Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 8 του γαλλικού Συντάγματος διατυπώνεται με αξιοσημείωτη συντομία: ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζει τον πρωθυπουργό. Δεν προβλέπει προηγούμενη ψήφο εμπιστοσύνης, δεν απαιτεί πρόταση από το Κοινοβούλιο, δεν καθορίζει ότι ο διοριζόμενος πρέπει να είναι βουλευτής, δεν επιβάλλει ρητή επιλογή του αρχηγού του μεγαλύτερου κόμματος και δεν καθορίζει συγκεκριμένη προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ολοκληρωθεί ο διορισμός. Επιπλέον, το άρθρο 19 κατατάσσει την πράξη αυτή μεταξύ των αυτοτελών προεδρικών αρμοδιοτήτων που δεν απαιτούν υπουργική προσυπογραφή. Από μια αποκλειστικά γραμματική ανάγνωση θα μπορούσε επομένως να συναχθεί ιδιαίτερα ευρεία προεδρική διακριτική ευχέρεια.
Η κυβέρνηση που σχηματίζεται μετά τον διορισμό του πρωθυπουργού είναι υπεύθυνη έναντι του Κοινοβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 20 και μπορεί να ανατραπεί από την Εθνοσυνέλευση μέσω των μηχανισμών των άρθρων 49 και 50. Η δυνατότητα διορισμού και η δυνατότητα κυβερνητικής επιβίωσης ανήκουν επομένως σε διαφορετικούς θεσμικούς πόλους. Ο Πρόεδρος επιλέγει και διορίζει· η Εθνοσυνέλευση διαθέτει τα μέσα να καταστήσει αυτή την επιλογή πολιτικά μη βιώσιμη.
Αυτή η κατανομή δημιουργεί μία από τις πιο κομψές αλλά και πιο περίπλοκες ισορροπίες της Πέμπτης Δημοκρατίας. Ο διορισμός του πρωθυπουργού είναι νομικά προεδρική αρμοδιότητα, αλλά η αποτελεσματική άσκησή της είναι πολιτικά συνδεδεμένη με τη σύνθεση της Εθνοσυνέλευσης. Όταν υπάρχει σταθερή και σαφής κοινοβουλευτική πλειοψηφία αντίθετη προς τον Πρόεδρο, η δυνατότητα επιλογής περιορίζεται δραστικά. Η επίσημη γαλλική ανάλυση της συγκατοίκησης επισημαίνει ότι ο Πρόεδρος οφείλει τότε πρακτικά να επιλέξει πρωθυπουργό από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, διαφορετικά η κυβέρνηση που θα σχηματιζόταν θα ήταν άμεσα εκτεθειμένη σε πρόταση μομφής.
Η υποχρέωση αυτή είναι περισσότερο πολιτικοσυνταγματική παρά γραμματικά ρητή. Το άρθρο 8 δεν γράφει ότι «ο Πρόεδρος διορίζει τον αρχηγό της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας». Το σύστημα πολιτικής ευθύνης, όμως, δημιουργεί ένα λειτουργικό όριο στην προεδρική επιλογή. Η εξουσία διορισμού πρέπει να ασκείται κατά τρόπο που να επιτρέπει τη συγκρότηση κυβέρνησης ικανής να επιβιώσει απέναντι στην Εθνοσυνέλευση. Η αρχή αυτή προκύπτει από τη συνολική δομή του κοινοβουλευτικού συστήματος και όχι από μία μεμονωμένη φράση του άρθρου 8.
Οι τρεις περίοδοι συγκατοίκησης επιβεβαίωσαν με εντυπωσιακή σαφήνεια αυτή τη λογική. Το 1986 ο François Mitterrand παρέμεινε Πρόεδρος, αλλά η νίκη της Δεξιάς στις βουλευτικές εκλογές τον οδήγησε στον διορισμό του Jacques Chirac. Το 1993 ο ίδιος Πρόεδρος διόρισε τον Édouard Balladur μετά τη νέα νίκη της Δεξιάς, ενώ το 1997 ο Jacques Chirac αναγκάστηκε να διορίσει τον Lionel Jospin μετά τη νίκη της Αριστεράς στις εκλογές που ο ίδιος είχε προκαλέσει με τη διάλυση της Εθνοσυνέλευσης. Η συνταγματική αρμοδιότητα παρέμεινε στα χέρια του Προέδρου· η πολιτική ουσία της επιλογής καθορίστηκε από την κοινοβουλευτική αριθμητική.
Η κατάσταση αλλάζει δραστικά όταν ο Πρόεδρος διαθέτει σαφή πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση. Σε αυτή την περίπτωση η επιλογή του πρωθυπουργού είναι πολύ ελεύθερη. Ο Πρόεδρος μπορεί να επιλέξει ηγετική κομματική προσωπικότητα, τεχνοκράτη, στενό πολιτικό συνεργάτη ή πρόσωπο που θεωρεί κατάλληλο για συγκεκριμένη φάση της προεδρικής θητείας. Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, στον βαθμό που οργανώνεται πολιτικά γύρω από τον Πρόεδρο, καθιστά τον διορισμό ουσιαστικά ασφαλή. Το πρωθυπουργικό αξίωμα αποκτά τότε περισσότερο χαρακτήρα προεδρικής επιλογής παρά αποτελέσματος αυτόνομης κοινοβουλευτικής διαπραγμάτευσης.
Η απουσία υποχρεωτικής αρχικής ψήφου εμπιστοσύνης ενισχύει αυτή την ιδιομορφία. Σε αρκετά κοινοβουλευτικά συστήματα, ο αρχηγός της κυβέρνησης πρέπει να λάβει θετική επενδυτική ψήφο πριν αναλάβει πλήρως τα καθήκοντά του. Η Πέμπτη Δημοκρατία δεν απαιτεί μια τέτοια τυπική διαδικασία. Η προεδρική πράξη διορισμού αρκεί για την ανάληψη του αξιώματος. Το Κοινοβούλιο διαθέτει αρνητικό μηχανισμό ελέγχου μέσω της δυνατότητας πρότασης μομφής. Η δομή αυτή μεταφέρει την αρχική θεσμική πρωτοβουλία στον Πρόεδρο και το δικαίωμα αντίδρασης στην Εθνοσυνέλευση.
Το σύστημα λειτουργεί εξαιρετικά απλά όταν υπάρχει πλειοψηφία. Η πραγματική του πολυπλοκότητα εμφανίζεται σε κατακερματισμένη Εθνοσυνέλευση χωρίς σταθερό πλειοψηφικό μπλοκ. Στην περίπτωση αυτή, κανένας πολιτικός σχηματισμός δεν μπορεί να διεκδικήσει αυτόματα το δικαίωμα να επιβάλει πρωθυπουργό, ενώ ο Πρόεδρος αποκτά ευρύτερο πεδίο αναζήτησης προσώπου που θα μπορεί να εξασφαλίσει ανοχή ή τουλάχιστον να αποφύγει την άμεση ανατροπή.
Η κρίση του 2024 ανέδειξε ακριβώς αυτή τη συνταγματική ζώνη αβεβαιότητας. Η Εθνοσυνέλευση που προέκυψε από τις πρόωρες εκλογές δεν παρήγαγε απόλυτη πλειοψηφία, και η διαδικασία διορισμού πρωθυπουργού διήρκεσε ασυνήθιστα μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι σχετικές κοινοβουλευτικές εργασίες κατέγραψαν ότι το άρθρο 8 δεν θέτει συγκεκριμένο χρονικό όριο για την άσκηση της αρμοδιότητας, ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίστηκε ότι ο Πρόεδρος δεν μπορεί επ’ αόριστον να αφήσει το κράτος χωρίς κανονικά σχηματισμένη κυβέρνηση.
Η κατάσταση αυτή έφερε το άρθρο 8 σε άμεση σχέση με το άρθρο 5. Η προεδρική ελευθερία επιλογής πρέπει να ασκείται κατά τρόπο συμβατό με την υποχρέωση εξασφάλισης της ομαλής λειτουργίας των δημόσιων εξουσιών και της συνέχειας του κράτους. Η απουσία ρητής προθεσμίας δεν μετατρέπει την αρμοδιότητα σε δικαίωμα αόριστης αναβολής. Πρόκειται για δεσμευμένη θεσμική αποστολή ως προς το αποτέλεσμα — το κράτος χρειάζεται πρωθυπουργό και κυβέρνηση — αλλά με ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τον ακριβή πολιτικό τρόπο επίτευξης του αποτελέσματος.
Εξίσου σημαντικό είναι ότι το γαλλικό Σύνταγμα δεν θεσπίζει αρχή σύμφωνα με την οποία ο πρωθυπουργός πρέπει αυτομάτως να προέρχεται από το κόμμα που κατέλαβε τις περισσότερες έδρες. Στα συστήματα αναλογικής ή κατακερματισμένης αντιπροσώπευσης, το μεγαλύτερο κόμμα μπορεί να μην έχει δυνατότητα συγκρότησης βιώσιμης πλειοψηφίας. Η συνταγματική λογική επικεντρώνεται περισσότερο στη δυνατότητα κυβερνητικής επιβίωσης έναντι της Εθνοσυνέλευσης παρά στη μηχανική εφαρμογή του κανόνα «πρώτο κόμμα – πρωθυπουργία».
Η διάκριση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε περιόδους τριπολικής ή πολυπολικής κομματικής δομής. Ο Πρόεδρος μπορεί να αναζητήσει πρόσωπο το οποίο δεν αποτελεί αρχηγό του ισχυρότερου επιμέρους σχηματισμού αλλά είναι ικανό να οικοδομήσει ευρύτερη κοινοβουλευτική ανοχή. Η δυνατότητα αυτή αποτελεί συνέπεια του γαλλικού μοντέλου «αρνητικού κοινοβουλευτισμού»: η κυβέρνηση δεν χρειάζεται πάντοτε να αποδείξει εκ των προτέρων ότι διαθέτει απόλυτη θετική πλειοψηφία· χρειάζεται πρωτίστως να αποφύγει τη συγκρότηση απόλυτης πλειοψηφίας εναντίον της.
Η προεδρική αρμοδιότητα επομένως είναι ευρεία, αλλά η ελευθερία της είναι κυμαινόμενη. Με σταθερή προεδρική πλειοψηφία, πλησιάζει σε πραγματική πολιτική επιλογή. Με σαφή αντίπαλη πλειοψηφία, περιορίζεται σχεδόν σε τυπική επικύρωση της κοινοβουλευτικής πραγματικότητας. Με κατακερματισμένη Εθνοσυνέλευση, επανέρχεται ως ουσιαστική διαμεσολαβητική εξουσία.
Η μεταβλητότητα αυτή δείχνει πόσο στενά συνδέεται το άρθρο 8 με τη φύση ολόκληρης της Πέμπτης Δημοκρατίας. Το Σύνταγμα δεν επιλέγει αποκλειστικά ούτε το προεδρικό ούτε το κοινοβουλευτικό μοντέλο σχηματισμού κυβέρνησης. Τοποθετεί την αρχική πράξη στα χέρια του Προέδρου αλλά αφήνει την τελική πολιτική βιωσιμότητα στην Εθνοσυνέλευση. Η διαδικασία διορισμού αποτελεί έτσι θεσμικό σημείο συνάντησης της προεδρικής και της κοινοβουλευτικής νομιμοποίησης.
Η ουσία της εξουσίας διορισμού του πρωθυπουργού βρίσκεται τελικά σε αυτή την ακριβή ισορροπία. Ο Πρόεδρος διαθέτει αυτοτελή νομική αρμοδιότητα επιλογής, όχι κυριαρχικό δικαίωμα αγνόησης της κοινοβουλευτικής πραγματικότητας. Η Εθνοσυνέλευση δεν διορίζει τον πρωθυπουργό, αλλά διαθέτει την πολιτική δύναμη να καταστήσει έναν προεδρικό διορισμό ανεφάρμοστο. Το άρθρο 8 δημιουργεί έτσι έναν θεσμικό μηχανισμό στον οποίο η τυπική πρωτοβουλία ανήκει στον Πρόεδρο και η πραγματική διάρκεια της επιλογής εξαρτάται από τη δυνατότητα συνύπαρξής της με το κοινοβουλευτικό σύστημα.
Πρόσφατα σχόλια