Τα μεγάλα κόμματα της πρώιμης Μεταπολίτευσης στηρίχθηκαν σε ψηφοφόρους που εντάσσονταν σε παρατάξεις με όρους σχεδόν βιογραφικούς. Η πολιτική ταυτότητα μεταβιβαζόταν μέσα από οικογένεια, τόπο, κοινωνική τάξη, συνδικάτο, επαγγελματικό χώρο, ιστορική μνήμη και συμμετοχή σε συλλογικές δομές. Ο σημερινός ψηφοφόρος είναι πολύ πιο κινητικός, πιο δύσπιστος, πιο απαιτητικός και λιγότερο πρόθυμος να μετατρέψει την ψήφο του σε σταθερή κομματική πίστη. Αυτό σημαίνει ότι η ΕΛ.Α.Σ. δεν έχει μπροστά της μόνο πρόβλημα ανταγωνισμού με το ΠΑΣΟΚ ή τον ΣΥΡΙΖΑ. Έχει μπροστά της ένα βαθύτερο πρόβλημα πολιτικής κοινωνιολογίας: πρέπει να οικοδομήσει παράταξη σε μια κοινωνία που έχει απομακρυνθεί από την παραταξιακή ένταξη.
Η ιδρυτική διακήρυξη της ΕΛ.Α.Σ. προβάλλει έννοιες όπως αξιοπρέπεια, δικαιοσύνη, δημοκρατία, αντιμετώπιση της ακρίβειας, προστασία της εργασίας και νέο παραγωγικό μοντέλο. Πρόκειται για έννοιες με υψηλή πολιτική βαρύτητα, οι οποίες μπορούν να λειτουργήσουν ως κοινός τόπος για διαφορετικά κοινωνικά ακροατήρια. Η δυσκολία βρίσκεται στο ότι ο σημερινός ψηφοφόρος δεν αρκείται εύκολα σε γενικές αξιακές διατυπώσεις. Έχει μάθει να αντιμετωπίζει τα κόμματα με δυσπιστία, να αξιολογεί την απόσταση ανάμεσα στη διακήρυξη και στην εφαρμογή, να συγκρίνει το ηθικό λεξιλόγιο με το προσωπικό του βίωμα. Για έναν νέο ενοικιαστή, αξιοπρέπεια σημαίνει δυνατότητα στέγασης. Για έναν μισθωτό, σημαίνει εισόδημα που δεν εξανεμίζεται στα μέσα του μήνα. Για έναν μικρομεσαίο, σημαίνει φορολογική και διοικητική σταθερότητα. Για έναν συνταξιούχο, σημαίνει αγοραστική δύναμη και πρόσβαση σε υγεία. Για έναν νέο επιστήμονα, σημαίνει προοπτική εργασίας χωρίς διαρκή αναβολή ζωής.
Η ΕΛ.Α.Σ. δεν μπορεί να βασιστεί στην υπόθεση ότι οι ιστορικές αναφορές θα δημιουργήσουν αυτόματα δεσμό με αυτά τα ακροατήρια. Το ΕΑΜ, ο Λαμπράκης, η Αλλαγή, ο ΣΥΡΙΖΑ της διακυβέρνησης αποτελούν διαφορετικού τύπου συμβολικά κεφάλαια, αλλά η πολιτική κοινωνιολογία του σημερινού ψηφοφόρου απαιτεί μετάφραση. Η νεότερη γενιά δεν αισθάνεται οργανικά ενταγμένη στις μνήμες της δεκαετίας του 1960. Μεγάλο τμήμα των μεσαίων στρωμάτων δεν αντιμετωπίζει το ΠΑΣΟΚ της Αλλαγής ως άμεσο βιωματικό πρότυπο, αλλά ως ιστορικό φαινόμενο με επιτεύγματα και παθογένειες. Ο ΣΥΡΙΖΑ της περιόδου 2015-2019 προκαλεί αντιφατικές μνήμες, όχι ενιαία ταύτιση. Η ΕΛ.Α.Σ. πρέπει να καταλάβει ότι η ιστορική μνήμη μπορεί να προσθέσει βάθος, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει την κοινωνική χρησιμότητα.
Ο σημερινός ψηφοφόρος της Κεντροαριστεράς είναι συχνά άνθρωπος πολιτικά διαθέσιμος αλλά κομματικά άστεγος. Δεν είναι αναγκαστικά ενθουσιώδης. Είναι επιφυλακτικός. Μπορεί να θέλει αλλαγή κυβέρνησης, αλλά να μη γνωρίζει ποιον εμπιστεύεται για τη διακυβέρνηση. Μπορεί να απορρίπτει την κυβερνητική αυτάρκεια, αλλά να φοβάται την επιστροφή σε πειραματισμούς. Μπορεί να επιθυμεί κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά να μην αποδέχεται εύκολα νέα φορολογικά βάρη. Μπορεί να αναζητά θεσμική σοβαρότητα, αλλά να μη συγκινείται από άχρωμη διαχείριση. Αυτό το εκλογικό σώμα είναι δύσκολο, επειδή δεν παραδίδεται εύκολα. Δεν αρκεί να του δοθεί σύμβολο. Χρειάζεται να του δοθεί λόγος εμπιστοσύνης.
Το πρόβλημα για την ΕΛ.Α.Σ. είναι ότι ιδρύεται από πρόσωπο με ισχυρή αναγνωρισιμότητα αλλά και έντονο πολιτικό αποτύπωμα. Ο Τσίπρας δεν είναι άφθαρτος ηγέτης που μπορεί να διεκδικήσει εμπιστοσύνη λόγω αδοκίμαστης πρόθεσης. Έχει κυβερνήσει, έχει ηττηθεί, έχει αποχωρήσει από τον ΣΥΡΙΖΑ και επιστρέφει με νέο κόμμα. Για μέρος του εκλογικού σώματος, αυτό προσφέρει εμπειρία. Για άλλο μέρος, ανασύρει επιφυλάξεις. Η κοινωνιολογία της αποδοχής του δεν είναι ενιαία. Υπάρχουν ψηφοφόροι που τον θεωρούν τον μόνο πολιτικό με ικανότητα να ανασυγκροτήσει τον χώρο. Υπάρχουν άλλοι που βλέπουν στην ΕΛ.Α.Σ. προσπάθεια επανασυσκευασίας ενός κύκλου που δεν έχει αποτιμηθεί επαρκώς. Το κόμμα πρέπει να μιλήσει και στους δεύτερους, διότι οι πρώτοι αρκούν για εκκίνηση αλλά όχι για ηγεμονία.
Η πραγματική κοινωνική δοκιμασία θα κριθεί στα μεσαία και νεότερα στρώματα. Τα μεσαία στρώματα δεν είναι σήμερα φορείς βεβαιότητας, αλλά φορείς άγχους. Δεν αισθάνονται πάντα προνομιούχα· συχνά αισθάνονται εκτεθειμένα. Βιώνουν ακρίβεια, φορολογική πίεση, αδυναμία αποταμίευσης, υψηλό κόστος στέγης για τα παιδιά τους, ανησυχία για τις δημόσιες υπηρεσίες. Η ΕΛ.Α.Σ. πρέπει να αποφύγει την παλαιά ευκολία που αντιμετώπιζε τη μεσαία τάξη είτε ως φορέα συντήρησης είτε ως φορολογικό απόθεμα. Αν θέλει να γίνει ευρεία παράταξη, πρέπει να μιλήσει στη μεσαία τάξη ως στρώμα ανασφάλειας, όχι ως στρώμα προνομίου.
Οι νέοι ψηφοφόροι, από την άλλη, δεν έχουν ισχυρή ανοχή σε γενεαλογικές αφηγήσεις. Ζουν μέσα σε συνθήκες ακριβής κατοικίας, ασταθούς εργασίας, χαμηλών μισθών, ψυχικής πίεσης, καθυστερημένης αυτονομίας. Η ΕΛ.Α.Σ. πρέπει να τους πείσει ότι δεν ζητά απλώς να τους εντάξει σε μια παλαιότερη ιστορική αλυσίδα, αλλά να απαντήσει στα δικά τους υλικά αδιέξοδα. Η νεολαία δεν χρειάζεται συμβολική επίκληση συμμετοχής. Χρειάζεται πολιτικές για πρώτη εργασία, ενοίκιο, δεξιότητες, μισθούς, σπουδές, δημόσιες υπηρεσίες, δυνατότητα ζωής. Όποιος μιλά στη νεολαία χωρίς να αγγίζει αυτά τα πεδία απευθύνεται περισσότερο στη φαντασία του για τους νέους παρά στους ίδιους τους νέους.
Η ΕΛ.Α.Σ. έχει επομένως να αντιμετωπίσει μια κοινωνία η οποία δεν εντάσσεται εύκολα, δεν πιστεύει εύκολα και δεν συγκινείται σταθερά από την ιστορική συνέχεια. Αυτό δεν σημαίνει ότι το εγχείρημα είναι αδύνατο. Σημαίνει ότι η επιτυχία του απαιτεί κοινωνική ακρίβεια. Πρέπει να ξέρει σε ποιον μιλά, με ποια γλώσσα, για ποιο πρόβλημα και με ποια συγκεκριμένη λύση. Η γενική επίκληση της προοδευτικής παράταξης μπορεί να δημιουργήσει πλαίσιο. Η κοινωνική εμπιστοσύνη θα δημιουργηθεί μόνο αν κάθε κρίσιμο στρώμα αναγνωρίσει τον εαυτό του στο πρόγραμμα, στα πρόσωπα και στην πρακτική του κόμματος. Η ΕΛ.Α.Σ. δεν κρίνεται μόνο από το τι θέλει να εκπροσωπήσει. Κρίνεται από το αν οι ίδιοι οι πολίτες θα θεωρήσουν ότι εκπροσωπούνται.
Πρόσφατα σχόλια