Ο προοδευτικός χώρος μετά το 2023 παρουσιάζει απώλεια κεντρικής αφηγηματικής γραμμής. Ο ΣΥΡΙΖΑ, που για μία δεκαετία λειτούργησε ως ο κύριος φορέας αντιδεξιάς και αριστερής κυβερνητικής αξίωσης, δεν κατόρθωσε να επιβιώσει ως ενιαία οργανωτική και στρατηγική μορφή μετά την αποχώρηση του ηγέτη που προσωποποίησε την άνοδό του. Το ΠΑΣΟΚ, από την άλλη πλευρά, διαθέτει ιστορική διάρκεια αλλά όχι ακόμη αδιαμφισβήτητη ηγεμονία. Η ΕΛ.Α.Σ. ιδρύεται ακριβώς στο σημείο όπου η συνέχεια του ενός φορέα έχει καταρρεύσει και η συνέχεια του άλλου δεν επαρκεί για να ανασυνθέσει το σύνολο του χώρου.

Αυτό που επιχειρεί ο Τσίπρας δεν είναι απλώς η ίδρυση νέου κόμματος με εκλογική στόχευση. Είναι η επαναδιεκδίκηση του δικαιώματος να οριστεί ποια είναι σήμερα η κύρια προοδευτική αλυσίδα στην Ελλάδα. Η ΕΛ.Α.Σ. εμφανίζεται ως φορέας που θέλει να ενώσει διαφορετικά ρεύματα, αλλά η ουσία της υπόθεσης βρίσκεται στο ότι επιχειρεί να θεραπεύσει μια ασυνέχεια. Η ασυνέχεια αυτή δεν αφορά μόνο πρόσωπα και οργανώσεις. Αφορά τη μετάβαση από την αριστερή αντιμνημονιακή κινητοποίηση στην κυβερνητική εμπειρία, από εκεί στην εκλογική ήττα, από την ήττα στη διάλυση της παλαιάς κομματικής μορφής και από τη διάλυση στην ανάγκη νέας παραταξιακής συγκρότησης. Η ΕΛ.Α.Σ. δεν ξεκινά από μηδέν. Ξεκινά από συντρίμμια, μνήμες, απογοητεύσεις, προσδοκίες και ανεπίλυτες αντιφάσεις.

Σε αυτό ακριβώς βρίσκεται η δυσκολία της. Ένα κόμμα που ιδρύεται για να αποκαταστήσει συνέχεια πρέπει να εξηγήσει γιατί η προηγούμενη συνέχεια διακόπηκε. Δεν μπορεί να περιοριστεί στη διαπίστωση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν άντεξε, ούτε να παρουσιάσει την ΕΛ.Α.Σ. ως φυσικό διάδοχο χωρίς να αποτιμήσει το κόμμα από το οποίο αποσπά ουσιαστικά το ιστορικό κεφάλαιο. Ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε το όχημα της ανόδου, της διακυβέρνησης και της ήττας. Αν η ΕΛ.Α.Σ. διεκδικεί την κληρονομιά του, οφείλει να αναμετρηθεί και με την αδυναμία του να μεταβληθεί σε μαζική, σταθερή, κοινωνικά γειωμένη παράταξη. Η αποτυχία αυτή δεν ήταν περιφερειακή. Ήταν οργανωτική και στρατηγική. Ένα κόμμα που έφτασε στην εξουσία με εκλογική ταχύτητα δεν απέκτησε αντίστοιχη κοινωνική πυκνότητα· ένα κόμμα που διέθετε αρχηγική νομιμοποίηση δεν ανέπτυξε επαρκείς μηχανισμούς συλλογικής αυτονομίας.

Η ΕΛ.Α.Σ. καλείται, συνεπώς, να απαντήσει σε ένα ερώτημα που δεν μπορεί να παρακαμφθεί: πώς θα παραχθεί παράταξη εκεί όπου προηγουμένως παράχθηκε κυρίως εκλογικός συνασπισμός; Η παράταξη δεν είναι απλή διεύρυνση. Δεν είναι άθροισμα στελεχών, ούτε συγκέντρωση υπογραφών, ούτε ιδρυτική τελετουργία. Είναι σταθερή σχέση πολιτικής εκπροσώπησης, βαθύτερη από την ψήφο και ανθεκτικότερη από τη συγκυριακή δυσαρέσκεια. Προϋποθέτει τοπική παρουσία, οργανώσεις που δεν λειτουργούν διακοσμητικά, κοινωνικούς δεσμούς, πρόγραμμα που παράγεται και δεν απλώς ανακοινώνεται, εσωτερικές διαδικασίες που δημιουργούν αίσθηση συμμετοχής και πολιτική ταυτότητα που δεν εξαντλείται στο όνομα του αρχηγού.

Η αναφορά στο εύρος από το Κέντρο έως τη ριζοσπαστική Αριστερά προσδίδει στην ΕΛ.Α.Σ. φιλοδοξία, αλλά ταυτόχρονα βαθαίνει την ανάγκη αποσαφήνισης. Η συνέχεια που επιδιώκει να συγκροτήσει δεν μπορεί να είναι απλή αντιδεξιά συσπείρωση. Το Κέντρο ζητά θεσμική κανονικότητα, οικονομική σταθερότητα και προβλεψιμότητα. Η ριζοσπαστική Αριστερά ζητά αναδιανομή, κοινωνική σύγκρουση και μετασχηματισμό ισχύος. Η Κεντροαριστερά ζητά σύνθεση, αλλά η σύνθεση δεν είναι αυτονόητη· απαιτεί ιεράρχηση. Η ΕΛ.Α.Σ. πρέπει να δείξει αν θα είναι φορέας σοσιαλδημοκρατικής αναθεμελίωσης, αριστερής ανασύνταξης, αντιδεξιάς εκλογικής συσπείρωσης ή νέου παραταξιακού υβριδίου. Όσο παραμένει σε επίπεδο ευρείας πρόσκλησης, θα έχει αρχική ελκτικότητα αλλά περιορισμένη αναλυτική καθαρότητα.