Η νέα συμφωνία στην Ανατολική Μεσόγειο αποτελεί ενδεικτική περίπτωση όπου το διεθνές δίκαιο αναβαθμίζεται από απλό νομικό εργαλείο σε ουσιαστικό παράγοντα ισχύος. Η μετατόπιση αυτή έχει καθοριστική σημασία, καθώς οι περιφερειακές συνεργασίες θεσμοποιούν τη νομιμότητα και περιορίζουν την αυθαιρεσία στις διεθνείς σχέσεις.

Το διεθνές δίκαιο λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος για κράτη που επενδύουν στη θεσμική συνεργασία, καθώς δημιουργεί συνθήκες προβλεψιμότητας και ορισμένων κανόνων συμπεριφοράς. Αντίθετα, οι αναθεωρητικές πολιτικές αντιμετωπίζουν ολοένα και μεγαλύτερα θεσμικά και διπλωματικά εμπόδια, γεγονός που περιορίζει την αποτελεσματικότητά τους.

Η εξέλιξη αυτή μεταφέρει το βάρος ισχύος από την απειλή ή χρήση στρατιωτικής ισχύος στην τεχνοκρατική κατοχύρωση κυριαρχικών δικαιωμάτων, τη διπλωματία υψηλής στρατηγικής και την οικοδόμηση συνεργασιών. Η Ανατολική Μεσόγειος μεταβαίνει σε μια νέα περιφερειακή πραγματικότητα όπου οι ισορροπίες διαμορφώνονται μέσω θεσμικών μηχανισμών και όχι μέσω αναθεωρητικών πιέσεων.

Η συμφωνία Κύπρου–Λιβάνου συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετάβασης και λειτουργεί ως πρότυπο για μια νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική. Η παγίωση του νομικού κανόνα και της κυριαρχικής ισότητας αναβαθμίζει την τάξη ασφαλείας και επιτρέπει τη μετατροπή της περιφέρειας σε πεδίο σταθερότητας, ανάπτυξης και γεωοικονομικής ολοκλήρωσης.