Η αγορά εργασίας αντικατοπτρίζει τόσο τις ιστορικές και θεσμικές ιδιαιτερότητες όσο και τις σύγχρονες προκλήσεις της ελληνικής κοινωνίας. Η εργασία δεν περιορίζεται σε οικονομικό μέγεθος· συνιστά θεμέλιο του κοινωνικού συμβολαίου, άξονα κοινωνικής συνοχής, μηχανισμό δημοκρατικής νομιμοποίησης και βασικό δείκτη κοινωνικής δικαιοσύνης, καθώς καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες βιώνουν την οικονομική ασφάλεια, τη δυνατότητα προσωπικής ανάπτυξης και κοινωνικής κινητικότητας. Η διερεύνηση της ελληνικής αγοράς εργασίας απαιτεί διεπιστημονικό πρίσμα ώστε να αναδειχθούν οι διαρθρωτικές αδυναμίες, οι θεσμικές αδυναμίες, οι μεταρρυθμιστικές προκλήσεις και οι κοινωνικές συνέπειες της απασχόλησης.
Η ιστορική διαδρομή της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα εμφανίζει σαφείς ιδιομορφίες σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η καθυστερημένη εκβιομηχάνιση, η επικράτηση της μικροϊδιοκτησίας, η ανθεκτικότητα των οικογενειακών και πελατειακών σχέσεων και η υψηλή εξάρτηση από την αυτοαπασχόληση περιόρισαν τη διαμόρφωση μιας ισχυρής και μαζικής μισθωτής εργατικής τάξης. Η έλλειψη μεγάλων βιομηχανικών κλάδων και η περιορισμένη συγκέντρωση κεφαλαίου δημιούργησαν ένα κατακερματισμένο εργασιακό πεδίο, όπου οι εργαζόμενοι συχνά λειτουργούσαν υπό καθεστώς μερικής ένταξης στο τυπικό δίκαιο και εξάρτησης από άτυπες σχέσεις. Παρά τις προσπάθειες του κράτους να δημιουργήσει κορπορατιστικού τύπου μηχανισμούς συλλογικής ρύθμισης, η εφαρμογή τους παρέμενε ατελής, με περιορισμένη επιτήρηση της τήρησης των δικαιωμάτων και των συλλογικών συμβάσεων.
Στη μεταπολεμική περίοδο, η ελληνική οικονομία γνώρισε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, κυρίως στους κλάδους του τουρισμού, των κατασκευών και του εμπορίου. Ωστόσο, η απασχόληση παρέμεινε συγκεντρωμένη σε κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας και περιορισμένης σταθερότητας, χωρίς να θεμελιωθεί ένα ισχυρό και συνεκτικό μοντέλο προστασίας των εργαζομένων. Οι ανισότητες στην πρόσβαση σε σταθερή εργασία και η περιορισμένη κοινωνική κινητικότητα αποτέλεσαν μόνιμα χαρακτηριστικά, ενώ η παραοικονομία συνέχισε να επηρεάζει σημαντικό μέρος της αγοράς εργασίας.
Η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ το 1981 και η σταδιακή υιοθέτηση του ευρωπαϊκού κοινωνικού κεκτημένου εισήγαγαν σημαντικές θεσμικές βελτιώσεις. Η ισότητα των φύλων, η υγεία και η ασφάλεια στην εργασία, η ενσωμάτωση ευρωπαϊκών προτύπων στις συλλογικές συμβάσεις και η προσπάθεια θεσμικής ενίσχυσης της προστασίας των εργαζομένων αποτέλεσαν θετικά βήματα. Παρά ταύτα, η αδύναμη παραγωγική βάση και η περιορισμένη δυνατότητα ελέγχου των θεσμών κράτησαν την αγορά εργασίας ευάλωτη σε κρίσεις και αβεβαιότητα, με περιορισμένη ικανότητα διασφάλισης μακροπρόθεσμης σταθερότητας για τους εργαζόμενους.
Η δεκαετία της δημοσιονομικής κρίσης υπήρξε καθοριστική για την ανασύνθεση της αγοράς εργασίας. Οι πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης, οι μειώσεις μισθών, η απορρύθμιση των συλλογικών συμβάσεων, η αποδυνάμωση συνδικάτων και η διεύρυνση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης οδήγησαν σε εκτίναξη της ανεργίας σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Το 2013, η συνολική ανεργία ξεπέρασε το 27%, ενώ η νεανική ανεργία άγγιξε το 50%. Η μισθωτή εργασία μετατράπηκε σε καθεστώς επισφάλειας, με περιορισμένη σταθερότητα, αβεβαιότητα ως προς την αμοιβή, την ασφάλιση, την τήρηση των δικαιωμάτων και την κοινωνική προστασία. Η μαζική μετανάστευση νέων επιστημόνων και εξειδικευμένων εργαζομένων, γνωστή ως brain drain, στερεί από τη χώρα κρίσιμο ανθρώπινο κεφάλαιο, ενισχύοντας τον φαύλο κύκλο υποανάπτυξης και κοινωνικής ανισότητας.
Σήμερα αγορά εργασίας παραμένει εύθραυστη και χαρακτηρίζεται από την ευρύτατη επισφάλεια της μισθωτής εργασίας. Παρά τη μείωση της ανεργίας, η ποιότητα της απασχόλησης παραμένει χαμηλή. Οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν πολλαπλές μορφές ανασφάλειας: αβεβαιότητα ως προς τη διάρκεια της εργασίας, την αμοιβή, την τήρηση δικαιωμάτων και την πρόσβαση στην κοινωνική προστασία. Η χαμηλή συνδικαλιστική πυκνότητα, η αποδυνάμωση των συλλογικών συμβάσεων και η περιορισμένη εφαρμογή ελεγκτικών μηχανισμών καθιστούν τους εργαζόμενους ευάλωτους σε εργοδοτικές αυθαιρεσίες, καθυστερήσεις δεδουλευμένων και παραβιάσεις των εργασιακών δικαιωμάτων. Η επισφάλεια αυτή έχει πολλαπλές κοινωνικές συνέπειες, όπως η ενίσχυση της διαγενεακής ανισότητας, η περιορισμένη κοινωνική κινητικότητα και η κοινωνική απογοήτευση της νέας γενιάς.
Οι τεχνολογικές αλλαγές προσθέτουν νέα επίπεδα αβεβαιότητας. Η ψηφιοποίηση, η αυτοματοποίηση και η τεχνητή νοημοσύνη μετασχηματίζουν τη φύση των επαγγελμάτων και δημιουργούν νέες απαιτήσεις για δεξιότητες. Η ανάπτυξη πράσινων υποδομών οδηγούν σε εξαφάνιση θέσεων εργασίας σε παραδοσιακούς κλάδους και δημιουργία νέων θέσεων με εξειδικευμένα προσόντα. Χωρίς στοχευμένες πολιτικές κατάρτισης, δια βίου μάθησης και ενεργητικής απασχόλησης, οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν την αλλαγή ως νέα μορφή επισφάλειας. Η ανισότητα φύλου, η περιορισμένη στήριξη της γονεϊκότητας και η υποαπασχόληση των γυναικών ενισχύουν περαιτέρω την κοινωνική ανισότητα και την εργασιακή ευαλωτότητα.
Η μισθωτή εργασία στην Ελλάδα έχει χάσει τον ρόλο της ως μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας και δικαίου εισοδήματος. Η νέα γενιά, παρά το υψηλό μορφωτικό επίπεδο, εγκλωβίζεται σε χαμηλόμισθες θέσεις με περιορισμένες προοπτικές, ενώ οι νέοι και οι ευάλωτες κοινωνικές ομάδες πλήττονται από την επισφάλεια, την υποαπασχόληση και την αδυναμία πρόσβασης σε κοινωνική προστασία. Η κρίση της μισθωτής εργασίας είναι ταυτόχρονα οικονομική, πολιτική, κοινωνική και θεσμική, καθώς υπονομεύει τη δημοκρατική νομιμοποίηση, ενισχύει τη φτώχεια, και αποδυναμώνει την κοινωνική συνοχή.
Η ανασυγκρότηση της ελληνικής αγοράς εργασίας απαιτεί μια στρατηγική που να συνδυάζει οικονομική αποδοτικότητα με κοινωνική δικαιοσύνη και βιώσιμη ανάπτυξη. Οι βασικοί άξονες περιλαμβάνουν: αποκατάσταση της καθολικότητας των συλλογικών συμβάσεων και ενίσχυση της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης· περαιτέρω ενίσχυση κατώτατου μισθού που να διασφαλίζει αξιοπρεπές εισόδημα·μείωση του εργάσιμου χρόνου χωρίς μείωση αποδοχών· ενίσχυση ελεγκτικών μηχανισμών για την πάταξη της αδήλωτης εργασίας· ανάπτυξη ισχυρού κοινωνικού κράτους με ποιοτικές υπηρεσίες υγείας, παιδείας, στέγασης και φροντίδας· και προώθηση ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης, κατάρτισης και καινοτομίας για τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας.
Η συνέχιση του μοντέλου χαμηλών μισθών, επισφάλειας και φυγής νέων θα ενισχύσει τη διαγενεακή ανισότητα και την κοινωνική αβεβαιότητα. Αντιθέτως, η στροφή προς ένα σύστημα προστατευμένης, αξιοπρεπούς και ποιοτικής μισθωτής εργασίας μπορεί να θέσει τις βάσεις για ένα νέο παραγωγικό και κοινωνικό υπόδειγμα. Η εργασία, από ευάλωτη και επισφαλής, πρέπει να μετατραπεί σε θεμέλιο κοινωνικής δικαιοσύνης, δημοκρατίας και βιώσιμης ανάπτυξης, αντιμετωπίζοντας και περιορίζοντας αποτελεσματικά τα προβλήματα ανασφάλειας της μισθωτής εργασίας.
Πρόσφατα σχόλια