Η ανάδειξη της Αρκτικής σε κεντρικό γεωπολιτικό πεδίο δεν μπορεί να ερμηνευθεί επαρκώς χωρίς τη συστηματική ανάλυση του ρόλου της Ρωσίας και της Κίνας. Πρόκειται για δύο δρώντες με διαφορετικά ιστορικά, γεωγραφικά και στρατηγικά χαρακτηριστικά, οι οποίοι, ωστόσο, συγκλίνουν σε μια κοινή επιδίωξη: τη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος μειωμένης δυτικής επιρροής και αυξημένου βαθμού στρατηγικής αυτονομίας έναντι του ευρωατλαντικού συστήματος ασφάλειας. Η Αρκτική λειτουργεί ως επιταχυντής αυτής της σύγκλισης, καθώς προσφέρει έναν χώρο όπου οι κανόνες δεν έχουν ακόμη πλήρως παγιωθεί και όπου η ισχύς, στρατιωτική, τεχνολογική και οικονομική, μπορεί να μεταφραστεί άμεσα σε θεσμικά και λειτουργικά πλεονεκτήματα.

Για τη Ρωσία, η Αρκτική δεν αποτελεί νέο πεδίο στρατηγικού ενδιαφέροντος, αλλά οργανικό τμήμα της κρατικής της ταυτότητας και της αντίληψης περί εθνικής ασφάλειας. Η ρωσική αρκτική ακτογραμμή, η μεγαλύτερη παγκοσμίως, προσδίδει στη Μόσχα όχι μόνο γεωγραφικό βάθος, αλλά και μια αίσθηση ιστορικής και λειτουργικής κυριαρχίας επί του βόρειου χώρου. Η μεταψυχροπολεμική περίοδος, και ιδίως η τελευταία δεκαετία, χαρακτηρίζεται από συστηματική επαναστρατιωτικοποίηση της περιοχής, με αναβάθμιση βάσεων, ανάπτυξη συστημάτων αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας, καθώς και ενίσχυση των ναυτικών και αεροπορικών δυνατοτήτων. Η Αρκτική, για τη Ρωσία, δεν είναι απλώς γραμμή άμυνας, αλλά ζώνη στρατηγικής προβολής ισχύος.

Κεντρικό στοιχείο της ρωσικής στρατηγικής αποτελεί ο έλεγχος της Βόρειας Θαλάσσιας Οδού, η οποία, λόγω της κλιματικής αλλαγής, μετατρέπεται σταδιακά σε εναλλακτική διαδρομή μεταξύ Ευρώπης και Ασίας. Η Μόσχα αντιλαμβάνεται τον έλεγχο αυτής της οδού όχι μόνο ως οικονομικό πλεονέκτημα, αλλά και ως εργαλείο γεωπολιτικής ρύθμισης της πρόσβασης τρίτων δρώντων στην Αρκτική. Μέσω νομικών, στρατιωτικών και τεχνικών μηχανισμών, η Ρωσία επιδιώκει να καθιερώσει ένα καθεστώς ελεγχόμενης διέλευσης, ενισχύοντας την εικόνα της ως αναντικατάστατου ρυθμιστή του αρκτικού χώρου.

Η Κίνα, από την άλλη πλευρά, εισέρχεται στην Αρκτική ως εξω-αρκτικός δρών, χωρίς ιστορικά ή γεωγραφικά δικαιώματα, αλλά με σαφώς προσδιορισμένες μακροπρόθεσμες φιλοδοξίες. Η αυτοχαρακτηριζόμενη ιδιότητα της «σχεδόν αρκτικής δύναμης» αποτελεί περισσότερο πολιτικό και στρατηγικό αφήγημα παρά νομικό ορισμό. Στόχος του Πεκίνου είναι η σταδιακή νομιμοποίηση της παρουσίας του σε έναν χώρο όπου η απουσία αυστηρών κανόνων διακυβέρνησης επιτρέπει τη δημιουργία τετελεσμένων μέσω επενδύσεων, επιστημονικής έρευνας και οικονομικής συνεργασίας.

Η κινεζική στρατηγική στην Αρκτική βασίζεται σε μια πολυεπίπεδη προσέγγιση γεωοικονομικής διείσδυσης. Επενδύσεις σε ενεργειακά έργα, λιμενικές υποδομές και ερευνητικούς σταθμούς συνιστούν τα πρώτα στάδια μιας διαδικασίας που αποσκοπεί στη δημιουργία φυσικής παρουσίας και δικτύων εξάρτησης. Παράλληλα, η ένταξη της Αρκτικής στον ευρύτερο σχεδιασμό του «Πολικού Δρόμου του Μεταξιού» εντάσσει τον βόρειο χώρο στη συνολική κινεζική στρατηγική αναδιάταξης των παγκόσμιων εμπορικών και ενεργειακών ροών.

Η σύγκλιση Ρωσίας και Κίνας στην Αρκτική δεν συνιστά συμμαχία με την κλασική έννοια, αλλά σχέση στρατηγικής αλληλεξάρτησης. Η Ρωσία παρέχει στην Κίνα πρόσβαση σε έναν γεωγραφικό χώρο όπου το Πεκίνο δεν θα μπορούσε να δραστηριοποιηθεί αυτόνομα, ενώ η Κίνα προσφέρει στη Ρωσία κεφάλαια, τεχνολογία και πολιτική στήριξη σε μια περίοδο αυξημένης διεθνούς απομόνωσης. Αυτή η σχέση, ωστόσο, δεν είναι απαλλαγμένη από εσωτερικές εντάσεις, καθώς τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των δύο πλευρών δεν ταυτίζονται πλήρως.

Η Ρωσία, αν και βραχυπρόθεσμα επωφελείται από τις κινεζικές επενδύσεις και τη συνεργασία, μακροπρόθεσμα ανησυχεί για τη δημιουργία ενός καθεστώτος οικονομικής εξάρτησης που θα μπορούσε να περιορίσει τη δική της αυτονομία. Η Κίνα, από την πλευρά της, αντιλαμβάνεται τη Ρωσία τόσο ως εταίρο όσο και ως ενδιάμεσο εμπόδιο προς την πλήρη εδραίωση της παρουσίας της στην Αρκτική. Αυτή η διττή αντίληψη καθιστά τη σχέση τους ταυτόχρονα συνεργατική και ανταγωνιστική.

Σε στρατιωτικό επίπεδο, η συνεργασία Ρωσίας–Κίνας στην Αρκτική παραμένει περιορισμένη και προσεκτικά ελεγχόμενη. Κοινές ασκήσεις και ανταλλαγή τεχνογνωσίας λαμβάνουν χώρα, αλλά η Ρωσία διατηρεί αυστηρό έλεγχο επί των κρίσιμων στρατιωτικών υποδομών. Η Αρκτική αποτελεί για τη Μόσχα πυλώνα της στρατηγικής αποτροπής, ιδιαίτερα όσον αφορά τις πυρηνικές της δυνατότητες, και δεν προτίθεται να μοιραστεί πλήρως αυτό το πλεονέκτημα, ακόμη και με έναν στενό στρατηγικό εταίρο.

Η αυξανόμενη δραστηριότητα Ρωσίας και Κίνας στην Αρκτική επηρεάζει άμεσα τη στρατηγική αντίληψη των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ. Η δυτική ανησυχία δεν περιορίζεται στη στρατιωτική διάσταση, αλλά και στη δημιουργία ενός εναλλακτικού πλαισίου κανόνων και πρακτικών που θα μπορούσε να υπονομεύσει τη φιλελεύθερη διεθνή τάξη. Η Αρκτική μετατρέπεται, έτσι, σε χώρο δοκιμής της ικανότητας της Δύσης να προσαρμοστεί σε ένα περιβάλλον όπου η ισχύς προηγείται του δικαίου.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η τεχνολογική διάσταση της ρωσοκινεζικής παρουσίας. Η ανάπτυξη δορυφορικών συστημάτων, υποδομών επιτήρησης και δυνατοτήτων κυβερνοεπιχειρήσεων στην Αρκτική δημιουργεί ένα περιβάλλον υψηλής στρατηγικής ευαισθησίας. Η συλλογή και επεξεργασία δεδομένων σε πραγματικό χρόνο καθίστανται κρίσιμα στοιχεία ισχύος, μεταβάλλοντας τη φύση της αποτροπής και της στρατηγικής ισορροπίας.

 Ο έλεγχος των φυσικών πόρων της Αρκτικής, και ιδιαίτερα των ενεργειακών αποθεμάτων και των σπάνιων γαιών, προσδίδει στη Ρωσία και την Κίνα πρόσθετα πλεονεκτήματα. Η δυνατότητα επηρεασμού των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού ενισχύει τη διαπραγματευτική τους ισχύ και δημιουργεί νέες μορφές εξάρτησης για τρίτες χώρες. Η Αρκτική, συνεπώς, δεν είναι απλώς στρατιωτικό ή γεωγραφικό πεδίο, αλλά κρίσιμος κόμβος της παγκόσμιας γεωοικονομίας.

Η ρωσοκινεζική δυναμική στην Αρκτική αποτυπώνει μια μεταβολή στο διεθνές σύστημα. Η συνεργασία τους δεν αποσκοπεί απαραίτητα στην άμεση ανατροπή της δυτικής ισχύος, αλλά στη σταδιακή διάβρωσή της μέσω της δημιουργίας εναλλακτικών δομών και πρακτικών. Η Αρκτική λειτουργεί ως εργαστήριο αυτής της μετάβασης, αποκαλύπτοντας τις αδυναμίες και τις προκλήσεις του σύγχρονου συστήματος διεθνούς διακυβέρνησης.

Συνεπώς,  η Αρκτική δεν είναι  ένας χώρος όπου συμπυκνώνονται οι βασικές γεωπολιτικές τάσεις: η επιστροφή του ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, η σύζευξη στρατιωτικής και οικονομικής ισχύος, και η σταδιακή υποκατάσταση των καθολικών κανόνων από λειτουργικά καθεστώτα ελέγχου. Η κατανόηση της ρωσοκινεζικής παρουσίας στην Αρκτική είναι απαραίτητη για την κατανόηση της μελλοντικής μορφής του διεθνούς συστήματος