Η παρούσα ευρωπαϊκή συγκυρία δεν μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς αν αντιμετωπιστεί ως πρόσκαιρη ανωμαλία ή ως ακόμη ένα επεισόδιο μεταβλητότητας σε μια κατά βάση σταθερή ιστορική τροχιά. Η βαθύτερη αλήθεια είναι ότι η σημερινή κατάσταση αναδεικνύει ξανά ένα διαχρονικό στοιχείο της ευρωπαϊκής οικονομικής ύπαρξης: τη μόνιμη εξάρτησή της από εύθραυστες εξωτερικές ισορροπίες και από πολύπλοκες εσωτερικές συναινέσεις που συχνά εμφανίζονται ανθεκτικές μόνο υπό συνθήκες ομαλότητας. Για μεγάλο διάστημα, ιδίως μετά την εμβάθυνση της οικονομικής ολοκλήρωσης και τη θεσμική εδραίωση του κοινού νομίσματος, κυριάρχησε η αντίληψη ότι η Ευρώπη είχε εισέλθει σε μια ώριμη φάση σταθερότητας, όπου οι μεγάλες οικονομικές μεταβλητές θα κινούνταν εντός διαχειρίσιμων ορίων και οι κρίσεις θα μπορούσαν να αφομοιώνονται χωρίς να τίθενται σε αμφισβήτηση οι θεμελιώδεις προϋποθέσεις της συνοχής. Όμως η πραγματικότητα των τελευταίων ετών, και ιδίως η σημερινή ένταση, υποδεικνύει ότι αυτή η αίσθηση σταθερότητας υπήρξε σε σημαντικό βαθμό προϊόν ενός ευνοϊκότερου διεθνούς περιβάλλοντος και όχι ένδειξη οριστικής υπέρβασης των παλαιών ευρωπαϊκών ευαλωτοτήτων.
Η ευρωπαϊκή οικονομία παραμένει, στη βαθύτερη δομή της, μια οικονομία υψηλής θεσμικής οργάνωσης αλλά περιορισμένης στρατηγικής αυτάρκειας. Αυτό σημαίνει ότι η αποτελεσματικότητά της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ομαλή λειτουργία ενός εξωτερικού περιβάλλοντος το οποίο η ίδια δεν ελέγχει πλήρως. Η ευρωπαϊκή ευημερία οικοδομήθηκε ιστορικά στη σύνδεση ανάμεσα στην εσωτερική κανονιστική σταθερότητα και στην εξωτερική δυνατότητα πρόσβασης σε αγορές, πρώτες ύλες, ενέργεια, χρηματοδότηση και διεθνείς ροές εμπορίου υπό σχετικά προβλέψιμους όρους. Όταν αυτή η σύνδεση διαταράσσεται, η ήπειρος αναγκάζεται να αναμετρηθεί ξανά με το ερώτημα αν η θεσμική της πυκνότητα αρκεί από μόνη της για να αντισταθμίσει την περιορισμένη της υλική αυτονομία. Η σημερινή πίεση, επομένως, δεν αποκαλύπτει απλώς τη δυσκολία διαχείρισης μιας δυσμενούς συγκυρίας, αλλά την επιβίωση ενός ιστορικού μοτίβου: η Ευρώπη γίνεται ισχυρή όταν λειτουργεί εντός σταθερού εξωτερικού πλαισίου, αλλά αποδεικνύεται περισσότερο τρωτή όταν το εξωτερικό αυτό πλαίσιο μετατρέπεται σε παράγοντα μόνιμης αστάθειας.
Το γεγονός αυτό καθιστά αναγκαία μια ιστορικότερη ανάγνωση της παρούσας συγκυρίας. Οι σημερινές πιέσεις δεν είναι απλώς οικονομικές· είναι συμπύκνωση μιας βαθύτερης ασυμφωνίας ανάμεσα στο εύρος των ευρωπαϊκών φιλοδοξιών και στα πραγματικά μέσα αυτάρκειας που διαθέτει η ήπειρος. Η Ευρώπη θέλει να είναι ταυτόχρονα χώρος υψηλής κοινωνικής προστασίας, προηγμένης βιομηχανικής και τεχνολογικής δραστηριότητας, δημοσιονομικής αξιοπιστίας, πράσινης μετάβασης, χαμηλού πολιτικού κινδύνου και διεθνούς στρατηγικής επιρροής. Όμως κάθε ένα από αυτά τα στοιχεία προϋποθέτει σταθερές και συχνά ακριβές υποδομές ισχύος. Όταν αυτές οι υποδομές γίνονται ακριβότερες, πιο αβέβαιες ή πιο εξαρτημένες από εξωτερικούς παράγοντες, τότε οι στόχοι αυτοί παύουν να συνυπάρχουν αβίαστα. Η Ευρώπη βρίσκεται τότε αντιμέτωπη με την ανάγκη ιεράρχησης, και ακριβώς αυτή η ανάγκη είναι εκείνη που αποκαλύπτει το πόσο εύθραυστη παραμένει η μεταπολεμική και μεταψυχροπολεμική της υπόθεση περί σταθερής προόδου.
Η ευθραυστότητα αυτή γίνεται ακόμη πιο ορατή επειδή η Ευρώπη έχει επενδύσει πολιτικά και πολιτισμικά στην ιδέα ότι η οικονομική διακυβέρνηση μπορεί να υποκαταστήσει σε μεγάλο βαθμό την κλασική λογική της ισχύος. Η εμπιστοσύνη στους κανόνες, στις αγορές, στη θεσμική συνεργασία και στην τεχνοκρατική οργάνωση λειτούργησε επί δεκαετίες ως βασικός άξονας του ευρωπαϊκού πολιτικού πολιτισμού. Ωστόσο, σε εποχές έντασης, επανέρχεται με εμφατικό τρόπο το γεγονός ότι οι κανόνες αποδίδουν στο μέτρο που υποστηρίζονται από υλική, ενεργειακή, βιομηχανική και χρηματοπιστωτική αντοχή. Όταν αυτή η υλική βάση αποδυναμώνεται ή γίνεται αβέβαιη, η τεχνοκρατική αυτοπεποίθηση υποχωρεί και η διακυβέρνηση αρχίζει να αποκαλύπτει τα όριά της. Η σημερινή συγκυρία δεν αναιρεί τη σημασία των ευρωπαϊκών θεσμών, αλλά υποχρεώνει σε μια πιο νηφάλια αποτίμηση της πραγματικής τους εμβέλειας. Δεν αρκεί να υπάρχουν κανόνες σταθερότητας· απαιτούνται και συνθήκες εντός των οποίων η τήρησή τους δεν συνεπάγεται διαρκή κοινωνική και παραγωγική φθορά.
Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της ανθεκτικότητας πρέπει να αναγνωσθεί εκ νέου όχι ως διαχειριστική ικανότητα, αλλά ως ιστορική δυνατότητα αναπαραγωγής της ευρωπαϊκής σταθερότητας υπό δυσμενέστερους όρους. Η πραγματική δοκιμασία δεν είναι αν η Ευρώπη μπορεί να απορροφήσει έναν ακόμη κραδασμό, αλλά αν μπορεί να συντηρήσει το μοντέλο της όταν οι κραδασμοί παύουν να είναι εξαιρέσεις και γίνονται σχεδόν μόνιμος ορίζοντας. Αυτό απαιτεί λιγότερη αυταρέσκεια και περισσότερη ιστορική αυτογνωσία. Απαιτεί αναγνώριση ότι η ήπειρος εισέρχεται πιθανώς σε εποχή μεγαλύτερου κόστους, στενότερων περιθωρίων και σκληρότερων επιλογών, στην οποία η προηγούμενη βεβαιότητα περί σχεδόν αυτόματης σταθερότητας δεν είναι πλέον διαθέσιμη. Η ευρωπαϊκή ευθραυστότητα, επομένως, δεν πρέπει να θεωρείται ατύχημα. Είναι στοιχείο της ιστορικής της θέσης στον κόσμο, και μόνο εάν αναγνωριστεί ως τέτοιο μπορεί να αντιμετωπιστεί με σοβαρότητα.
Από αυτή την οπτική, το ουσιαστικό ζητούμενο για την Ευρώπη δεν είναι μόνο η διαχείριση του τρέχοντος κύματος πίεσης, αλλά η μετάβαση από μια οικονομική κουλτούρα βασισμένη στην παραδοχή της σταθερότητας σε μια οικονομική κουλτούρα βασισμένη στην επίγνωση της ευαλωτότητας. Η αλλαγή αυτή είναι βαθιά, διότι επηρεάζει όχι μόνο τις πολιτικές αποφάσεις, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η ήπειρος κατανοεί τη θέση της. Μια Ευρώπη που θα συνεχίσει να σκέφτεται τον εαυτό της σαν να βρίσκεται ακόμη σε περιβάλλον χαμηλού στρατηγικού κόστους, υψηλής εξωτερικής προβλεψιμότητας και σχεδόν φυσικής ασφάλειας, θα αντιδρά διαρκώς ανεπαρκώς. Αντίθετα, μια Ευρώπη που θα αποδεχθεί ότι η ευημερία της δεν είναι πια αυτονόητη και ότι η οικονομική της σταθερότητα απαιτεί περισσότερο βάθος ισχύος και λιγότερες βεβαιότητες, έχει πιθανότητες να οικοδομήσει μια πιο ώριμη μορφή συλλογικής αντοχής.
Πρόσφατα σχόλια