Η συζήτηση περί της ισορροπίας ισχύος στην Ευρώπη και της μορφής που θα είχε το διεθνές σύστημα εάν η Ουκρανία είχε επιλέξει ή είχε εξαναγκασθεί σε καθεστώς ουδετερότητας και «φινλανδοποίησης» αποτελεί ένα από τα πλέον καίρια ζητήματα της σύγχρονης γεωπολιτικής ανάλυσης. Η έννοια της φινλανδοποίησης, η οποία προέρχεται από την εμπειρία της Φινλανδίας κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, αναφέρεται σε μια κατάσταση κατά την οποία ένα κράτος διατηρεί την τυπική του ανεξαρτησία, αλλά περιορίζει την εξωτερική του πολιτική ώστε να μην έρχεται σε αντίθεση με τα στρατηγικά συμφέροντα μιας ισχυρότερης γειτονικής δύναμης. Η εφαρμογή ενός τέτοιου μοντέλου στην περίπτωση της Ουκρανίας θα είχε επιφέρει σημαντικές συνέπειες τόσο για την περιφερειακή ασφάλεια της Ευρώπης όσο και για τη διαμόρφωση της διεθνούς τάξης.
Αν η Ουκρανία είχε παραμείνει ουδέτερη, αποφεύγοντας την επιδίωξη ένταξης σε θεσμούς όπως το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ρωσία θα είχε εξασφαλίσει μια κρίσιμη «ζώνη ασφαλείας» στα δυτικά της σύνορα. Η Μόσχα αντιλαμβάνεται την επέκταση του ΝΑΤΟ ως άμεση απειλή, και συνεπώς μια ουδέτερη Ουκρανία θα λειτουργούσε ως buffer zone, περιορίζοντας την αίσθηση περικύκλωσης που έχει διαμορφωθεί στη ρωσική στρατηγική σκέψη. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ρωσία θα είχε επιτύχει έναν γεωπολιτικό στόχο υψηλής σημασίας χωρίς την ανάγκη στρατιωτικής σύγκρουσης, ενώ η Δύση θα αναγκαζόταν να αναγνωρίσει σιωπηρά τα όρια της επιρροής της. Η ευρωπαϊκή ασφάλεια θα ήταν πιο προβλέψιμη, με μειωμένο κίνδυνο άμεσης αντιπαράθεσης.
Ωστόσο, η δυναμική ενός τέτοιου μοντέλου θα εξαρτιόταν από την ικανότητα της Ουκρανίας να συντηρήσει εσωτερική συνοχή και θεσμική σταθερότητα. Η χώρα, με έντονες γλωσσικές και πολιτισμικές διαιρέσεις, καθώς και με βαθιά ριζωμένες τάσεις προσανατολισμού προς τη Δύση σε τμήματα του πληθυσμού, δύσκολα θα μπορούσε να αποδεχθεί μια «δεύτερη κατηγορία» κυριαρχίας. Η φινλανδοποίηση υπήρξε βιώσιμη στη Φινλανδία διότι συνοδεύτηκε από κοινωνική συναίνεση και διεθνή αποδοχή, κάτι που στην Ουκρανία δε θα ήταν εύκολα επιτεύξιμο.
Η ιστορική εμπειρία της Ευρώπης παρέχει πολλαπλά παραδείγματα ουδετερότητας που μπορούν να φωτίσουν τις πιθανές εκδοχές μιας ουδέτερης Ουκρανίας. Η Αυστρία, μετά το 1955, καθιέρωσε μόνιμη ουδετερότητα, λειτουργώντας ως σταθεροποιητικός παράγοντας στην κεντρική Ευρώπη. Κατάφερε να ενσωματωθεί οικονομικά με τη Δύση, ενώ απέφυγε να καταστεί πεδίο σύγκρουσης Ανατολής-Δύσης. Η Φινλανδία, αποδεχόμενη περιορισμούς στην εξωτερική της πολιτική μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, διατήρησε τη δημοκρατία της και οικοδόμησε ένα ισχυρό κράτος πρόνοιας, όμως αναγκάστηκε να συμβιβάζεται με τις στρατηγικές επιδιώξεις της Σοβιετικής Ένωσης. Η Ελβετία, με την παραδοσιακή της ουδετερότητα, αποτέλεσε εξαίρεση, καθώς η διεθνής κοινότητα αναγνώρισε τον ρόλο της ως θεσμοποιημένου «ουδέτερου εδάφους» ήδη από τον 19ο αιώνα. Η Γιουγκοσλαβία του Τίτο, ακολουθώντας μια αδέσμευτη πολιτική, αποτέλεσε για δεκαετίες παράγοντα ισορροπίας, αν και η εσωτερική της πολυεθνοτική σύνθεση οδήγησε τελικά στη διάλυση και σε αιματηρές συγκρούσεις. Οι χώρες της Βαλτικής, οι οποίες είχαν επιλέξει ουδετερότητα πριν από το 1940, κατέδειξαν με την τραγική τους εμπειρία ότι η ουδετερότητα μπορεί να αποδειχθεί αδύναμη όταν οι μεγάλες δυνάμεις δεσμεύονται από συμφωνίες σφαιρών επιρροής.
Σε αυτό το πρίσμα, η φινλανδοποίηση της Ουκρανίας θα είχε προσφέρει βραχυπρόθεσμη σταθερότητα αλλά και μακροπρόθεσμες αβεβαιότητες. Στο επίπεδο της ευρωπαϊκής ισορροπίας ισχύος, η Δύση θα είχε αποφύγει μια μετωπική κρίση με τη Ρωσία, όμως θα είχε αποδεχθεί την ύπαρξη «γκρίζων ζωνών» όπου τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών τίθενται υπό αίρεση. Στο διεθνές σύστημα, θα ενισχυόταν η λογική του ρεαλισμού και των σφαιρών επιρροής, με τις μεγάλες δυνάμεις να καθορίζουν de facto τις επιλογές μικρότερων κρατών. Η Ουκρανία θα είχε λειτουργήσει ως case study της μετάβασης προς έναν πολυπολικό κόσμο, όπου η ισχύς και η γεωγραφία υπερισχύουν των θεσμών και του διεθνούς δικαίου.
Δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι μια ουδέτερη Ουκρανία θα είχε ενδεχομένως μεταβάλει και την παγκόσμια στρατηγική ατζέντα. Η αντιπαράθεση ΗΠΑ-Ρωσίας στην Ευρώπη θα ήταν λιγότερο οξεία, επιτρέποντας στην Ουάσιγκτον να επικεντρωθεί στον Ινδο-Ειρηνικό και στην άνοδο της Κίνας. Η Ρωσία, απαλλαγμένη από το βάρος ενός πολέμου και των δυτικών κυρώσεων, θα μπορούσε να διαθέσει πόρους στην εσωτερική της ανάπτυξη και στην ενίσχυση της περιφερειακής της επιρροής χωρίς τον σημερινό στρατηγικό απομονωτισμό. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς την πίεση της ουκρανικής κρίσης, θα είχε πιθανότατα προχωρήσει σε βαθύτερη ενοποίηση και σε ανάπτυξη αυτόνομης στρατηγικής κουλτούρας ασφάλειας.
Ωστόσο, η ουδετερότητα της Ουκρανίας θα σήμαινε και αναστολή της φιλοδοξίας για έναν ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο ασφαλείας βασισμένο στις αρχές της ελεύθερης επιλογής συμμαχιών και της ακεραιότητας της κυριαρχίας κάθε κράτους. Στην πραγματικότητα, η φινλανδοποίηση, ενώ προσφέρει σταθερότητα, προϋποθέτει έναν περιορισμό της ανεξαρτησίας και μια de facto αποδοχή των δικαιωμάτων μιας μεγάλης δύναμης πάνω στην εξωτερική πολιτική ενός μικρότερου κράτους. Το ερώτημα αν αυτό είναι αποδεκτό παραμένει θεμελιακά πολιτικό και αγγίζει την καρδιά της ευρωπαϊκής ταυτότητας.
Εν κατακλείδι, μια ουδέτερη και «φινλανδοποιημένη» Ουκρανία θα μπορούσε να είχε αποτρέψει την παρούσα πολεμική κρίση, προσφέροντας ένα διαφορετικό μοντέλο ισορροπίας ισχύος στην Ευρώπη και μεγαλύτερη σταθερότητα στο διεθνές σύστημα. Ταυτόχρονα, όμως, θα είχε αναδείξει τα όρια του φιλελεύθερου διεθνισμού και θα είχε καταδείξει τη δύναμη της γεωπολιτικής πραγματικότητας έναντι των θεσμικών φιλοδοξιών. Η ουδετερότητα, όπως αποδεικνύουν οι ιστορικές εμπειρίες, μπορεί να προσφέρει ασφάλεια και ανάπτυξη, αλλά πάντα με το τίμημα του περιορισμού της κυριαρχικής βούλησης. Στην περίπτωση της Ουκρανίας, το ζήτημα δεν είναι μόνο στρατηγικό, αλλά βαθιά υπαρξιακό: πρόκειται για την επιλογή ανάμεσα σε μια σχετική ασφάλεια υπό περιορισμούς και σε μια πλήρη ανεξαρτησία με το ρίσκο της σύγκρουσης. Η ευρωπαϊκή ιστορία δείχνει ότι και οι δύο επιλογές ενέχουν κόστος, και το πώς θα είχε διαμορφωθεί η Ευρώπη με μια φινλανδοποιημένη Ουκρανία παραμένει ένα από τα πιο αινιγματικά «αν» της σύγχρονης γεωπολιτικής.
Πρόσφατα σχόλια