Η Ευρωπαϊκή Ένωση υπήρξε ίσως ο μεγαλύτερος ωφελημένος της αμερικανικής ηγεμονίας, καθώς η ύπαρξη ενός εξωτερικού εγγυητή ασφάλειας της επέτρεψε να οικοδομήσει ένα πρωτόγνωρο μεταεθνικό εγχείρημα βασισμένο στην οικονομική ολοκλήρωση, τη θεσμική κανονιστικότητα και την αποφυγή της σκληρής ισχύος. Η μετάβαση σε έναν μετα-ηγεμονικό κόσμο, ωστόσο, αποκαλύπτει τα όρια αυτού του μοντέλου.

Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θεμελιώθηκε στην παραδοχή ενός ευνοϊκού διεθνούς περιβάλλοντος, όπου η ασφάλεια, η ελευθερία των θαλασσών και η σταθερότητα του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος θεωρούνταν δεδομένες. Η Pax Americana λειτούργησε ως εξωτερικό πλαίσιο σταθερότητας, επιτρέποντας στην Ευρώπη να αναπτύξει ισχυρή κανονιστική ισχύ χωρίς την ανάγκη αντίστοιχης στρατιωτικής ή γεωπολιτικής εμβέλειας. Η αποδυνάμωση αυτού του πλαισίου φέρνει την Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμέτωπη με την ανάγκη στρατηγικής αναθεώρησης.

Η έννοια της στρατηγικής αυτονομίας αναδύεται ως απάντηση σε αυτή την πρόκληση. Ωστόσο, η στρατηγική αυτονομία παραμένει περισσότερο πολιτικό αφήγημα παρά επιχειρησιακή πραγματικότητα. Η έλλειψη ενιαίας εξωτερικής πολιτικής, οι αποκλίνουσες απειλητικές αντιλήψεις μεταξύ των κρατών-μελών και η εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες σε κρίσιμους τομείς ασφάλειας περιορίζουν την ικανότητα της Ευρώπης να λειτουργήσει ως αυτόνομος γεωπολιτικός δρών.

Η ρωσική αναθεωρητική πολιτική κατέδειξε με ωμό τρόπο τα όρια της ευρωπαϊκής στρατηγικής κουλτούρας. Η επιστροφή του πολέμου υψηλής έντασης στην ευρωπαϊκή ήπειρο υποχρέωσε την Ένωση να επανεξετάσει θεμελιώδεις παραδοχές περί ασφάλειας και ισχύος. Παρά την ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας και την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται δομικά από το ΝΑΤΟ και, κατ’ επέκταση, από την αμερικανική στρατηγική βούληση.

 H Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει έναν διπλό περιορισμό. Από τη μία πλευρά, η ενεργειακή εξάρτηση και οι ευάλωτες εφοδιαστικές αλυσίδες υπονομεύουν την οικονομική της ασφάλεια. Από την άλλη, η υστέρηση σε κρίσιμες τεχνολογίες περιορίζει την ικανότητά της να ανταγωνιστεί τόσο τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και την Κίνα. Η γεωοικονομία καθίσταται έτσι πεδίο στρατηγικής ευπάθειας, παρά εργαλείο ισχύος.

Η Ευρώπη καλείται να λειτουργήσει σε έναν κόσμο όπου οι κανόνες δεν είναι πλέον δεδομένοι και η κανονιστική ισχύς δεν επαρκεί για την προάσπιση συμφερόντων. Η μετάβαση από τον κανονιστικό ιδεαλισμό σε έναν πιο ρεαλιστικό στρατηγικό προσανατολισμό αποτελεί αναγκαία, αλλά πολιτικά δύσκολη προσαρμογή. Το ερώτημα δεν είναι αν η Ευρώπη επιθυμεί να καταστεί γεωπολιτικός δρών, αλλά αν διαθέτει τη θεσμική συνοχή και την πολιτική βούληση για να το επιτύχει.

Συμπερασματικά, η Ευρώπη σε έναν μετα-ηγεμονικό κόσμο βρίσκεται σε στρατηγικό μεταίχμιο. Η αποδυνάμωση της Pax Americana αφαιρεί το εξωτερικό στήριγμα πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η ευρωπαϊκή σταθερότητα, χωρίς να έχει ακόμη αναδειχθεί ένα εναλλακτικό πλαίσιο ασφάλειας. Η εξέλιξη αυτή καθιστά το ευρωπαϊκό εγχείρημα περισσότερο γεωπολιτικό από ποτέ, αλλά και περισσότερο ευάλωτο στις αντιφάσεις του.