Το αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας» αποτελεί μία από τις πλέον αντιπροσωπευτικές εκφάνσεις του σύγχρονου τουρκικού αναθεωρητισμού στο γεωπολιτικό πεδίο της Ανατολικής Μεσογείου και του Αιγαίου. Αποτελεί μια ολιστική και πολύπλευρη ιδεολογική κατασκευή, η οποία επιχειρεί να αναδιαμορφώσει τα όρια και τις σχέσεις κυριαρχίας στην ευρύτερη περιοχή. Το εγχείρημα αυτό συνιστά μια κλιμακούμενη πρόκληση απέναντι στο υφιστάμενο διεθνές νομικό πλαίσιο, καθώς και ένα εργαλείο πολιτικής πίεσης που συνοδεύεται από συστηματική αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων των κρατών της περιοχής, πρωτίστως της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η διαμόρφωση της «Γαλάζιας Πατρίδας» αντλεί τις ρίζες της από τη νεο-οθωμανική στρατηγική αφήγηση, η οποία αναβιώνει και επεκτείνει τον ιστορικό μύθο της μεγάλης Τουρκίας, αυτή τη φορά με επίκεντρο τον θαλάσσιο χώρο. Η σύλληψη του όρου αποδίδεται στον ναύαρχο Cem Gürdeniz, ο οποίος στις αρχές του 21ου αιώνα επιχείρησε να θεμελιώσει μία νέα εθνική στρατηγική βασισμένη στην ανάδειξη της Τουρκίας σε περιφερειακή ναυτική δύναμη, ικανή να επιβάλει τα συμφέροντά της πέρα από τα στενά γεωγραφικά και πολιτικά όρια του κράτους. Η έννοια της «Γαλάζιας Πατρίδας» αποτελεί, κατά βάση, ένα ιδεολογικό εργαλείο κατασκευής ενός εθνικού φαντασιακού, που επιχειρεί να ανατρέψει το status quo όπως διαμορφώθηκε μετά τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους και κυρίως μέσω της Συνθήκης της Λωζάννης το 1923, που έθεσε σαφείς περιορισμούς στις τουρκικές διεκδικήσεις, καθώς και του διεθνούς δικαίου της θάλασσας που επακολούθησε.

Το δόγμα αυτό επενδύει σε μια ρητορική που θεωρεί ότι η Τουρκία έχει αδικαιολόγητα περιορισμένη πρόσβαση και κυριαρχία σε εκτεταμένες θαλάσσιες ζώνες, τις οποίες δικαιωματικά της ανήκουν, ιδίως στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε αυτή την οπτική, η γεωγραφική θέση της χώρας της επιβάλλει ένα δικαίωμα κυριαρχίας που υπερβαίνει τους υφιστάμενους κανόνες. Έτσι, προβάλλεται η άποψη ότι τα ελληνικά νησιά, ακόμη και τα μικρά και απομακρυσμένα, όπως το Καστελόριζο, δεν θα πρέπει να έχουν πλήρη επήρεια σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, παρά τις ρητές προβλέψεις του διεθνούς δικαίου. Το αφήγημα αναπαράγει και ενισχύει τη συλλογιστική ότι οι περιοχές αυτές πρέπει να επαναχαρακτηριστούν, ώστε να ευνοούν τις τουρκικές διεκδικήσεις.

Στην πράξη, η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν μένει σε επίπεδο ιδεολογικού σχήματος, αλλά μετατρέπεται σε στρατηγική δράση μέσω συνεχών πολεμικών ασκήσεων, ναυτικών επιχειρήσεων και διπλωματικών χειρισμών. Οι συχνές ναυτικές ασκήσεις της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο λειτουργούν ως εργαλείο επιβολής και επίδειξης ισχύος, αποσκοπώντας στο να στείλουν σαφή μήνυμα σε Ελλάδα, Κύπρο και διεθνείς εταίρους ότι η Τουρκία είναι αποφασισμένη να προασπίσει τα συμφέροντά της ακόμη και με στρατιωτικά μέσα. Οι ασκήσεις αυτές χρησιμοποιούνται ως μοχλός ψυχολογικής και πολιτικής πίεσης.

Παράλληλα, η Τουρκία έχει προχωρήσει σε σειρά παράνομων, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, γεωτρήσεων και ερευνών εντός των υφαλοκρηπίδων της Ελλάδας και της Κύπρου, με στόχο τη δημιουργία τετελεσμένων στην οριοθέτηση της ΑΟΖ και την εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων της περιοχής. Η συστηματική αυτή παρουσία του τουρκικού ερευνητικού στόλου ενισχύει το αναθεωρητικό αφήγημα, δημιουργώντας έναν ασταθή γεωστρατηγικό χώρο όπου η απειλή της βίας κρέμεται ως μέσο επιβολής.

Επιπρόσθετα, η υπογραφή της παράνομης συμφωνίας Τουρκίας–Λιβύης συνιστά μία ακόμη κρίσιμη πτυχή της στρατηγικής αυτής. Η συμφωνία αυτή, η οποία προκάλεσε παγκόσμια καταδίκη, επιχειρεί να ορίσει ζώνες θαλάσσιας δικαιοδοσίας αγνοώντας πλήρως τη γεωγραφική πραγματικότητα και τη νομική βάση του διεθνούς δικαίου. Αγνοεί προκλητικά το δικαίωμα των ελληνικών νησιών, ενώ αποτελεί μια μονομερή ενέργεια που δεν έχει εγκριθεί από το νόμιμο λιβυκό κράτος, γεγονός που την καθιστά άκυρη και παράνομη. Η συμφωνία αυτή εντάσσεται στη γενικότερη πολιτική της Τουρκίας που επιχειρεί να αναδιατάξει τα γεωπολιτικά δεδομένα.

Από νομική άποψη, η «Γαλάζια Πατρίδα» αμφισβητεί βασικούς θεσμούς του διεθνούς δικαίου, ιδίως τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας την οποία η Τουρκία δεν έχει υπογράψει, ωστόσο σε μεγάλο βαθμό το δίκαιο αυτό θεωρείται εθιμικό και δεσμευτικό, ακόμη και για μη συμβαλλόμενα κράτη. Οι διατάξεις που ορίζουν πλήρη δικαιώματα νησιών στην υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ είναι σαφείς και δεν επιτρέπουν τη μονομερή εξαίρεση ή ερμηνεία τους. Το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» παραβιάζει την αρχή της ισότητας και της αναλογικότητας, που έχουν επιβεβαιωθεί σε σειρά αποφάσεων του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης και άλλων διεθνών νομικών οργάνων. Τα νησιά δεν μπορούν να στερούνται των δικαιωμάτων που ορίζει το διεθνές δίκαιο, όπως αποδείχθηκε στην υπόθεση της Νικαράγουας και σε άλλες κρίσιμες δικαστικές αποφάσεις.

Σε διεθνές επίπεδο, η τουρκική πολιτική έχει προκαλέσει την έντονη αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και άλλων μεσογειακών κρατών, όπως η Αίγυπτος, η Γαλλία και το Ισραήλ. Η συμμαχία αυτών των κρατών στο πλαίσιο φόρουμ και συμφωνιών συνεργασίας (π.χ. East Med Gas Forum) αντιπαρατίθεται έμπρακτα στην προσπάθεια της Άγκυρας να αναδιατάξει τις ενεργειακές και γεωπολιτικές ισορροπίες της περιοχής. Η ενίσχυση των αμυντικών σχέσεων Ελλάδας–Γαλλίας και η αυξημένη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή αντανακλά το βάρος που αποδίδουν οι διεθνείς παράγοντες στη διατήρηση της ισορροπίας δυνάμεων και τη νομιμότητα.

Εσωτερικά, το αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας» δεν απολαμβάνει ομοφωνίας. Υπάρχουν φωνές στην Τουρκία που προειδοποιούν για την απομόνωση που προκαλεί η πολιτική αυτή σε διπλωματικό επίπεδο, καθώς και για τον οικονομικό κίνδυνο που συνεπάγεται η όξυνση των σχέσεων με τη Δύση. Η κοινωνική κόπωση από τις συνεχιζόμενες εντάσεις και την οικονομική αβεβαιότητα επιδεινώνει την εικόνα και δυσχεραίνει τη βιωσιμότητα της πολιτικής αυτής στο εσωτερικό της χώρας.

Συνολικά, η «Γαλάζια Πατρίδα» είναι ένα σύνθετο και συνεκτικό αναθεωρητικό δόγμα που συνδυάζει ιδεολογία, στρατηγική δράση και νομική παραβίαση, με στόχο την ανατροπή των υφιστάμενων κανόνων διεθνούς δικαίου και τη διεύρυνση της τουρκικής επιρροής. Η αντιμετώπισή της απαιτεί συντονισμένη νομική, διπλωματική και αμυντική αντίδραση, με έμφαση στη διεθνοποίηση του ζητήματος, την επιστημονική τεκμηρίωση των ελληνικών και κυπριακών δικαιωμάτων και τη στενή συνεργασία των κρατών της περιοχής.

Η διερεύνηση και αποδόμηση του αφηγήματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» δεν αποτελεί εργαλείο για τη διαμόρφωση πολιτικών που θα διαφυλάξουν τη σταθερότητα και το διεθνές δίκαιο στην Ανατολική Μεσόγειο, έναν τόπο όπου οι συγκρούσεις έχουν βαθιές ιστορικές ρίζες και το μέλλον εξαρτάται από την ισορροπία μεταξύ κυριαρχίας, συνεργασίας και σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου.