Η αμερικανική στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα και η σύλληψη του εν ενεργεία προέδρου της χώρας εγείρουν μείζονα ζητήματα διεθνούς δικαίου, τα οποία υπερβαίνουν τη συγκυριακή πολιτική αντιπαράθεση και αγγίζουν τον ίδιο τον πυρήνα της διεθνούς έννομης τάξης. Η υπόθεση αυτή λειτουργεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της αυξανόμενης απόκλισης μεταξύ του τυπικού νομικού πλαισίου που διέπει τις διεθνείς σχέσεις και της πραγματικής πρακτικής των μεγάλων δυνάμεων, ιδίως υπό την πολιτική ηγεσία του Ντόναλντ Τραμπ.

Στον πυρήνα του σύγχρονου διεθνούς δικαίου βρίσκεται η αρχή της κυριαρχικής ισότητας των κρατών και η απαγόρευση της χρήσης βίας, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο Άρθρο 2§4 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Η μονομερής στρατιωτική δράση κατά κυρίαρχου κράτους επιτρέπεται μόνο υπό εξαιρετικά περιορισμένες προϋποθέσεις: είτε στο πλαίσιο νόμιμης αυτοάμυνας, είτε κατόπιν ρητής εξουσιοδότησης του Συμβουλίου Ασφαλείας. Στην περίπτωση της Βενεζουέλας, καμία από τις δύο αυτές προϋποθέσεις δεν πληρούται με τρόπο νομικά πειστικό.

Τα επιχειρήματα που επικαλέστηκε η αμερικανική πλευρά, περί εμπλοκής του καθεστώτος Μαδούρο στη διεθνή διακίνηση ναρκωτικών και περί απειλής για την αμερικανική ασφάλεια, δεν συνιστούν, βάσει της κρατούσας ερμηνείας του διεθνούς δικαίου, επαρκή λόγο ενεργοποίησης του δικαιώματος αυτοάμυνας. Η έννοια της προληπτικής ή προληπτικά διευρυμένης αυτοάμυνας παραμένει αμφισβητούμενη και δεν έχει εδραιωθεί ως εθιμικός κανόνας. Αντιθέτως, η επίκλησή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες επαναφέρει πρακτικές που είχαν εμφανιστεί κατά την περίοδο της επέμβασης στο Ιράκ το 2003, τις οποίες η διεθνής κοινότητα ουδέποτε αποδέχθηκε πλήρως ως νόμιμες.

Εξίσου προβληματική από νομική άποψη είναι η σύλληψη του αρχηγού κράτους εντός της επικράτειας του κράτους του και η μεταφορά του εκτός αυτής. Το διεθνές δίκαιο αναγνωρίζει, με βάση το εθιμικό δίκαιο και τη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου, προσωπική ασυλία ratione personae στους εν ενεργεία αρχηγούς κρατών έναντι ποινικής δίωξης από ξένα κράτη. Η παράκαμψη αυτής της αρχής δεν συνιστά απλώς παραβίαση διαδικαστικών κανόνων, αλλά ευθεία αμφισβήτηση της ίδιας της αρχής της κρατικής κυριαρχίας και της νομικής ισότητας.

Η πολιτική Τραμπ, ωστόσο, δεν συγκρούεται με το διεθνές δίκαιο λόγω άγνοιας ή παρερμηνείας, αλλά λόγω συνειδητής επιλογής. Η θεώρηση του διεθνούς συστήματος ως άναρχου πεδίου ανταγωνισμού, όπου η ισχύς προηγείται των κανόνων, οδηγεί σε μια εργαλειακή αντιμετώπιση του δικαίου: οι κανόνες εφαρμόζονται όταν εξυπηρετούν το εθνικό συμφέρον και παρακάμπτονται όταν το περιορίζουν. Σε αυτό το πλαίσιο, το διεθνές δίκαιο δεν καταργείται τυπικά, αλλά απονευρώνεται ουσιαστικά.

Η αμερικανική επέμβαση στη Βενεζουέλα εντάσσεται έτσι σε μια ευρύτερη τάση αποδιάρθρωσης της μεταπολεμικής διεθνούς έννομης τάξης. Δεν πρόκειται απλώς για μια μεμονωμένη παραβίαση, αλλά για πρακτική που, εφόσον επαναλαμβάνεται χωρίς κόστος, τείνει να μετασχηματιστεί σε de facto κανόνα συμπεριφοράς των ισχυρών. Η απουσία ουσιαστικών αντιδράσεων από τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, πλην ρητορικών τοποθετήσεων, ενισχύει την εντύπωση ότι η εφαρμογή του διεθνούς δικαίου είναι επιλεκτική και εξαρτώμενη από τον συσχετισμό ισχύος.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία επέλεξε μια στάση περιορισμένης αντίδρασης. Η επιλογή αυτή υποδηλώνει ότι, σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής ρευστότητας, ακόμη και δρώντες που θεωρητικά επενδύουν στη θεσμική νομιμότητα προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους σε ρεαλιστικούς υπολογισμούς ισχύος και εξάρτησης.

Η υπόθεση της Βενεζουέλας αναδεικνύει, τελικά, μια βαθύτερη κρίση: όχι μόνο κρίση συμμόρφωσης προς το διεθνές δίκαιο, αλλά κρίση πίστης στη λειτουργικότητά του. Η προεδρία Τραμπ επιταχύνει μια διαδικασία κατά την οποία το διεθνές δίκαιο παύει να λειτουργεί ως δεσμευτικό πλαίσιο και μετατρέπεται σε πολιτικό επιχείρημα ad hoc. Σε έναν τέτοιο κόσμο, η νομιμότητα δεν εξαφανίζεται, αλλά υποχωρεί έναντι της ισχύος, και η διεθνής τάξη μετασχηματίζεται από κανονιστική σε καθαρά στρατηγική.

Η αμερικανική επέμβαση στη Βενεζουέλα δεν αποτελεί, επομένως, απλώς ένα νομικό ζήτημα προς επίλυση, αλλά ένα προειδοποιητικό σημάδι για τη μετάβαση σε μια διεθνή πραγματικότητα όπου το δίκαιο έπεται της στρατιωτικής ισχύος.