Η ελληνική θέση σε σχέση με την Τουρκία για τις θαλάσσιες ζώνες του Αιγαίου και της ανατολικής Μεσογείου βασίζεται σε μια καθαρή και νομικά τεκμηριωμένη αρχή: η διαφορά περιορίζεται αποκλειστικά στην οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) και δεν αφορά διαμοιρασμό κυριαρχίας ή μεταβίβαση δικαιωμάτων. Η σαφής αυτή προσέγγιση εδράζεται στις προβλέψεις της Σύμβασης του Δικαίου της Θάλασσας του 1982 (UNCLOS) και στην καθιερωμένη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, το οποίο διαθέτει την αποκλειστική αρμοδιότητα για την τελική επίλυση διαφορών οριοθέτησης. Η στρατηγική της Ελλάδας αποσκοπεί στην αποτροπή θερμών επεισοδίων και κρίσεων, με επίκεντρο την επιστημονική τεκμηρίωση των θαλάσσιων ζωνών, τη διπλωματική συνέπεια και την αξιοποίηση διεθνών θεσμικών μηχανισμών.
Η νομική βάση της ελληνικής στρατηγικής αναδεικνύεται μέσα από τη νομολογία του ΔΔΧ, η οποία έχει καθιερώσει κρίσιμα προηγούμενα για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών. Στην υπόθεση North Sea Continental Shelf (1969) το Δικαστήριο τόνισε ότι η οριοθέτηση πρέπει να εξασφαλίζει δίκαια και ισότιμη αντιμετώπιση, λαμβάνοντας υπόψη γεωγραφικά χαρακτηριστικά, μήκη ακτών και ιστορικά δεδομένα. Η απόφαση αυτή αποτελεί οδηγό για την Ελλάδα, καθώς επιβεβαιώνει ότι η οριοθέτηση είναι προϊόν συστηματικής ανάλυσης. Παρόμοια, στις υποθέσεις Maritime Delimitation in the Black Sea (Romania v. Ukraine, 2009) και Bangladesh v. Myanmar (2012), το Δικαστήριο τόνισε τη σημασία γεωγραφικών, νομικών και επιστημονικών παραμέτρων και την ανάγκη τεκμηρίωσης για την επίτευξη δίκαιης οριοθέτησης. Αυτά τα προηγούμενα καθορίζουν σαφή πλαίσια για την Ελλάδα, επισημαίνοντας ότι οποιαδήποτε προσφυγή στο ΔΔΧ απαιτεί ισχυρά νομικά και επιστημονικά επιχειρήματα υψηλής ποιότητας.
Η Ελλάδα μπορεί να μεγιστοποιήσει την αποτροπή μέσω μιας νομικά τεκμηριωμένης και διεθνώς αναγνωρίσιμης θέσης, διασφαλίζοντας ότι η ευθύνη της αποτροπής παραμένει στον πυρήνα της εθνικής πολιτικής. Η στρατηγική αυτή περιλαμβάνει αξιοποίηση διεθνών μηχανισμών όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα πολυμερή διπλωματικά φόρα, χωρίς όμως να μετατρέπει τα εργαλεία αυτά σε υποκατάστατο της εθνικής αυτονομίας.
Η επιστημονική τεκμηρίωση αποτελεί θεμέλιο της ελληνικής θέσης, μέσω της δημιουργίας ανεξάρτητων χαρτών υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, που λαμβάνουν υπόψη γεωλογικά στοιχεία, βάθος υφαλοκρηπίδας, ιστορικές συνθήκες και διεθνείς συνθήκες, συμπεριλαμβανομένης της Συνθήκης της Λωζάννης (1923). Η συνεχής επικαιροποίηση αυτών των δεδομένων επιτρέπει στην Ελλάδα να υποβάλλει αδιάβλητες τεκμηριωμένες θέσεις στο ΔΔΧ, εξασφαλίζοντας ότι κάθε απόφαση θα βασίζεται σε σταθερές νομικές και επιστημονικές βάσεις και ότι η Ελλάδα δεν θα βρεθεί σε μειονεκτική θέση λόγω έλλειψης στοιχείων.
Η ελληνική στρατηγική περιλαμβάνει επίσης την αξιολόγηση προηγούμενων κρίσεων από τις οποίες προκύπτει ότι η στρατιωτικοποίηση χωρίς σαφή διπλωματική στόχευση οδηγεί αναπόφευκτα σε διαπραγματεύσεις υπό δυσμενείς όρους. Η εμπειρία αυτή υπαγορεύει ότι η Ελλάδα πρέπει να διατηρεί αυστηρή διάκριση μεταξύ στρατηγικού και τακτικού επιπέδου, ώστε η πολιτική ηγεσία να καθορίζει τους στόχους και η στρατιωτική ηγεσία να υλοποιεί το σχέδιο, χωρίς να ακυρώνεται το ένα επίπεδο από το άλλο. Το μοντέλο αυτό ενισχύει την ετοιμότητα για θερμά επεισόδια, διασφαλίζοντας ότι η αποτροπή παραμένει αποτελεσματική και ότι η χώρα ενεργεί μέσα σε νομικά και στρατηγικά καθορισμένα πλαίσια.
Η ελληνική προσέγγιση, συνδυάζοντας νομική τεκμηρίωση, επιστημονική χαρτογράφηση και στρατηγική ρεαλιστική ανάλυση, επιτρέπει την αποφυγή κρίσεων και τη διασφάλιση της σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η αξιοποίηση του ΔΔΧ ως θεσμικού μηχανισμού επιβεβαιώνει ότι κάθε επίλυση διαφορών βασίζεται σε διεθνές δίκαιο και όχι σε στρατιωτικές ή μονομερείς πιέσεις, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει την ελληνική θέση στο διπλωματικό πεδίο. Η στρατηγική αυτή αποτελεί ουσιαστικά την πρακτική εφαρμογή της αρχής της προληπτικής αποτροπής, όπου η ασφάλεια και η ειρήνη διασφαλίζονται μέσω συνδυασμού νόμου, επιστήμης και διπλωματικής συνέπειας.
Η ελληνική θέση για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ με την Τουρκία αποτελεί παράδειγμα ολοκληρωμένης, ρεαλιστικής και υψηλής νομικής τεκμηρίωσης στρατηγικής. Η προσέγγιση αυτή διασφαλίζει ότι η Ελλάδα αξιοποιεί διεθνείς μηχανισμούς και παράλληλα διατηρεί πλήρη αυτονομία στην αποτροπή κρίσεων. Η συνεπής τήρηση της θέσης αυτής, υποστηριζόμενη από επιστημονικά και νομικά στοιχεία υψηλής ποιότητας, καθιστά τη χώρα ικανή να προστατεύει την κυριαρχία της και να διαχειρίζεται εν δυνάμει διαφορές με τρόπο σταθερό, μετρημένο και διεθνώς αναγνωρίσιμο.
Πρόσφατα σχόλια