Η ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ., της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, δεν αποτελεί απλώς την επάνοδο του Αλέξη Τσίπρα στην ενεργό κομματική πολιτική. Είναι η απόπειρα να δοθεί νέα οργανωτική μορφή σε ένα πρόβλημα που παρέμεινε ανεπίλυτο ήδη από την περίοδο της διακυβέρνησης και, ακόμη περισσότερο, από την εκλογική ήττα του 2019 και μετά: το πρόβλημα της συγκρότησης μιας πραγματικά ευρείας  παράταξης, ικανής να υπερβεί τα στενά όρια ενός κόμματος στελεχών και να αποκτήσει κοινωνική πυκνότητα και πειστική κυβερνητική φυσιογνωμία. Η ΕΛ.Α.Σ. εμφανίζεται με αξίωση ευρύτητας, επιδιώκοντας να καλύψει έναν χώρο που εκτείνεται από το πολιτικό Κέντρο έως τη ριζοσπαστική Αριστερά. Ακριβώς όμως αυτή η φιλοδοξία καθιστά το εγχείρημα περισσότερο απαιτητικό και λιγότερο αυτονόητο. Δεν αρκεί να υπάρξει ένα νέο όνομα, μια ιδρυτική διακήρυξη, μια δημόσια τελετουργία εκκίνησης και μια αρχηγική φυσιογνωμία με υψηλή αναγνωρισιμότητα. Μια παράταξη δεν ιδρύεται μόνο επειδή αναγγέλλεται. Συγκροτείται όταν ένα κοινωνικό αίτημα, μια ιστορική συγκυρία, μια οργανωτική μορφή και μια προγραμματική πρόταση συναντώνται με τρόπο που παράγει διάρκεια.

Η βασική δυσκολία της ΕΛ.Α.Σ. είναι ότι γεννιέται όχι μέσα σε μια καθαρή ιστορική τομή, αλλά μέσα σε μια κρίση αποτυχημένων μεταβάσεων. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να μετασχηματιστεί σε μαζική παράταξη, παρά τις προσπάθειες διεύρυνσης που έγιναν μετά το 2019. Το ΠΑΣΟΚ, αν και διατήρησε θεσμική συνέχεια και ιστορικό βάθος, δεν κατόρθωσε να κατοχυρώσει αδιαμφισβήτητη ηγεμονία ως δεύτερος πόλος εξουσίας. Τα μικρότερα σχήματα της Αριστεράς δεν απέκτησαν επαρκές κοινωνικό εύρος. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ΕΛ.Α.Σ. δεν εμφανίζεται ως φυσική συνέπεια μιας νέας κοινωνικής έκρηξης ή μιας μεγάλης θεσμικής μεταβολής, αλλά ως απάντηση στο κενό που άφησαν οι υπάρχοντες φορείς. Αυτό δεν την καθιστά εκ προοιμίου αδύναμη, αλλά την καθιστά υποχρεωμένη να αποδείξει κάτι πολύ συγκεκριμένο: ότι δεν είναι απλώς η οργανωτική έξοδος του Τσίπρα από την κρίση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά η υπέρβαση των αιτίων που κατέστησαν αυτή την κρίση αναπόφευκτη.

Η σύγκριση με το 1974 φωτίζει ακριβώς τη διαφορά ανάμεσα σε μια γενεσιουργό στιγμή και σε μια νέα κομματική πρωτοβουλία που γεννιέται από την αποσύνθεση του υπάρχοντος χώρου. Το 1974 υπήρξε η θεμελιακή στιγμή της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας. Η αποκατάσταση του κοινοβουλευτισμού, η έξοδος από τη δικτατορία, η επανένταξη αποκλεισμένων πολιτικών δυνάμεων, η ανάγκη δημοκρατικής οργάνωσης της κοινωνίας και η διεύρυνση της πολιτικής συμμετοχής δημιούργησαν τις συνθήκες μέσα στις οποίες τα νέα μαζικά κόμματα δεν ήταν απλώς εκλογικές κατασκευές, αλλά φορείς ένταξης μεγάλων κοινωνικών σωμάτων στο νέο δημοκρατικό καθεστώς. Τα κόμματα εκείνης της περιόδου απέκτησαν μαζικότητα επειδή η κοινωνία είχε ανάγκη από σταθερές συλλογικές ταυτότητες, από οργανωτική συμμετοχή, από θεσμική εκπροσώπηση, από ένταξη στο κράτος και στη δημόσια ζωή. Η κομματική μορφή εξέφραζε μια βαθιά ιστορική μετάβαση.

Η ΕΛ.Α.Σ. ιδρύεται σε εντελώς διαφορετικό χρόνο. Δεν υπάρχει καθεστωτική επανίδρυση, δεν υπάρχει κοινωνία που εισέρχεται για πρώτη φορά σε ένα νέο δημοκρατικό πλαίσιο, δεν υπάρχει αντίστοιχη ανάγκη μαζικής ένταξης αποκλεισμένων πολιτικών υποκειμένων. Υπάρχει ασφαλώς κοινωνική δυσφορία, ακρίβεια, πίεση στη μισθωτή εργασία, στεγαστική ασφυξία, δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς και κόπωση από την κυβερνητική κυριαρχία. Αυτά είναι σοβαρά υλικά πολιτικής αντιπολίτευσης. Δεν αρκούν όμως από μόνα τους για να δημιουργήσουν μαζική παράταξη. Η δυσαρέσκεια δεν είναι αυτομάτως οργάνωση. Η απογοήτευση δεν είναι ταυτότητα. Η φθορά της κυβέρνησης δεν είναι πρόγραμμα. Η αδυναμία του ΠΑΣΟΚ και η αποσύνθεση του ΣΥΡΙΖΑ εξηγούν γιατί υπάρχει χώρος για την ΕΛ.Α.Σ., αλλά δεν αποδεικνύουν ότι η ΕΛ.Α.Σ. διαθέτει ήδη το περιεχόμενο που απαιτείται για να τον καταλάβει με διάρκεια.

Η διαδρομή του ΣΥΡΙΖΑ μετά το 2019 είναι κεντρική για την κατανόηση της νέας πρωτοβουλίας. Ο Τσίπρας επιχείρησε τότε να μετατρέψει τον ΣΥΡΙΖΑ από κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε ευρύτερο προοδευτικό φορέα. Η Προοδευτική Συμμαχία, η αναζήτηση στελεχών από άλλες παραδόσεις, η στροφή προς μια πιο πλατιά αντιδεξιά και κεντροαριστερή φυσιογνωμία, όλα αυτά συγκροτούσαν προσπάθεια παραταξιακής μετάβασης. Ωστόσο, αυτή η μετάβαση έμεινε ημιτελής. Ο ΣΥΡΙΖΑ απέκτησε εκλογικό εύρος, αλλά δεν απέκτησε ανάλογη οργανωτική κοινωνικότητα. Παρέμεινε κόμμα στελεχών, όχι μαζικό κόμμα. Παρέμεινε κόμμα υψηλής αρχηγικής εξάρτησης, όχι παράταξη με αυτόνομη κοινωνική λειτουργία. Παρέμεινε κόμμα που είχε ψηφοφόρους αλλά όχι αντίστοιχη κομματική ένταξη, κοινωνικές ρίζες και μηχανισμούς αναπαραγωγής ηγεσίας. Η κρίση που ακολούθησε την παραίτηση του Τσίπρα το 2023 δεν ήταν απλώς ατυχία διαδοχής. Ήταν αποκάλυψη μιας βαθύτερης οργανωτικής αδυναμίας.

Αυτό το σημείο είναι το πιο δύσκολο για την ΕΛ.Α.Σ. Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ, με κυβερνητικό παρελθόν, κοινοβουλευτική παρουσία, μεγάλο εκλογικό ακροατήριο και την ηγεσία του ίδιου του Τσίπρα, δεν κατόρθωσε να γίνει μαζική παράταξη, το νέο κόμμα οφείλει να εξηγήσει γιατί θα επιτύχει τώρα. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ότι ο παλαιός φορέας είχε βαρίδια. Κάθε κόμμα έχει βαρίδια. Δεν μπορεί να είναι ότι οι εσωτερικές τάσεις εμπόδισαν τη διεύρυνση. Κάθε ιστορική παράταξη συγκροτείται μέσα από αντιστάσεις. Δεν μπορεί να είναι ότι το νέο σχήμα ξεκινά απαλλαγμένο από το παρελθόν. Δεν ξεκινά απαλλαγμένο, διότι ο ιδρυτής του είναι το κεντρικό πρόσωπο εκείνου του παρελθόντος. Η σοβαρή απάντηση θα ήταν να διατυπωθεί ένα νέο οργανωτικό μοντέλο: πώς θα αποκτηθούν μέλη με πραγματικό ρόλο, πώς θα δημιουργηθούν τοπικές οργανώσεις που δεν θα είναι απλές εκλογικές επιτροπές, πώς θα συνδεθεί το κόμμα με κοινωνικούς χώρους, πώς θα επιλεγούν στελέχη, πώς θα παραχθεί πρόγραμμα, πώς θα υπάρξει εσωτερική δημοκρατία χωρίς διάλυση και αρχηγική συνοχή χωρίς προσωπολατρία.

Το ζήτημα της ιστορικής γενεαλογίας προσθέτει δεύτερο επίπεδο δυσκολίας. Η ΕΛ.Α.Σ. επιχειρεί να τοποθετήσει τον εαυτό της σε μια μεγάλη αλυσίδα προοδευτικών και αριστερών αναφορών: το ΕΑΜ, τον Γρηγόρη Λαμπράκη, το ΠΑΣΟΚ της Αλλαγής, τον ΣΥΡΙΖΑ της περιόδου 2015-2019. Σε επίπεδο συμβολικής πολιτικής, αυτή η επιλογή έχει λογική. Κανένα νέο κόμμα δεν θέλει να εμφανιστεί ως απλή προσωπική κατασκευή. Χρειάζεται ρίζες, μνήμη, ηθική καταγωγή, ιστορικό βάθος. Όμως η ιστορική μνήμη δεν λειτουργεί ως άθροισμα εμβληματικών αναφορών. Δεν αρκεί να παρατεθούν μεγάλα ονόματα και μεγάλες στιγμές για να δημιουργηθεί παράδοση. Η παράδοση προϋποθέτει εσωτερική συνέχεια, μετασχηματισμό νοημάτων και καθαρή απάντηση στο τι ακριβώς μεταφέρεται από κάθε ιστορική περίοδο στο σήμερα.

Το ΕΑΜ και οι δημοκρατικοί αγώνες της μετεμφυλιακής και προδικτατορικής περιόδου φέρουν ιστορικό βάρος, αλλά δεν αποτελούν βιωματική πολιτική ταυτότητα για μεγάλο μέρος του σημερινού εκλογικού σώματος. Οι νέοι ψηφοφόροι, αλλά και πολλοί μεσήλικες ψηφοφόροι, δεν συγκροτούν την πολιτική τους συμπεριφορά μέσα από άμεση συναισθηματική σχέση με τη δεκαετία του 1960. Μπορούν να αναγνωρίσουν τη σημασία του Λαμπράκη, να σεβαστούν τη δημοκρατική μνήμη, να κατανοήσουν τη θέση της Αριστεράς στην ιστορία της χώρας, αλλά δεν ψηφίζουν κυρίως μέσα από αυτή τη μνήμη. Ψηφίζουν μέσα από την εμπειρία της εργασίας, του μισθού, του ενοικίου, της πρόσβασης σε γιατρό, της ποιότητας του σχολείου, της αίσθησης θεσμικής δικαιοσύνης, της φορολογικής πίεσης, της δυνατότητας οικογενειακού προγραμματισμού. Η ιστορία μπορεί να προσφέρει βάθος, όχι όμως να υποκαταστήσει τη σημερινή κοινωνική μετάφραση.

Η αναφορά στο ΠΑΣΟΚ της Αλλαγής είναι ακόμη πιο σύνθετη, διότι το ΠΑΣΟΚ δεν είναι νεκρή ιστορική μνήμη. Υπάρχει ως ενεργό κόμμα, διεκδικεί το ίδιο πεδίο, φέρει το όνομα, την οργανωτική συνέχεια και ένα μέρος της κοινωνικής ανάμνησης εκείνης της περιόδου. Η ΕΛ.Α.Σ. δεν μπορεί να ιδιοποιηθεί εύκολα την παράδοση της Αλλαγής χωρίς να μπει σε ανταγωνισμό μνήμης με τον φορέα που τη γέννησε. Επιπλέον, η Αλλαγή δεν ήταν αφηρημένο προοδευτικό σύνθημα. Ήταν συγκεκριμένο ιστορικό φαινόμενο κρατικής διεύρυνσης, κοινωνικής ανόδου, αναδιανομής, λαϊκής συμμετοχής και κομματικής μαζικότητας σε μια Ελλάδα που έβγαινε από άλλες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Η σημερινή Ελλάδα δεν μπορεί να αναπαράγει εκείνο το μοντέλο. Δεν έχει την ίδια δημοσιονομική ευχέρεια, την ίδια κομματική κουλτούρα, την ίδια κοινωνική σύνθεση, την ίδια σχέση πολιτών και κράτους. Επομένως, η επίκληση της Αλλαγής έχει νόημα μόνο αν μεταφραστεί σε νέο περιεχόμενο: κοινωνικό κράτος ποιότητας, παραγωγική αναβάθμιση, δίκαιη φορολογία, αξιοπρεπείς μισθούς, θεσμική λογοδοσία, προστασία της εργασίας και όχι απλή επαναφορά μιας συναισθηματικά φορτισμένης λέξης.

Η πιο δύσκολη αναφορά είναι ο ΣΥΡΙΖΑ του 2015-2019. Εδώ η ΕΛ.Α.Σ. συναντά το κεντρικό της παράδοξο. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ εκείνης της περιόδου αποτελεί θετική ιστορική καταβολή, τότε πρέπει να προσδιοριστεί ποιο είναι το θεσμικό και πολιτικό του αποτύπωμα που αξίζει να συνεχιστεί. Αν το αποτύπωμα θεωρείται επαρκές, γιατί δεν επιχειρείται η ανασυγκρότηση του φορέα που το παρήγαγε; Αν θεωρείται ανεπαρκές, γιατί εισάγεται ως ιδρυτικός κρίκος του νέου κόμματος; Αν θεωρείται αντιφατικό, τότε η νέα παράταξη οφείλει να διακρίνει με ακρίβεια τι κρατά και τι εγκαταλείπει. Δεν μπορεί να αντλεί κύρος από την εμπειρία της διακυβέρνησης και ταυτόχρονα να αποφεύγει το βάρος της αποτίμησής της. Δεν μπορεί να παρουσιάζει τον ΣΥΡΙΖΑ ως ιστορικό σταθμό και συγχρόνως να ιδρύει νέο κόμμα σαν να πρόκειται για εξωτερικό πρόβλημα. Η πολιτική μνήμη γίνεται πειστική όταν συνοδεύεται από ευθύνη. Χωρίς ευθύνη, γίνεται εργαλειακή επίκληση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ΕΛ.Α.Σ. δεν μπορεί να επιδιώξει νέα σύνθεση. Σημαίνει ότι η νέα σύνθεση πρέπει να οικοδομηθεί πάνω σε καθαρή αποτίμηση και όχι σε αδιάκριτη συρραφή συμβόλων. Το ΕΑΜ, ο Λαμπράκης, η Αλλαγή και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελούν ευθύγραμμη πορεία που οδηγεί φυσικά στην ΕΛ.Α.Σ. Αποτελούν διαφορετικές στιγμές της ελληνικής πολιτικής ιστορίας, με διαφορές, συγκρούσεις και ασυνέχειες. Μια σοβαρή παράταξη μπορεί να συνομιλήσει με αυτές τις στιγμές, όχι να τις μετατρέψει σε απλό γενεαλογικό σχήμα. Το ζητούμενο δεν είναι να εμφανιστεί η ΕΛ.Α.Σ. ως νόμιμος κληρονόμος όλων των προοδευτικών παραδόσεων, αλλά να εξηγήσει ποια σημερινή ανάγκη υπηρετεί και πώς μεταφράζει αυτές τις μνήμες σε σύγχρονη πολιτική. Η μνήμη της δημοκρατικής Αριστεράς πρέπει να γίνει θεσμική λογοδοσία. Η μνήμη της Αλλαγής πρέπει να γίνει κοινωνικό κράτος χωρίς κρατικιστική αυταπάτη. Η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να γίνει αυτοκριτική και διοικητική ωρίμανση. Διαφορετικά, η ιστορία μένει ρητορικό βάθος χωρίς οργανικό παρόν.

Η ΕΛ.Α.Σ. βρίσκεται έτσι μπροστά σε μια διπλή απαίτηση: να αποδείξει ότι μπορεί να είναι νέα και ταυτόχρονα να εξηγήσει τη σχέση της με το παλαιό. Η νεότητα δεν μπορεί να προκύψει μόνο από το νέο όνομα. Και η συνέχεια δεν μπορεί να προκύψει μόνο από ιστορικές αναφορές. Ένα κόμμα που ιδρύεται από πρώην πρωθυπουργό φέρει αναγκαστικά τη μνήμη της προηγούμενης διακυβέρνησης. Αυτή η μνήμη δεν είναι μονοσήμαντη. Περιλαμβάνει τη σταθεροποίηση μετά από μια οξεία κρίση, αλλά και τη διάψευση προσδοκιών. Περιλαμβάνει κοινωνικές παρεμβάσεις, αλλά και φορολογική επιβάρυνση μεσαίων στρωμάτων. Περιλαμβάνει θεσμική εμπειρία, αλλά και οργανωτικές αδυναμίες. Περιλαμβάνει κυβερνητική ωρίμανση, αλλά και πολιτική φθορά. Η ΕΛ.Α.Σ. δεν μπορεί να κινηθεί σαν να έχει μόνο το θετικό μέρος αυτής της κληρονομιάς. Οφείλει να αναμετρηθεί και με το δύσκολο μέρος της.

Η φιλοδοξία να εκφραστεί χώρος από το Κέντρο έως τη ριζοσπαστική Αριστερά θα δοκιμαστεί κυρίως στην πολιτική οικονομία. Το Κέντρο ζητά σταθερότητα, θεσμική σοβαρότητα, προβλεψιμότητα, αποφυγή δημοσιονομικών περιπετειών. Η ριζοσπαστική Αριστερά ζητά αναδιανομή, σύγκρουση με ανισότητες, προστασία της εργασίας, ισχυρό κοινωνικό κράτος, περιορισμό οικονομικών συγκεντρώσεων. Η σοσιαλδημοκρατική σύνθεση αυτών των απαιτήσεων δεν είναι αδύνατη, αλλά απαιτεί υψηλή προγραμματική ακρίβεια. Δεν αρκεί να υποσχεθεί κανείς και σταθερότητα και ρήξη, και Κέντρο και Αριστερά, και επενδύσεις και αναδιανομή, και κράτος και αγορά, χωρίς να εξηγήσει τις ιεραρχήσεις. Η ΕΛ.Α.Σ. θα κριθεί από το αν μπορεί να διατυπώσει πειστική πολιτική για τους μισθούς, τη φορολογία, τη στέγη, την παραγωγή, τη μικρομεσαία οικονομία, τη δημόσια υγεία, την παιδεία, την περιφέρεια και τη θεσμική λειτουργία. Χωρίς αυτό, η ευρύτητα θα μοιάζει με ασάφεια.

Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η ΕΛ.Α.Σ. μπορεί να προκαλέσει πολιτικό γεγονός. Το έχει ήδη προκαλέσει. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να παραγάγει πολιτικό σώμα. Άλλο γεγονός, άλλο κόμμα, άλλο παράταξη. Το γεγονός δημιουργείται με την ανακοίνωση. Το κόμμα δημιουργείται με οργάνωση. Η παράταξη δημιουργείται με κοινωνική διάρκεια. Ο ΣΥΡΙΖΑ απέδειξε ότι μπορεί να υπάρξει εκλογική εκτόξευση χωρίς αντίστοιχη παραταξιακή εμπέδωση. Η ΕΛ.Α.Σ. πρέπει να αποδείξει ότι έχει κατανοήσει αυτή τη διαφορά. Αν μείνει στο επίπεδο του ιδρυτικού συμβολισμού, θα αναπαραγάγει το πρόβλημα του κόμματος κορυφής. Αν επενδύσει σε βαθιά οργανωτική και κοινωνική εργασία, μπορεί να αποκτήσει προοπτική. Αυτό όμως δεν θα κριθεί στην ιδρυτική διακήρυξη. Θα κριθεί στη διάρκεια, στα πρόσωπα, στις διαδικασίες, στην ποιότητα του προγράμματος και στη σχέση με τα κοινωνικά στρώματα που σήμερα παραμένουν πολιτικά διαθέσιμα αλλά όχι κομματικά ενταγμένα.

Η πιο αυστηρή αποτίμηση είναι ότι η ΕΛ.Α.Σ. ξεκινά με πλεονεκτήματα ορατότητας και μειονεκτήματα θεμελίωσης. Το όνομα του Τσίπρα εξασφαλίζει δημοσιότητα, αρχική συσπείρωση, ενδιαφέρον και πίεση προς τους ανταγωνιστές του προοδευτικού χώρου. Δεν εξασφαλίζει όμως ιστορική νομιμοποίηση, οργανωτική μαζικότητα ή κοινωνική εμπιστοσύνη. Αυτά πρέπει να κατακτηθούν. Το κόμμα έχει ήδη ιδρυθεί· η παράταξη όμως δεν έχει ακόμη συγκροτηθεί. Η διαφορά αυτή είναι το κέντρο της υπόθεσης. Η ΕΛ.Α.Σ. θα δικαιώσει την ύπαρξή της μόνο αν αποδείξει ότι δεν είναι η συνέχεια της αποτυχίας του ΣΥΡΙΖΑ με άλλο όνομα, αλλά η κριτική υπέρβασή της. Αν δεν το αποδείξει, θα καταγραφεί ως νέα εκδοχή του ίδιου άλυτου προβλήματος: της αδυναμίας του προοδευτικού χώρου να μετατρέψει την κοινωνική δυσαρέσκεια σε μαζική, αξιόπιστη και κυβερνητικά ώριμη παράταξη.