Η ΕΛ.Α.Σ. ιδρύθηκε ως κόμμα με παραταξιακή αξίωση. Αυτό σημαίνει ότι επιδιώκει να ανασυγκροτήσει έναν ευρύτερο χώρο που σήμερα εμφανίζεται κατακερματισμένος, αμήχανος και χωρίς σαφή ηγεμονικό κέντρο. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν το νέο κόμμα θα αποκτήσει αρχική δημοσιότητα· αυτή είναι σχεδόν δεδομένη λόγω του ιδρυτή του. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να μεταβεί από το επίπεδο του κόμματος στελεχών στο επίπεδο της κοινωνικά γειωμένης παράταξης. Το κόμμα στελεχών μπορεί να εμφανιστεί γρήγορα, να οργανώσει εκστρατεία, να προσελκύσει πρόσωπα και να κινητοποιήσει ψηφοφόρους. Η παράταξη χρειάζεται διάρκεια, δεσμούς, εσωτερική ζωή, κοινωνικές ρίζες, μηχανισμούς παραγωγής πολιτικής και ικανότητα αναπαραγωγής πέρα από το ιδρυτικό πρόσωπο.

Η οργανωτική ιστορία του ΣΥΡΙΖΑ καθιστά αυτό το ζήτημα εξαιρετικά σοβαρό. Ο ΣΥΡΙΖΑ απέκτησε εκλογικό μέγεθος πολύ μεγαλύτερο από την οργανωτική του υπόσταση. Έφτασε στην εξουσία επειδή εξέφρασε μια ιστορική στιγμή κοινωνικής διαμαρτυρίας, όχι επειδή είχε ήδη συγκροτηθεί ως μαζικό κόμμα αντίστοιχο της εκλογικής του επιρροής. Μετά το 2019, όταν η πίεση της διακυβέρνησης είχε υποχωρήσει και η ανάγκη κομματικής ανασυγκρότησης ήταν εμφανής, επιχειρήθηκε διεύρυνση. Όμως η διεύρυνση έμεινε περισσότερο εκλογική και στελεχιακή παρά οργανωτικά κοινωνική. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν απέκτησε τη μαζικότητα που θα του επέτρεπε να λειτουργεί ως σταθερή παράταξη. Η κατάρρευση της συνοχής του μετά την αποχώρηση Τσίπρα επιβεβαίωσε ότι η σχέση του με την κοινωνία ήταν σε μεγάλο βαθμό διαμεσολαβημένη από την κεντρική ηγετική μορφή και από την προηγούμενη αντιμνημονιακή μνήμη.

Η ΕΛ.Α.Σ. ξεκινά, επομένως, όχι από μηδενικό σημείο, αλλά από ένα αρνητικό οργανωτικό προηγούμενο. Κληρονομεί το ερώτημα που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν απάντησε: πώς μετατρέπεται η εκλογική διαθεσιμότητα σε κομματική ένταξη; Η υπογραφή μιας διακήρυξης, η ψηφιακή εγγραφή, η συμμετοχή σε μια ιδρυτική στιγμή και η θετική προδιάθεση απέναντι στον αρχηγό δεν συνιστούν ακόμη κομματική ζωή. Η κομματική ζωή απαιτεί συμμετοχή, διαδικασίες, διαφωνία, τοπική δράση, κοινωνική εκπροσώπηση, διαμόρφωση πολιτικής, επιλογή στελεχών, συλλογική πειθαρχία και δυνατότητα λογοδοσίας. Χωρίς αυτά, το κόμμα παραμένει εκλογικός μηχανισμός. Και ο εκλογικός μηχανισμός, όσο αποτελεσματικός κι αν είναι στην αρχή, δεν παράγει παράταξη με ιστορική αντοχή.

Το δυσκολότερο σημείο είναι ότι η σημερινή εποχή δεν ευνοεί την κομματική ένταξη όπως την ευνοούσε η πρώιμη Μεταπολίτευση. Οι πολίτες δεν προσχωρούν εύκολα σε κόμματα. Δεν ταυτίζονται ισόβια. Δεν αντιλαμβάνονται την πολιτική τους επιλογή ως οικογενειακή ή ταξική συνέχεια με τον ίδιο τρόπο. Μετακινούνται, απέχουν, δοκιμάζουν, αποσύρονται, στηρίζουν πρόσωπα χωρίς να εμπιστεύονται οργανώσεις. Αυτό σημαίνει ότι η ΕΛ.Α.Σ. καλείται να χτίσει μαζικότητα σε μια εποχή απομαζικοποίησης. Καλείται να φτιάξει παράταξη σε μια κοινωνία που δυσπιστεί απέναντι στις παρατάξεις. Καλείται να παράγει συλλογική ταυτότητα σε ένα περιβάλλον όπου η πολιτική εμπειρία γίνεται ολοένα πιο ατομική, αποσπασματική και επιφυλακτική.

Η απάντηση σε αυτό δεν μπορεί να είναι απλώς ψηφιακή. Η ψηφιακή κινητοποίηση είναι αναγκαία, αλλά δεν είναι επαρκής. Μπορεί να μειώσει το κόστος συμμετοχής, να δημιουργήσει γρήγορα δίκτυα υποστήριξης, να προσφέρει άμεση επικοινωνία και να διευκολύνει την πρώτη συσπείρωση. Δεν δημιουργεί όμως από μόνη της κοινωνικό βάθος. Η πολιτική κοινωνικοποίηση χρειάζεται φυσική παρουσία, τοπικές σχέσεις, χώρους συζήτησης, εμπλοκή σε πραγματικά προβλήματα, σύνδεση με επαγγελματικές και κοινωνικές ομάδες, παρουσία στην αυτοδιοίκηση, στους χώρους εργασίας, στα πανεπιστήμια, στις γειτονιές, στην περιφέρεια. Αν η ΕΛ.Α.Σ. περιοριστεί σε ψηφιακή πλατφόρμα υποστηρικτών και κεντρική επικοινωνία, θα αναπαραγάγει την εικόνα ενός σύγχρονου αλλά επιφανειακού κόμματος κορυφής.

Η επιλογή του όρου «Συμπαράταξη» είναι οργανωτικά ενδιαφέρουσα. Δηλώνει ότι το κόμμα δεν θέλει να παρουσιαστεί ως στενός ιδεολογικός μηχανισμός, αλλά ως χώρος συνάντησης. Αυτό μπορεί να λειτουργήσει ελκυστικά για στελέχη και πολίτες που δεν θέλουν να ενταχθούν σε κλειστό κομματικό περιβάλλον. Ταυτόχρονα, όμως, η συμπαράταξη χρειάζεται κανόνες συνοχής. Όταν προσκαλούνται δυνάμεις από το Κέντρο έως τη ριζοσπαστική Αριστερά, το οργανωτικό πρόβλημα γίνεται και πολιτικό. Πώς θα λαμβάνονται αποφάσεις όταν οι μετριοπαθείς και οι ριζοσπαστικές τάσεις διαφωνούν; Ποιος θα ορίζει τη γραμμή; Πόσο χώρο θα έχουν οι εσωτερικές διαφοροποιήσεις; Θα υπάρχει συνέδριο με ουσιαστική αρμοδιότητα ή απλώς επικυρωτικές διαδικασίες; Θα μπορεί η βάση να επηρεάζει την ηγεσία ή η ηγεσία θα επικαλείται τη βάση μόνο ως αριθμητική νομιμοποίηση;

Η στελεχιακή σύνθεση θα αποτελέσει καθρέφτη του οργανωτικού χαρακτήρα. Αν η ΕΛ.Α.Σ. συγκροτηθεί κυρίως από πρώην στελέχη, επαγγελματίες της πολιτικής, πρόσωπα που μετακινούνται επειδή αναζητούν εκλογική προοπτική και μηχανισμούς που εγκαταλείπουν φθαρμένους φορείς, τότε θα είναι δύσκολο να πείσει ότι αποτελεί νέα παράταξη. Αν, αντιθέτως, εντάξει ανθρώπους με κοινωνικό κύρος, επιστημονική επάρκεια, αυτοδιοικητική εμπειρία, επαγγελματική διαδρομή, σχέση με πραγματικούς κοινωνικούς χώρους και δυνατότητα να παράγουν πολιτική πέρα από την τηλεοπτική αντιπαράθεση, τότε θα κάνει βήμα ουσιαστικής ανανέωσης. Η παράταξη δεν χτίζεται με μεταγραφές κορυφής. Χτίζεται με κοινωνική αντιπροσώπευση.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η περιφέρεια. Τα κόμματα που περιορίζονται σε κεντρικό επιτελείο, αθηναϊκούς κύκλους, επικοινωνιακά πρόσωπα και ψηφιακές καμπάνιες μπορούν να δημιουργήσουν θόρυβο, αλλά δύσκολα αποκτούν βαθύ κοινωνικό έρεισμα. Η περιφέρεια απαιτεί οργανώσεις που καταλαβαίνουν τοπικά προβλήματα: αγροτική παραγωγή, υγεία, σχολεία, μεταφορές, δημογραφική συρρίκνωση, ενεργειακές πιέσεις, τουριστική εξάρτηση, έλλειψη ευκαιριών για νέους. Αν η ΕΛ.Α.Σ. θέλει να γίνει παράταξη, πρέπει να γίνει τοπικά χρήσιμη. Να μην εμφανίζεται μόνο πριν από τις εκλογές, αλλά να παράγει λόγο και παρέμβαση για συγκεκριμένα προβλήματα. Η μαζικότητα δεν γεννιέται στο κέντρο. Γεννιέται όταν το κόμμα αποκτά νόημα στις καθημερινές ζωές των ανθρώπων.

Η ΕΛ.Α.Σ. θα πρέπει επίσης να αποφύγει την παγίδα της αρχηγικής αυτάρκειας. Ο Τσίπρας είναι το βασικό της πλεονέκτημα και ταυτόχρονα ο μεγαλύτερος οργανωτικός της κίνδυνος. Το πλεονέκτημα είναι προφανές: αναγνωρισιμότητα, εμπειρία, ικανότητα παραγωγής γεγονότος, δυνατότητα συσπείρωσης. Ο κίνδυνος είναι ότι όλα αυτά μπορεί να αναστείλουν τη συγκρότηση πραγματικού κόμματος. Όταν ο αρχηγός αρκεί για να φέρει δημοσιότητα, τα οργανωτικά ελλείμματα συγκαλύπτονται. Όταν ο αρχηγός αρκεί για να δώσει γραμμή, οι εσωτερικές διαδικασίες ατροφούν. Όταν ο αρχηγός αρκεί για να συγκρατήσει διαφορετικά ακροατήρια, η ιδεολογική αποσαφήνιση αναβάλλεται. Έτσι, το κόμμα μοιάζει ισχυρό στην αρχή, αλλά μένει εύθραυστο στη διάρκεια.

Η ουσιαστική δοκιμασία της ΕΛ.Α.Σ. είναι αν θα καταφέρει να μετατρέψει την υποστήριξη σε συμμετοχή. Η υποστήριξη είναι παθητικότερη σχέση. Ο πολίτης εγκρίνει, ψηφίζει, παρακολουθεί. Η συμμετοχή είναι βαθύτερη σχέση. Ο πολίτης εντάσσεται, συζητά, παρεμβαίνει, συνδιαμορφώνει, αισθάνεται ότι το κόμμα είναι και δικό του. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε μεγάλο πρόβλημα ακριβώς σε αυτή τη μετάβαση. Η ΕΛ.Α.Σ. ιδρύεται με τη φιλοδοξία να το λύσει, αλλά η λύση δεν θα προκύψει από τη φιλοδοξία. Θα προκύψει από θεσμική οργάνωση, κανόνες, χρόνο και πραγματική διάθεση κατανομής ισχύος.