Τα κράτη που συμμετέχουν σε μια οικονομική και νομισματική ένωση οφείλουν να ασκούν τις εθνικές δημοσιονομικές τους αρμοδιότητες με τρόπο συμβατό με τη συλλογική σταθερότητα. Η αρχή αυτή αποτυπώνεται στις συνθήκες, στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης και στο αναθεωρημένο πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης που τέθηκε σε εφαρμογή το 2024. Η πραγματική ποιότητα ενός τέτοιου συστήματος κρίνεται, όμως, στις περιπτώσεις όπου η εφαρμογή του είναι πολιτικά δύσκολη. Η Γαλλία αποτελεί σήμερα ίσως την καθαρότερη τέτοια περίπτωση, επειδή συνδυάζει σημαντική και επίμονη δημοσιονομική απόκλιση με οικονομικό και πολιτικό βάρος το οποίο είναι συστατικό για τη λειτουργία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η έκφραση «πολύ μεγάλη για να αγνοηθεί» περιγράφει καλύτερα την κατάσταση από την πιο γνωστή έννοια «πολύ μεγάλη για να αποτύχει». Το ζήτημα δεν αφορά την υπόθεση ότι η Γαλλία θα χρειαστεί αναγκαστικά διάσωση. Αφορά τη δυσκολία ενός θεσμικού συστήματος να αντιμετωπίσει την επίμονη απόκλιση ενός κράτους που αντιπροσωπεύει το 15,8% του συνολικού ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελεί δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της και συμμετέχει μαζί με τη Γερμανία στον ιστορικό πυρήνα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η επιβολή των κανόνων στη Γαλλία έχει πολύ μεγαλύτερες πολιτικές και οικονομικές συνέπειες από την αντίστοιχη διαδικασία σε ένα μικρότερο κράτος.
Το πρόβλημα είναι ήδη συγκεκριμένο. Η Γαλλία βρίσκεται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος από τις 26 Ιουλίου 2024. Τον Ιανουάριο του 2025 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης της έδωσε προθεσμία μέχρι το 2029 για να διορθώσει την υπερβολική δημοσιονομική απόκλιση και όρισε ανώτατους ρυθμούς ονομαστικής αύξησης των καθαρών δαπανών: 0,8% το 2025, 1,2% ετησίως από το 2026 έως το 2028 και 1,1% το 2029. Η διαδικασία βρίσκεται συνεπώς μέσα στο κανονικό θεσμικό πλαίσιο και δεν υπάρχει τυπική εξαίρεση υπέρ της Γαλλίας.
Η πραγματική δοκιμασία βρίσκεται στην εφαρμογή. Η Eurostat επιβεβαίωσε στις 21 Οκτωβρίου 2026 ότι το γαλλικό έλλειμμα παρέμεινε το 2025 στο 5,1% του ΑΕΠ και το δημόσιο χρέος αυξήθηκε στο 115,7%. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει έλλειμμα 5,1% το 2026 και, με αμετάβλητες πολιτικές, νέα επιδείνωση στο 5,7% το 2027, παράλληλα με άνοδο του χρέους στο 120,2% του ΑΕΠ. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η Γαλλία αντιμετωπίζει υψηλούς μεσοπρόθεσμους κινδύνους δημοσιονομικής βιωσιμότητας και ότι η συμμόρφωση με τις δεσμεύσεις της είναι απαραίτητη για την τοποθέτηση του χρέους σε καθοδική τροχιά.
Η περίπτωση αυτή αναδεικνύει μια θεμελιώδη ιδιότητα της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης: πρόκειται για σύστημα κανόνων που εφαρμόζεται μέσα σε πολιτική ένωση κρατών με πολύ άνισο μέγεθος και επιρροή. Η νομική υποχρέωση μπορεί να είναι κοινή, αλλά το πολιτικό κόστος της επιβολής δεν είναι ίσο. Η άσκηση αυστηρότερης πίεσης σε μια μικρότερη οικονομία μπορεί να δημιουργήσει εθνική πολιτική ένταση. Η αντίστοιχη σύγκρουση με τη Γαλλία μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία του Συμβουλίου, τη γαλλογερμανική σχέση, τις διαπραγματεύσεις για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, την κοινή άμυνα, τη βιομηχανική πολιτική και πολλές άλλες περιοχές στις οποίες απαιτείται γαλλική συναίνεση.
Από αυτή την άποψη, η μεγάλη δύναμη διαθέτει ένα είδος διαρθρωτικής διαπραγματευτικής ισχύος. Η Επιτροπή μπορεί να αξιολογεί, να προτείνει διαδικασίες και να παρακολουθεί τη δημοσιονομική πορεία, αλλά η ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση δεν λειτουργεί σε πολιτικό κενό. Το Συμβούλιο αποτελείται από τις ίδιες εθνικές κυβερνήσεις που πρέπει να συνεργάζονται μεταξύ τους σε δεκάδες άλλα πεδία. Η δημοσιονομική εποπτεία επομένως εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλέγμα διακρατικών ανταλλαγών, αλληλεξαρτήσεων και συμβιβασμών.
Η παρατήρηση αυτή δεν σημαίνει ότι η Γαλλία είναι ανεφάρμοστα υπεράνω των κανόνων. Το νέο πλαίσιο διαθέτει ακριβώς μηχανισμούς που περιορίζουν την αυθαίρετη πολιτική μεταχείριση: εθνικά μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά-διαρθρωτικά σχέδια, αριθμητικές πορείες καθαρών δαπανών, ετήσια παρακολούθηση και διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος. Η γαλλική πορεία για το 2025–2029 έχει συγκεκριμένους αριθμητικούς περιορισμούς και το Συμβούλιο έχει εγκρίνει επταετή περίοδο προσαρμογής, συνδεδεμένη με μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις. Η μεγαλύτερη ευελιξία του νέου συστήματος επιδιώκει ακριβώς να συνδυάσει δημοσιονομική αξιοπιστία με οικονομικά εφαρμόσιμη προσαρμογή.
Αυτή η ευελιξία έχει ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση της Γαλλίας. Μια απότομη δημοσιονομική σύσφιξη αρκετών ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ σε μια οικονομία της κλίμακάς της θα είχε σημαντική επίδραση στην εσωτερική ζήτηση και, μέσω εμπορικών και χρηματοπιστωτικών διασυνδέσεων, στην υπόλοιπη Ευρωζώνη. Η δημοσιονομική πειθαρχία επομένως πρέπει να διατηρείται αξιόπιστη χωρίς να μετατρέπεται σε μηχανισμό επιβολής προκυκλικής προσαρμογής που θα υπονόμευε την οικονομική βάση από την οποία πρέπει να προκύψει η ίδια η μείωση του χρέους. Το νέο πλαίσιο επιχειρεί να αντιμετωπίσει αυτή την ένταση μέσω πολυετών πορειών αντί μιας μηχανικής απαίτησης άμεσης επιστροφής σε συγκεκριμένο αριθμητικό όριο.
Η Γαλλία όμως δημιουργεί και ένα πρόβλημα ισότητας των κρατών απέναντι στον κανόνα. Η ευρωπαϊκή δημοσιονομική αρχιτεκτονική δεν χρειάζεται μόνο οικονομική αποτελεσματικότητα. Χρειάζεται να θεωρείται θεσμικά δίκαιη. Εάν μικρότερα κράτη σχηματίσουν την πεποίθηση ότι οι μεγαλύτερες χώρες αποκτούν μεγαλύτερο περιθώριο απόκλισης λόγω πολιτικού βάρους, η αξιοπιστία του συστήματος υποχωρεί ακόμη και όταν κάθε επιμέρους απόφαση μπορεί να αιτιολογηθεί τεχνικά. Η εφαρμογή των κανόνων στη Γαλλία έχει γι’ αυτό συμβολική σημασία: αποτελεί δοκιμασία του εάν η νέα οικονομική διακυβέρνηση μπορεί να λειτουργεί με σταθερή μεθοδολογία ανεξάρτητα από το μέγεθος του κράτους.
Η ιστορική εμπειρία έχει καταστήσει αυτή την ευαισθησία ιδιαίτερα έντονη. Το Σύμφωνο Σταθερότητας έχει επανειλημμένα δεχθεί κριτική για πολιτικά άνιση εφαρμογή, ιδίως όταν μεγάλες χώρες απέφευγαν την αυστηρότερη κλιμάκωση της διαδικασίας που θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε μικρότερες οικονομίες. Η σημερινή αρχιτεκτονική δημιουργήθηκε εν μέρει για να γίνει περισσότερο προβλέψιμη, με σαφέστερη εστίαση στις πολυετείς καθαρές δαπάνες και στη βιωσιμότητα του χρέους. Η γαλλική περίπτωση θα δείξει εάν η μεγαλύτερη εξατομίκευση των πορειών προσαρμογής ενισχύει την οικονομική λογική των κανόνων ή δημιουργεί νέο χώρο πολιτικής διαπραγμάτευσης γύρω από την εφαρμογή τους.
Υπάρχει όμως και η αντίθετη θεσμική διάσταση. Η ίδια η κλίμακα της Γαλλίας επιβάλλει στην Ευρωπαϊκή Ένωση να ενδιαφέρεται για την επιτυχία της προσαρμογής και όχι απλώς για την τυπική επιβολή μιας κύρωσης. Ένα σύστημα οικονομικής διακυβέρνησης που θα επέβαλλε έναν πολιτικά μη εφαρμόσιμο δρόμο και θα οδηγούσε τελικά σε μεγαλύτερη απόκλιση θα αποτύγχανε στον βασικό του σκοπό. Η αντιμετώπιση της Γαλλίας απαιτεί συνεπώς ισχυρή πίεση για αξιόπιστες μεταρρυθμίσεις, παράλληλα με χρονικό ορίζοντα που επιτρέπει σταθεροποίηση του χρέους χωρίς μεγάλη υπονόμευση της ανάπτυξης.
Η απόφαση της Επιτροπής τον Ιούνιο του 2026 να θεωρήσει ότι η Γαλλία είχε αναλάβει αποτελεσματική δράση και να κρατήσει τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος σε αναμονή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της λογικής. Η διαδικασία παραμένει ανοικτή και η χώρα εξακολουθεί να δεσμεύεται από τη συμφωνημένη διορθωτική πορεία. Η ευρωπαϊκή εποπτεία λειτουργεί επομένως περισσότερο ως συνεχής μηχανισμός καθοδήγησης και αξιολόγησης παρά ως αυτοματοποιημένη αλληλουχία τιμωρητικών μέτρων.
Αυτό όμως αυξάνει τη σημασία της αξιοπιστίας της Επιτροπής ως τεχνικού θεσμού. Όσο μεγαλύτερη είναι η πολιτική δύναμη του εποπτευόμενου κράτους, τόσο σημαντικότερο γίνεται να τεκμηριώνονται οι αξιολογήσεις με συνεπή κριτήρια. Διαφορετικά, κάθε απόφαση ευελιξίας μπορεί να ερμηνεύεται ως πολιτική υποχώρηση και κάθε αυστηρή απόφαση ως πολιτική σύγκρουση. Η ισχύς του νέου δημοσιονομικού πλαισίου εξαρτάται επομένως από την ικανότητα των ευρωπαϊκών θεσμών να μετατρέπουν οικονομικά σύνθετες αξιολογήσεις σε διαδικασίες αρκετά διαφανείς ώστε να γίνονται αποδεκτές από όλα τα κράτη.
Η γαλλική περίπτωση επηρεάζει επίσης τη συζήτηση για το πόση δημοσιονομική κυριαρχία μπορεί να παραμένει εθνική σε μια ώριμη νομισματική ένωση. Εάν η δημοσιονομική κατάσταση μιας τόσο μεγάλης χώρας μπορεί να δημιουργήσει σημαντικές εξωτερικές επιδράσεις στις αποδόσεις ομολόγων, στη νομισματική μετάδοση και στις επιλογές της ΕΚΤ, τότε αυξάνεται η οικονομική λογική ισχυρότερου κοινού ελέγχου. Παράλληλα, η πολιτική νομιμοποίηση της φορολογίας και της δημόσιας δαπάνης εξακολουθεί να βρίσκεται κατά κύριο λόγο στα εθνικά κοινοβούλια. Αυτή η απόσταση μεταξύ οικονομικής αλληλεξάρτησης και πολιτικής κυριαρχίας παραμένει μία από τις θεμελιώδεις ατέλειες της Ευρωζώνης.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο καθώς η Ευρώπη χρειάζεται περισσότερες δαπάνες για άμυνα και στρατηγικές επενδύσεις. Το νέο πλαίσιο προβλέπει εθνικές ρήτρες διαφυγής για αύξηση αμυντικών δαπανών υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, αντανακλώντας τη μεταβολή των ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων. Η Γαλλία, ως πυρηνική και στρατιωτική δύναμη, μπορεί εύλογα να υποστηρίζει ότι μέρος των εθνικών της δαπανών παράγει ευρωπαϊκά δημόσια αγαθά. Αυτό δημιουργεί νέο πεδίο διαπραγμάτευσης: κατά πόσο το κόστος παροχής ευρωπαϊκής ασφάλειας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν αξιολογείται η δημοσιονομική θέση ενός κράτους.
Η μακροχρόνια λύση βρίσκεται πιθανότατα σε μια πιο καθαρή κατανομή μεταξύ εθνικών δημοσιονομικών υποχρεώσεων και κοινών ευρωπαϊκών δημόσιων αγαθών. Η εθνική κοινωνική δαπάνη, οι συντάξεις και οι καθαρά εθνικές πολιτικές πρέπει να παραμένουν συνδεδεμένες με εθνική δημοσιονομική ευθύνη. Η άμυνα, οι διασυνοριακές ενεργειακές υποδομές, οι στρατηγικές τεχνολογίες και άλλες λειτουργίες που παράγουν ευρωπαϊκά οφέλη μπορούν σταδιακά να αποκτήσουν μεγαλύτερο κοινό χρηματοδοτικό σκέλος. Μια τέτοια εξέλιξη θα περιόριζε την πίεση για συνεχή ελαστικοποίηση των εθνικών κανόνων και θα καθιστούσε σαφέστερο ποιο μέρος μιας δημοσιονομικής απόκλισης αποτελεί εθνική επιλογή.
Η Γαλλία είναι επομένως «πολύ μεγάλη για να αγνοηθεί» επειδή η συμμόρφωσή της έχει σημασία για το ίδιο το κύρος του ευρωπαϊκού συστήματος και επειδή η αποτυχία της θα είχε δυσανάλογες συνέπειες. Το μέγεθός της δεν δημιουργεί θεσμικό δικαίωμα εξαίρεσης. Δημιουργεί ισχυρότερη υποχρέωση των ευρωπαϊκών θεσμών να σχεδιάσουν μια διορθωτική πορεία που είναι ταυτόχρονα αξιόπιστη, εφαρμόσιμη και επαρκώς αυστηρή ώστε να μη διαβρώνει την ισότητα των κρατών απέναντι στους κοινούς κανόνες.
Σε τελική ανάλυση, η γαλλική περίπτωση αποτελεί κάτι περισσότερο από δοκιμασία των δημόσιων οικονομικών ενός κράτους. Αποτελεί δοκιμασία ωριμότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως οικονομικής τάξης. Ένα σύστημα κανόνων αποκτά πραγματική θεσμική αξία όταν μπορεί να οργανώσει τη συμπεριφορά και των ισχυρότερων μελών του χωρίς να μετατρέπεται ούτε σε μηχανισμό αυθαίρετης εξαίρεσης ούτε σε πλαίσιο οικονομικά αυτοκαταστροφικής πειθαρχίας. Η δυνατότητα της Ένωσης να διαχειριστεί τη γαλλική δημοσιονομική απόκλιση μέσα από προβλέψιμη, συνεπή και οικονομικά βιώσιμη προσαρμογή θα αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα τεστ του νέου ευρωπαϊκού δημοσιονομικού καθεστώτος.
Πρόσφατα σχόλια