμμεση ή άμεση νομιμοποίηση της Χαμάς. Η Γαλλία διατηρεί σταθερή την άποψή της πως η ισλαμιστική οργάνωση δεν μπορεί να διαδραματίσει θεσμικό ρόλο σε ένα μελλοντικό παλαιστινιακό κράτος. Αντιθέτως, η πρωτοβουλία αναγνώρισης αφορά αποκλειστικά την Παλαιστινιακή Αρχή, ως τον μόνο διεθνώς αναγνωρισμένο και θεσμικά αποδεκτό παλαιστινιακό φορέα διακυβέρνησης, ο οποίος ασκεί διοίκηση στη Δυτική Όχθη και συνιστά τον επίσημο συνομιλητή της διεθνούς κοινότητας. Η Χαμάς, η οποία συνεχίζει να διατηρεί στρατιωτικό και πολιτικό έλεγχο στη Λωρίδα της Γάζας, αντιμετωπίζεται από τη γαλλική πλευρά ως εμπόδιο τόσο για την ειρήνη όσο και για τη δημοκρατική νομιμοποίηση ενός μελλοντικού παλαιστινιακού κράτους.

Σε θεσμικό επίπεδο, η σημασία της γαλλικής αναγνώρισης δεν έγκειται απλώς στην προσθήκη ενός ακόμη κράτους στη μακρά λίστα των περίπου 140 χωρών που έχουν ήδη αναγνωρίσει την Παλαιστίνη. Η διαφορά έγκειται στην ισχύ και στο θεσμικό βάρος της Γαλλίας εντός του διεθνούς συστήματος. Ως μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, μέλος της G7 και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και ως η μόνη ευρωπαϊκή πυρηνική δύναμη μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Γαλλία διαθέτει έναν βαθμό θεσμικής νομιμοποίησης και διπλωματικής βαρύτητας που υπερβαίνει κατά πολύ την επιρροή άλλων κρατών, ακόμη και ευρωπαϊκών, τα οποία έχουν ήδη προβεί σε ανάλογη κίνηση. Συνεπώς, η πρωτοβουλία Μακρόν δεν είναι απλώς συμβολική αλλά δύναται να δημιουργήσει ένα νέο θεσμικό προηγούμενο, ικανό να επηρεάσει την εσωτερική συνοχή της Δύσης ως προς τη διαχείριση του Παλαιστινιακού.

Η συγκυρία εντός της Ευρώπης καθίσταται ακόμη πιο ευνοϊκή, καθώς η πρόθεση του Παρισιού φαίνεται να συναντά ευήκοα ώτα τόσο στο Βερολίνο όσο και στο Λονδίνο. Η νέα γερμανική ηγεσία υπό τον Φρίντριχ Μερτς, καθώς και η μετα-Brexit εξωτερική πολιτική του Ηνωμένου Βασιλείου υπό τον Κιρ Στάρμερ, ενδέχεται να συντονιστούν με τη γαλλική πρωτοβουλία, ενισχύοντας έτσι την προοπτική δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού άξονα υπέρ της αναγνώρισης. Μια τέτοια εξέλιξη δεν θα αποτελούσε μόνο διπλωματική πρωτοτυπία, αλλά και ισχυρή ένδειξη σταδιακής αυτονόμησης της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής από τις στρατηγικές επιταγές της Ουάσιγκτον, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία η αμερικανική κυβέρνηση, υπό πιθανή επαναφορά της διοίκησης Τραμπ, δεν δείχνει πρόθεση μετατόπισης από τη σκληρή φιλοϊσραηλινή γραμμή της.

Η αναγνώριση της Παλαιστινιακής Αρχής από κράτη με υψηλή θεσμική υπόσταση, όπως η Γαλλία και ενδεχομένως η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ενδέχεται να συμβάλει στην περαιτέρω διεθνή και εσωτερική απονομιμοποίηση της Χαμάς. Η οργάνωση αυτή, η οποία συνεχίζει να επιβάλλει καθεστώς μονομερούς ελέγχου στη Γάζα, έχει απολέσει σημαντικό τμήμα της υποστήριξης του άμαχου παλαιστινιακού πληθυσμού, όπως προκύπτει από τις αλλεπάλληλες διαδηλώσεις διαμαρτυρίας εναντίον της. Το έλλειμμα κοινωνικής και ανθρωπιστικής ευθύνης της Χαμάς ενδέχεται να αξιοποιηθεί διπλωματικά από τη Δύση, ως μέσο για την ανάδειξη της Παλαιστινιακής Αρχής ως του μόνου θεσμικού φορέα ικανού να εκπροσωπήσει τους Παλαιστινίους σε ένα διαπραγματευτικό και θεσμικό πλαίσιο.

Ωστόσο, η γαλλική πρωτοβουλία, ακόμη και στην περίπτωση που υιοθετηθεί από άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, δεν πρόκειται να μεταβάλει άμεσα την κατάσταση επί του πεδίου. Η ισραηλινή κυβέρνηση, υπό την παρούσα σύνθεσή της, συνεχίζει να απορρίπτει κατηγορηματικά την προοπτική δημιουργίας ενός παλαιστινιακού κράτους, επικαλούμενη λόγους ασφάλειας και γεωστρατηγικής σταθερότητας. Η αμερικανική διοίκηση, όπως διαφαίνεται και από την άμεση απόρριψη της γαλλικής πρότασης, δεν πρόκειται να μετακινηθεί από τις υφιστάμενες θέσεις της. Παρ’ όλα αυτά, η σταδιακή μετατόπιση ευρωπαϊκών κρατών προς την κατεύθυνση μιας θεσμικής αναγνώρισης της Παλαιστινιακής Αρχής ενδέχεται να δημιουργήσει ένα νέο αφήγημα ισορροπίας ισχύος στη Μέση Ανατολή.

Από την οπτική της πολιτικής επιστήμης, η πρωτοβουλία Μακρόν μπορεί να ερμηνευθεί ως μια στρατηγική αξιοποίηση της σχετικής ισχύος και της θεσμικής επιρροής της Γαλλίας στο διεθνές σύστημα, με στόχο την αναθεώρηση των υφιστάμενων ισορροπιών υπέρ ενός πιο ρεαλιστικού πλαισίου διαπραγμάτευσης. Η αναγνώριση της Παλαιστίνης από κράτη υψηλής επιρροής δεν συνεπάγεται άμεση πολιτική ή εδαφική αλλαγή, ωστόσο δημιουργεί ένα νέο κανονιστικό και θεσμικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο θα πρέπει, αναγκαστικά, να διαμορφωθούν οι μελλοντικές προσεγγίσεις.

Σε τελική ανάλυση, η γαλλική πρόθεση συνιστά περισσότερο μια γεωπολιτική επένδυση μακροπρόθεσμου χαρακτήρα, παρά μια άμεση διπλωματική τομή. Εφόσον πλαισιωθεί από συναφείς κινήσεις τρίτων ισχυρών κρατών, ενδέχεται να αποτελέσει σημείο καμπής στην ευρωπαϊκή πολιτική για τη Μέση Ανατολή και να λειτουργήσει ως εργαλείο στρατηγικής εξισορρόπησης απέναντι στην απορριπτική στάση της Ουάσιγκτον. Η ιστορική επιβεβαίωση ή διάψευση του εγχειρήματος θα εξαρτηθεί από την ικανότητα του ευρωπαϊκού παράγοντα να λειτουργήσει συλλογικά και να αξιοποιήσει το διπλωματικό κεφάλαιο που διαθέτει, όχι μόνο για τη διαχείριση κρίσεων αλλά και για την οικοδόμηση εναλλακτικών γεωπολιτικών αφηγημάτων.

 

.