Η διαφθορά αποτελεί θεμελιώδη παράγοντα που διαμορφώνει τη λειτουργία του Ιρανικού κράτους και επηρεάζει την οικονομική και κοινωνική κατάσταση της χώρας. Οι δομικές αδυναμίες της κρατικής μηχανής, η συγκέντρωση εξουσίας σε περιορισμένα κέντρα και η έλλειψη διαφάνειας έχουν δημιουργήσει ένα σύνθετο πλέγμα αναποτελεσματικότητας και κοινωνικής δυσαρέσκειας, με αποτέλεσμα την κλιμάκωση των μαζικών διαδηλώσεων που διατρέχουν όλη τη χώρα.
Η συγκεντρωτική δομή της ιρανικής εξουσίας, όπου ο Ανώτατος Ηγέτης διατηρεί τον τελικό έλεγχο σε όλα τα επίπεδα — από τη στρατιωτική διοίκηση και τη νομοθεσία μέχρι την οικονομική πολιτική — περιορίζει την αποτελεσματικότητα θεσμών όπως το κοινοβούλιο και οι εκλεγμένοι αξιωματούχοι. Αυτή η συγκέντρωση εξουσίας επιτρέπει την ευρεία διάχυση διαφθοράς, καθώς τα κεντρικά γραφεία ελέγχου και εποπτείας υπολειτουργούν ή ενεργούν μερικώς, συχνά υπερβαίνοντας ή αγνοώντας θεσμικούς κανόνες για τη διατήρηση ισχύος.
Η οικονομική διαχείριση είναι στενά συνδεδεμένη με θεσμικές αδυναμίες. Η κεντρική τράπεζα έχει εφαρμόσει πολιτικές περιορισμένης ρευστότητας, ελέγχου συναλλάγματος και διανομής δολαρίων σε επιλεγμένους εισαγωγείς, δημιουργώντας προνομιακές ομάδες και συστημική αδικία. Η μη διαφανής κατανομή πόρων ευνοεί πολιτικές πελατειακές σχέσεις και ενισχύει κοινωνικές ανισότητες. Οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι η αποδοτικότητα του κράτους δεν σχετίζεται με κοινωνικά κριτήρια αλλά με πολιτική αλληλεξάρτηση και προσωπικά συμφέροντα.
Η διαφθορά εμφανίζεται τόσο σε δημόσιες συμβάσεις όσο και σε στρατηγικούς τομείς, όπως η ενέργεια, οι υποδομές και οι εξαγωγές πετρελαίου. Η αδιαφάνεια και η ελλιπής λογοδοσία επιτρέπουν την υπεξαίρεση, τις υπερτιμολογήσεις και την αλλοίωση πόρων, με αποτέλεσμα την απώλεια εσόδων και την αποδυνάμωση της ικανότητας του κράτους να παρέχει δημόσια αγαθά, να σταθεροποιεί τις τιμές και να προάγει κοινωνική συνοχή.
Η θεσμική αδυναμία εμφανίζεται επίσης στον τρόπο διαχείρισης της δημόσιας ασφάλειας και της δικαιοσύνης. Οι δυνάμεις ασφαλείας λειτουργούν με υψηλό βαθμό αυτονομίας και περιορισμένη εποπτεία, ενώ τα δικαστικά σώματα χαρακτηρίζονται από περιορισμένη ανεξαρτησία. Αυτό οδηγεί σε αίσθημα ατιμωρησίας για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ενισχύει την αίσθηση κοινωνικής αδικίας, ειδικά όταν καταστολή και αυθαίρετες συλλήψεις πλήττουν τις ευάλωτες ομάδες, όπως οι γυναίκες, οι φοιτητές και οι εργαζόμενοι.
Η μαζικότητα των διαδηλώσεων, που εκτείνεται σε πάνω από 100 πόλεις και περιλαμβάνει όλες τις κοινωνικές τάξεις, δείχνει ότι η διαφθορά και η κακοδιαχείριση αποτελούν δομικά προβλήματα. Οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι η πολιτική νομιμοποίηση και η οικονομική λειτουργία του κράτους είναι αλληλένδετες και ότι οι θεσμοί δεν προστατεύουν το κοινό συμφέρον αλλά υπηρετούν ελίτ και συμφέροντα. Η αναποτελεσματικότητα των θεσμών λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής της δυσαρέσκειας και οδηγεί σε πολιτικά αιτήματα που υπερβαίνουν τις αρχικές οικονομικές ανησυχίες.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της διαφθοράς σχετίζεται με τα δημόσια έργα, όπου η έλλειψη διαφάνειας, η απουσία διαγωνισμών και η περιορισμένη εποπτεία οδηγούν σε εκτεταμένη κακοδιαχείριση κονδυλίων. Η αδυναμία ελέγχου των δημόσιων δαπανών περιορίζει τη δυνατότητα του κράτους να χρηματοδοτήσει βασικές υπηρεσίες, όπως υγεία, εκπαίδευση και κοινωνική πρόνοια, εντείνοντας τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα και ενισχύοντας την κοινωνική δυσαρέσκεια.
Η πολιτική θεωρία υπογραμμίζει ότι σε αυταρχικά καθεστώτα όπως το Ιράν, η διαφθορά δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο αλλά δομικό χαρακτηριστικό που επιτρέπει την αναπαραγωγή εξουσίας και την ενίσχυση της πελατειακής πολιτικής. Η συγκέντρωση πόρων και εξουσίας σε λίγα κέντρα οδηγεί σε μονοπωλιακή διαχείριση των δημόσιων αγαθών και περιορίζει τη δυνατότητα συλλογικής δράσης και θεσμικής λογοδοσίας.
Η αποδοτικότητα του κράτους υπονομεύεται επίσης από την πολιτική συγκέντρωση και τις εξωτερικές πιέσεις. Οι κυρώσεις και οι διεθνείς οικονομικές πιέσεις ενισχύουν την ανάγκη για κεντρικό έλεγχο και περιορισμένη διαφάνεια, γεγονός που ενισχύει τη διαφθορά και την κοινωνική δυσαρέσκεια. Η συνδυασμένη επίδραση διαφθοράς, περιορισμένης θεσμικής λειτουργίας και οικονομικής πίεσης δημιουργεί ένα εκρηκτικό περιβάλλον, στο οποίο οι κοινωνικές αντιδράσεις είναι συχνά η μόνη διαθέσιμη μορφή πολιτικής έκφρασης.
Η επιστημονική ανάλυση δείχνει ότι η θεσμική αναποτελεσματικότητα και η διαφθορά έχουν πολλαπλές συνέπειες: από την άμεση κοινωνική δυσαρέσκεια και την κλιμάκωση των διαδηλώσεων έως τη μακροπρόθεσμη υπονόμευση της νομιμοποίησης του καθεστώτος. Η αδυναμία παροχής δημόσιων αγαθών και η αίσθηση αδικίας δημιουργούν ένα φαύλο κύκλο όπου η κοινωνική πίεση αυξάνεται, η καταστολή ενισχύεται και η δυνατότητα ειρηνικής επίλυσης συγκρούσεων μειώνεται.
Η μελέτη της κρατικής αποδοτικότητας στο Ιράν δείχνει ότι η βελτίωση των θεσμών και η αντιμετώπιση της διαφθοράς είναι αναγκαία προϋπόθεση για την κοινωνική σταθερότητα και τη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη. Η θεσμική αναδιοργάνωση, η διαφάνεια στις δαπάνες και η λογοδοσία των αξιωματούχων μπορούν να μειώσουν τη δυσαρέσκεια και να ενισχύσουν τη νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας.
Η κρίση διαφθοράς και θεσμικής ανεπάρκειας δεν μπορεί να περιοριστεί σε οικονομικούς δείκτες ή μεμονωμένα περιστατικά καταστολής. Αποτελεί δομικό ζήτημα που επηρεάζει την κοινωνική συνοχή, την πολιτική σταθερότητα και την ικανότητα του κράτους να ανταποκριθεί στις ανάγκες των πολιτών. Η κατανόηση της κρίσης απαιτεί συνδυαστική ανάλυση οικονομικών, κοινωνικών και θεσμικών παραγόντων, ώστε να προταθούν βιώσιμες στρατηγικές μεταρρύθμισης και ενίσχυσης της κοινωνικής νομιμοποίησης.
Πρόσφατα σχόλια